ΜΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ που ανατρέπει την αξιοπιστία των διαρροών για την τρομοκρατία

Το φιάσκο με τον «Πάρκινσον»

 
Γράφει ο ΙΟΣ



Εδώ και μισό χρόνο ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου Γιώργος Οικονομάκης έχει μεταβληθεί άθελά του σε πρωταγωνιστή των έντυπων και ηλεκτρονικών ρεπορτάζ γύρω από την υπόθεση της τρομοκρατίας.

Το πρόσωπό του «φωτογραφίζεται» ως ύποπτο για συμμετοχή σε... όλες τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Του έχει μάλιστα αποδοθεί και το παρατσούκλι «Πάρκινσον», ενώ κατά καιρούς δημοσιεύονται «διαρροές» των αστυνομικών αρχών για συμμετοχή του σε «ενέργειες», ληστείες, φόνους, κ.λπ. 

Εγκαίρως, με δημόσια δήλωσή του (23 Δεκεμβρίου 2002), ο κ. Οικονομάκης είχε ξεκαθαρίσει τη θέση του. Είχε ζητήσει προστασία από τις δημόσιες αρχές και είχε καταγγείλει ότι στο πρόσωπό του «επιχειρείται η ποινικοποίηση πολιτικών χώρων, η τρομοκράτηση όποιου προσπαθεί να αρθρώσει έναν μη καθεστωτικό αριστερό πολιτικό και θεωρητικό λόγο, εν τέλει η δίωξη άποψης και πολιτικού φρονήματος». Τα μοναδικά εις βάρος του «τεκμήρια» ήταν ότι γνώρισε τον Τσελέντη και τον Κουφοντίνα από τα φοιτητικά τους χρόνια, πριν από δύο δεκαετίες.

Παρά τη δήλωση αυτή, οι διαρροές συνεχίζονταν με εντεινόμενο ρυθμό. Αισθάνθηκε, λοιπόν, σχεδόν ανακούφιση ο κ. Οικονομάκης, όταν του τηλεφώνησε προσωπικά ο κ. Λεωνίδας Ζερβομπεάκος και του ζήτησε μια συνάντηση, μια άτυπη φιλική συζήτηση, απ' αυτές που έχουν τώρα τελευταία υποκαταστήσει τις συντεταγμένες προανακριτικές διαδικασίες. Ο καθηγητής δέχτηκε με προθυμία και επισκέφτηκε τον ανακριτή στο γραφείο του την περασμένη βδομάδα, έτοιμος όχι να καταθέσει, αλλά να διαμαρτυρηθεί για την ταλαιπωρία και το δημόσιο διασυρμό που υφίσταται εν γνώσει (αν όχι εξαιτίας) των διωκτικών αρχών. 

Αποκαλύπτουμε το φιάσκο 

Εις βάρος του κ. Οικονομάκη έχουν γραφτεί πολλά. Τα πιο σαφή και συγκεντρωτικά δημοσιεύματα είναι δύο. Πρώτο, το πρωτοσέλιδο της «Αυριανής» στις 20/12/02 («Αρχηγός της 1ης Μάη γνωστό στέλεχος της οργάνωσης Β' Πανελλαδική») και δεύτερο το βιβλίο του αστυνομικού ρεπόρτερ του «Βήματος» Β. Γ. Λαμπρόπουλου («Πάτμου και Δαμάρεως γωνία», Αθήνα 2003, σ. 97, 160-1). 

Από το βιβλίο του κ. Λαμπρόπουλου προκύπτει ότι:

1. Ο ύποπτος ήταν μέλος της Β' Πανελλαδικής.

2. Αρθρογραφούσε σε μηνιαίο περιοδικό.

3. Αποδίδεται σ' αυτόν ένα ανυπόγραφο άρθρο, γραμμένο μαζί με ένα μέλος γερμανικής οργάνωσης αντάρτικου πόλης.

4. Οι αστυνομικοί είχαν εντυπωσιαστεί από ένα άρθρο του, στο οποίο ανέφερε λεπτομέρειες για τη χρήση μιας κλεμμένης μοτοσικλέτας.


Σ' αυτά τα στοιχεία από το δημοσίευμα της «Αυριανής» προστίθεται ότι:

1. Ο φάκελος της οργάνωσης «Β' Πανελλαδική» στην Αντιτρομοκρατική είναι ογκώδης.

2. Το επίμαχο μηνιαίο περιοδικό είναι ο «Σχολιαστής».

3. Υπάρχει και δεύτερο πρόσωπο που συνδέεται με τον καθηγητή και αυτός είναι ο συγγραφέας του επίμαχου άρθρου.

4. Το άρθρο αυτό αναφέρεται στην «αναγέννηση του αντάρτικου πόλεων».

Από άλλα δημοσιεύματα, τέλος, προκύπτει και ότι ο ύποπτος που αναζητούν οι αρχές είναι γιος αξιωματικού.

Είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε από πρώτο χέρι ότι όλα αυτά τα επιβαρυντικά στοιχεία είναι... μπούρδες! Για να μην αδικήσουμε βέβαια και τις διωκτικές αρχές, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι υπάρχουν και ορισμένες σατανικές συμπτώσεις που δικαιολογημένα κινούσαν το ενδιαφέρον των Κλουζό της Αντιτρομοκρατικής τη δεκαετία του '80. Εξηγούμαστε:

1. Υπάρχει πράγματι ένα ανυπόγραφο κείμενο στο περιοδικό «Σχολιαστής», το οποίο αναφέρεται στις κλεμμένες από τη 17Ν πινακίδες μιας μοτοσικλέτας. Πρόκειται για το σχόλιο με τίτλο «ΒΧ 381» (τεύχος 14, 1/5/84). 

2. Στο άρθρο αυτό -το οποίο δεν έχει συντάξει ο Οικονομάκης, αλλά ο Δημήτρης Τρίμης- αναφέρεται ότι οι επίμαχες πινακίδες ανήκαν σε κάποιον Δ.Ο., ο οποίος είχε πουλήσει τη μηχανή του πριν από δύο χρόνια στο φίλο του Η.Π.

3. Τα αρχικά αυτά ανήκουν στον Δημήτρη (και όχι Γιώργο) Οικονομάκη!

4. Αυτός, δηλαδή ο Δημήτρης Οικονομάκης είναι που υπήρξε συνεργάτης του περιοδικού. 

5. Υπάρχει όντως ένα άρθρο για την «Αναγέννηση του αντάρτικου» στο τεύχος 30 (Σεπτέμβριος 1985) του ίδιου περιοδικού. Πρόκειται για μια συνέντευξη, με την οποία δεν έχει σχέση ούτε ο Γιώργος ούτε ο Δημήτρης Οικονομάκης ούτε κάποιος «συνεργάτης» τους. Την έχει συντάξει ο Δημήτρης Ψαρράς. 

6. Στο εν λόγω περιοδικό όλα τα κείμενα ήταν ενυπόγραφα. Τα ανυπόγραφα ανήκαν στη διεύθυνση. Στον κατάλογο των συνεργατών (που δημοσιευόταν σε κάθε τεύχος) υπάρχει το όνομα Δημήτρης (και όχι Γιώργος) Οικονομάκης.

7. Ισως τα αρχικά Η.Π. μπέρδεψαν κι αυτά τις αρχές. Μάλλον θεώρησαν ότι ανήκουν στον (επίσης συνεργάτη του περιοδικού) Ηλία Παπαϊωάννου, ο οποίος είχε προλογίσει μαζί με τον Δημήτρη Τρίμη μια άλλη συνέντευξη με δύο εκπροσώπους του κινήματος υποστήριξης των απεργών πείνας μελών της RAF (τεύχος 23, 1/2/85). Αλλο «ύποπτο» άρθρο αυτό. 

Οι αρχές, λοιπόν, έχουν μπλέξει δύο διαφορετικά πρόσωπα, με το ίδιο επώνυμο! Ο Δημήτρης Οικονομάκης είναι γνωστός μουσικός και δεν έχει καμία σχέση (φιλική ή συγγενική) με τον καθηγητή. Τον συναντήσαμε τη Δευτέρα το απόγευμα. Μόλις είχε επιστρέψει από την Κρήτη, όπου μετείχε σε συναυλίες με τον Νότη Μαυρουδή. Επιβεβαίωσε όλα τα στοιχεία που αναφέρουμε παραπάνω, προσθέτοντας άλλη μια σύμπτωση που επέτεινε τη σύγχυση. Είναι κι αυτός γιος αξιωματικού, όπως ο συνεπώνυμός του, και υπήρξε κι αυτός φοιτητής της Νομικής Σχολής. Ο κ. Δημήτρης Οικονομάκης είχε την ατυχία να είναι κάτοχος της μηχανής ΒΧ 381, την οποία πούλησε το 1982 στο φίλο του Ηλία Πέτρου. Η πινακίδα αυτής της μηχανής κλάπηκε το 1984 από τη 17Ν και χρησιμοποιήθηκε σε άλλη μηχανή, κατά την επίθεση εναντίον του Αμερικανού λοχία Ρόμπερντ Τζαντ (3/4/84). Οι αρχές είχαν τότε επισκεφτεί το σπίτι του κ. Οικονομάκη και του είχαν επιστρέψει τις πινακίδες. 

Οι συμπτώσεις, λοιπόν, σταματούν εδώ. Ολα αυτά θα μπορούσαν να εξακριβωθούν πολύ εύκολα, αν οι αρχές από το 1980 δεν ασχολούνταν με τον «ογκώδη» φάκελο της «Β' Πανελλαδικής», αλλά ξεφύλλιζαν με κάποια προσοχή το περιοδικό «Σχολιαστής» και ανέθεταν σε κάποιον μέσης ευφυΐας εγκέφαλο να διασταυρώσει τις υποθέσεις εργασίας. Αλλά το εξωφρενικό είναι ότι όλα αυτά που αποτελούσαν απλό γρίφο των υπηρεσιών επί Δροσογιάννη κ.λπ, τώρα πλασάρονται ως τεκμήρια ενοχής, χωρίς καμιά επιπλέον επεξεργασία και έλεγχο. 

Δεν μας απασχολεί εδώ η υστεροφημία του «Σχολιαστή» -αν και τον θεωρούμε προπομπό του «Ιού» και προσωπικό δημοσιογραφικό σχολείο- αλλά η αποκατάσταση της αλήθειας και της προσωπικότητας ενός ανθρώπου που εξακολουθεί να διασύρεται, εξαιτίας της ανικανότητας των υπηρεσιών και της ανευθυνότητας που επιδεικνύουν τα «παπαγαλάκια» τους. 

Πώς γίνεται η ανάκριση;

Φυσικά όλα αυτά δεν τα γνωρίζει ο ειδικός ανακριτής. Και απ' ό,τι φαίνεται την έρευνά του τη διεξάγει με βάση τα σχετικά δημοσιεύματα, εφόσον δεν υπάρχει τίποτα άλλο για να στηρίξει τις υποψίες του. Στις 14 Μαρτίου ο κ. Ζερβομπεάκος κάλεσε στο γραφείο του το δημοσιογράφο του «Βήματος» Β. Γ. Λαμπρόπουλο, ο οποίος κατέθεσε ότι όλα όσα γράφει στο βιβλίο του είναι από «διασταυρωμένες πηγές και πληροφορίες», τις οποίες βέβαια δεν αποκάλυψε επικαλούμενος το δημοσιογραφικό απόρρητο. Το πόσο «διασταυρωμένες» είναι αυτές οι πληροφορίες, μαρτυρούν όσα αποκαλύπτουμε παραπάνω. 

Με πιεστικό τρόπο επιχείρησε στη συνέχεια ο ανακριτής να έχει κάποια επιβαρυντική κατάθεση εις βάρος του κ. Οικονομάκη και από τους υποδίκους του Κορυδαλλού. Οι προσπάθειές του δεν απέδωσαν. Κανένας από τους κατηγορουμένους της 17Ν, ούτε οι αδιάλλακτοι ούτε οι συνεργαζόμενοι με τις αρχές, δεν γνώριζε τίποτα. 

Θυμίζουμε ότι στην πρόσφατη ιστορία των ανακριτικών αρχών υπάρχει άλλη μια κραυγαλέα περίπτωση συντονισμού του αστυνομικού δαιμονίου δημοσιογράφων και εισαγγελικών λειτουργών. Πρόκειται για την επεισοδιακή περίπτωση της 12ης Σεπτεμβρίου 1990, όταν ο τότε αρμόδιος για τον αντιτρομοκρατικό αγώνα εισαγγελέας Τσεβάς πείστηκε από δύο αστυνομικούς ρεπόρτερ ότι είχαν στοιχεία για τον εγκέφαλο και τη δομή της 17Ν. Ακολούθησαν επιδρομές σε σπίτια γνωστών πολιτών και ένα μεγαλοπρεπές φιάσκο.

Ελπίζουμε ότι δεν θα επαναληφθεί κάτι παρόμοιο. Το κακό είναι ότι αυτή τη φορά οι «διαρροές» βρίσκουν πρόσφορο έδαφος σε όλο το εύρος του Τύπου, σε σημείο ώστε να θεωρείται σχεδόν δεδομένο ότι όσα γράφονται πρόκειται σε λίγο να επιβεβαιωθούν. Ο ειδικός ανακριτής έχει συγκεντρώσει στα χέρια του πραγματικές υπερεξουσίες και τις ασκεί με πραγματικά «ειδικούς» τρόπους. Διατυπώνονται παράπονα ότι ο ρυθμός και η ροή των πληροφοριών ελέγχονται με συγκεντρωτικό τρόπο από το γραφείο του. Οι δικηγόροι διαμαρτύρονται ότι δεν έχουν κανονική πρόσβαση στη δικογραφία και δεν λαμβάνουν εγκαίρως γνώση κρίσιμων στοιχείων της ανάκρισης, γεγονός που οδήγησε κάποιους να ζητήσουν πρωτόκολλο παράδοσης εγγράφων. Κατά παράβαση της συνήθους πρακτικής, επιλέγεται ο Κορυδαλλός ως τόπος ανάκρισης. Αξιοποιείται η οικειότητα μεταξύ ανακριτή και συνηγόρων για παρεμβάσεις στον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων.

Χαρακτηριστικό για τον τρόπο που διενεργείται η ανάκριση είναι ότι μετά την «προσωπική» τηλεφωνική κλήση του κ. Οικονομάκη, ο ειδικός ανακριτής τού ζήτησε «φιλικά» να υποστεί δακτυλοσκόπηση. Πρόκειται για μια εντελώς παράτυπη διαδικασία. Δακτυλοσκόπηση δεν ζητείται βέβαια από μάρτυρες! Η συγκατάθεση του καθηγητή σε αυτό το «φιλικό» αίτημα θα σήμαινε αποδοχή της παρατυπίας και του ηθικού εκβιασμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος δημοσιογράφος που κατέθεσε εις βάρος του κ. Οικονομάκη γράφει στο «Βήμα της Κυριακής» ότι «θεωρείται κρίσιμο στοιχείο -σύμφωνα με δικαστικούς και αστυνομικούς κύκλους- η απάντηση που θα δώσει ο κ. Οικονομάκης στο αίτημα που υπέβαλε ο κ. Ζερβομπεάκος».

Μ' άλλα λόγια, θα κριθεί ο «ύποπτος» από το αν δέχεται να συμμετάσχει στην παράτυπη διαδικασία. Δεν μένει παρά να του υποβληθεί και το φιλικό αίτημα να δεχτεί οικειοθελώς να προφυλακιστεί, προκειμένου να μην εκτεθούν οι υπηρεσίες που τόσα χρόνια έχουν μπλέξει δύο εντελώς άσχετους ανθρώπους με το ίδιο επώνυμο, για να κατασκευάσουν ένα τρίτο, ανύπαρκτο πρόσωπο, που θα ταιριάζει στις προδιαγραφές ενός ακόμα υπόπτου.

 
(Ελευθεροτυπία, 23/4/2003)

 

www.iospress.gr