Η ΓΝΩΜΗ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΕΙΤΟΝΕΣ

Χαϊβάνια, μπουνταλάδες, χανούμισσες

1.  /  2.

ΛΑΙΚΗ ΣΟΦΙΑ

Ου Τούρκους κ' η ουχιά δεν έχουνι μπιστιά


Ηταν παραμονές της μικρασιατικής καταστροφής, όταν ο φιλόλογος Γεράσιμος Καψάλης ολοκλήρωνε τη μελέτη του "Οι Τούρκοι εκ των παροιμιών του ελληνικού λαού". Στο ανάτυπο από το περιοδικό "Λαογραφία" που έχουμε στα χέρια μας, αφιερωμένο από το συγγραφέα στον "αγαπητόν φίλον κ. Αλ. Δελμούζον", ο Καψάλης έχει σημειώσει στην τελευταία σελίδα: "Εγράφη κατά Μάιον 1922". Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε γιατί ο συγγραφέας, γνωστός από τη δράση του στο Εκπαιδευτικό Συμβούλιο και από τις αρχαιολογικές και λαογραφικές εργασίες του, θέλησε να δώσει έμφαση στο χρόνο συγγραφής της συγκεκριμένης μελέτης.
Οι συνθήκες πάντως που επικρατούσαν κατά την άνοιξη του '22 δύσκολα άφηναν ανεπηρέαστη κάθε ενασχόληση με το ευαίσθητο θέμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ακόμη κι αν επρόκειτο για μιαν απλή συλλογή παροιμιών που ο ένας λαός σκαρφίστηκε για τον άλλο στο διάβα της ιστορικής τους συνύπαρξης. Η γενικευμένη πολιτική και οικονομική κρίση, και κυρίως η ανασφάλεια ως προς τις εξελίξεις στο μικρασιατικό μέτωπο, δεν αποτελούσαν ασφαλώς τους πιο ψύχραιμους συμβούλους κατά τους τελευταίους αυτούς μήνες πριν από την κορύφωση του μικρασιατικού δράματος. Ας υπενθυμίσουμε απλώς ότι τον Μάιο του '22 το χάσμα μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών δυνάμεων ήταν πλέον αγεφύρωτο, ότι η κατάρρευση της κυβέρνησης Γούναρη είχε οδηγήσει σε έναν κύκλο παρασκηνιακών διαβουλεύσεων που θα κατέληγε στο συνασπισμό όλων των αντιβενιζελικών κομμάτων υπό τον Π. Πρωτοπαπαδάκη, ότι η ανάθεση της αρχηγίας της στρατιάς στον αντιστράτηγο Γ. Χατζηανέστη συναντούσε αντιστάσεις, ότι η τρομοκρατία αποτελούσε καθημερινή πρακτική και ότι εκείνες τις ημέρες ετοιμαζόταν η δίκη του Α. Παπαναστασίου και των συντρόφων του για τη δημοσίευση του "Δημοκρατικού Μανιφέστου". Στο κλίμα αυτό ας προσθέσουμε μόνον την ήδη έκδηλη κόπωση του στρατού και τη γενικευμένη αβεβαιότητα για την έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας.
Δεν θα αποτελούσε επομένως αυθαιρεσία να συσχετίσουμε με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής την απόφαση ενός φιλολόγου να καταγράψει τις παροιμίες που κατά καιρούς, και κυρίως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αποτύπωσαν τα αισθήματα των Ελλήνων για τους Τούρκους. Είναι εξάλλου ενδεικτικό το γεγονός ότι ο Καψάλης υιοθετεί τις παροιμίες που ανθολογεί, δεν επιχειρεί να τις αναλύσει αποστασιοποιούμενος από το περιεχόμενό τους.
Ακολουθώντας την ταξινόμηση του Γεράσιμου Καψάλη, σε μια πρώτη κατηγορία παροιμιών συναντούμε εκείνες που αναφέρονται στον τουρκικό χαρακτήρα. Οι Τούρκοι εμφανίζονται σκληρόκαρδοι, αψίθυμοι και κακοί. ("Τούρκους κι καλός δε γένιτι".) Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και οι παροιμίες που αναφέρονται στην αγριότητα και τη μοχθηρία των Τούρκων, στον τρόμο που προκαλούσε η αιφνίδια εμφάνισή τους: "Μεριά μας δέρνει ο θάνατος, μεριά κι ο Γενιτσάρος", "Σάμπως να πέρασε Τουρκιά". Βασική, ωστόσο, ιδιότητα της τουρκικής ιδιοσυγκρασίας είναι κατά τις παροιμίες η απληστία και η φιλαργυρία, αποκλειστικά κίνητρα για αρπαγές, λεηλασίες και φόνους: "Τούρκος ήρθε, γρόσα θέλει, κι άλλος ήρθε, κι άλλα θέλει", "Τούρκον φίλον έπιασες, φύλαγε την τσέπη σου". Η απληστία όμως συνδυάζεται με την αχαριστία και την αναξιοπιστία: "Ο Τούρκος είναι φίδι που μόλις ζεσταθεί σε δαγκάνει", "Ο Τούρκος έχει τη φιλία στο στόμα, όχι και στην καρδιά", "Ο Τούρκος και το σκυλί ένα πράμα είναι".
Η φιληδονία, η προστυχιά και η αδιαφορία για την τιμή του άλλου συνιστούν τα επόμενα χαρακτηριστικά του Τούρκου, πάντα κατά τις παροιμίες που συγκέντρωσε ο Γερ. Καψάλης: "Τούρκον στο σπίτι φίλευε και την τιμήν σου φύλαγε", "Τούρκουν φίλιβι (φίλευε) κι τουγ κώλου σ' φύλαϊ (φύλαγε)". Ακολουθούν παροιμίες για την οκνηρία, τη νωθρότητα, τη χυδαιότητα και τη ρυπαρότητα των Τούρκων: "Κάθεται σαν αγάς", "Αλλαή μπιλλαή, απ' τον ύπνο στο φαϊ", "Βεζίρης έγινες, αλλ' άνθρωπος δεν έγινες", "Οταν θα γίνει η τρίχα του γουρουνιού μετάξι, τότε και ο Τούρκος θα λάβει πολιτισμό και τάξη".
Τα χαρακτηριστικά που αποδίδονταν στον τουρκικό λαό επαναλαμβάνονται αυτούσια σε μια δεύτερη κατηγορία παροιμιών που αναφέρονται στην τουρκική διοίκηση. Σύμφωνα με αυτές, η αυθαιρεσία, η φιλαργυρία, η βία και το δίκαιο του ισχυροτέρου αποτελούν συστατικά στοιχεία της οθωμανικής πολιτείας: "Ο κατής γαμεί τη μάνα του κ' εμέ ποιος θα με κρίνει;", "Σαν σε γαμίσ' ου κατής, πού θα πας να κριθείς;", "Καλός ο λόγος του κατή, αν κρατεί".
Οι σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων, καθώς και η σύγκριση των Τούρκων με άλλους λαούς συνιστούν δύο ακόμη κατηγορίες παροιμιών κατά την ταξινόμηση του Γ. Καψάλη. Κάποιες εκφράζουν το χάσμα των θρησκειών ("Αν ο Αλής γίνεται Γιάννης, κ' η όρνιθα χταπόδι"), άλλες την έχθρα προς τους Τούρκους ("Σα του Τούρκου τούνι βλέπω"), μερικές το μίσος των Τούρκων προς τους Χριστιανούς ("Αίμα γκιαούρικο δε γίνεται Οθωμανός αν δεν το πιει"). Στο σημείο όμως αυτό, ο φιλότιμος ερευνητής συναντά και μια παροιμία που του προξενεί αμηχανία: "Κόψε μ' αγά μου, ν' αγιάσω". Η παροιμία αυτή δεν εκστομίστηκε ποτέ από Ελληνα, εξηγεί ο Καψάλης. Πρόκειται απλώς για παροιμιώδη έκφραση που χρησιμοποιείται για να χλευάζονται οι δειλοί. Οταν πάντως το θέμα είναι η σύγκριση των Τούρκων με τρίτους, τα πράγματα δεν είναι ιδιαίτερα αρνητικά για τους γείτονες : "Κάλλι' έχω Τούρκου μαχαιριά, πάρε Βενετσάνου κρίση", αναφέρει μία από αυτές. Συχνά βέβαια οι γείτονες τοποθετούνται στην ίδια μοίρα: "Βούλγαρο αν κάμεις φίλο, βάστα και κομμάτι ξύλο, κι αν τον Τούρκο κάμης φίλο, βάστα πάντοτε το ξύλο".
Οσο αρνητική κι αν είναι η εικόνα των Τούρκων στις ελληνικές παροιμίες, ο Καψάλης δηλώνει πεισμένος για το αλάνθαστο κριτήριό τους. Απόδειξη ότι σε χωριά της Καστοριάς συνάντησε σλαβόφωνους που είχαν κι αυτοί την ίδια γνώμη: "Τούρτσινοτ πριατελεστίνατα να κολένοτο για ντερζ" (=η τουρκική φιλία στο γόνατο κρατιέται). Στην ίδια περιοχή, οι ελληνόφωνοι Εβραίοι έμοιαζαν κι αυτοί σίγουροι: "Ο Τούρκος σε πιάνει φίλο ή για τη γυναίκα σου ή για το όμορφο παιδί σου"...


569 μ.Χ.
Η πρώτη συνάντηση

Ηταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό του 569, τότε που βασίλευε ο ανιψιός του Ιουστινιανού Ιουστίνος Β', όταν η Πόλη έβαλε τα γιορτινά της για να υποδεχθεί την πρώτη επίσημη τουρκική αντιπροσωπεία που θα πατούσε το πόδι της στη Βασιλεύουσα. Ο κόσμος συνέρρεε από παντού για να μη χάσει το αξιοπερίεργο θέαμα, καθώς ήταν η πρώτη φορά που θα αντίκριζε αξιωματούχους του Χαγάνου Διζόβουλου (όπως αποκαλούσαν τα βυζαντινά χρονικά τον Μπου Μιν Καγκάν), ηγέτη της άγνωστής του ακόμη φυλής που κατοικούσε στις αχανείς εκτάσεις από την Κασπία ως τα σύνορα της σημερινής Κορέας. Στόχος των Τούρκων, αλλά και ελπίδα των Βυζαντινών, η σύμπραξή τους κατά των Περσών που είχαν κερδίσει τον έλεγχο των εμπορικών δρόμων μέσω των οποίων διακινούνταν τα εμπορεύματα, κυρίως τα μεταξωτά υφάσματα, από την Κίνα στο Βυζάντιο. Η συνεννόηση των Βυζαντινών με τους Τούρκους δεν ευοδώθηκε μέχρι τέλους, ωστόσο η πρώτη εκείνη επαφή έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης. Τη μεταφέρουμε εδώ από διάλεξη του Αλεξανδρινού λογίου Χ. Α. Νομικού που περιλαμβάνεται στη συλλογή ομιλιών του με γενικό τίτλο "Ανατολή και Ισλάμ" ("Γράμματα", Αλεξάνδρεια 1925):
"Το μεσημέρι ακριβώς, βοή του πλήθους και επευφημίες έδωσαν στον κόσμο να καταλάβει πως έφθανε η Πρεσβεία. Ολίγες στιγμές έπειτα περνούσε η πομπή κάτω απ' τους θόλους του Μιλίου και εμφανιζόταν στα πλήθη που γέμιζαν την Πλατεία του Αυγουσταίου. Με κατάπληξη ο βυζαντινός λαός έβλεπε τότε, για πρώτη φορά, τους επίσημους αντιπροσώπους του Χαγγάνου των Τούρκων.
Μόνος μπροστά απ' τους άλλους προχωρούσε καβάλα σ' ένα λιγνό, νευρικό, τατάρικο άλογο πάνω, ο Πρέσβυς άρχων Μανιάχ ο Σογδιανός. Τα μαύρα του σχιστά μάτια, το σταρί κίτρινο χρώμα του προσώπου του, το μικρό του σώμα, τα αραιά μακριά μαύρα του μαλλιά, η λεπτή του μύτη, όλα δηλαδή αυτά τα μογγολικά ασυνήθιστα χαρακτηριστικά κινούσαν την περιέργεια των Βυζαντινών, που ποτέ ως τότε δεν είχαν ματαδεί πρέσβυ τόσο λίγο επιβλητικό. Ντυμένος γούνες και φορώντας ένα σκουφί πέτσινο με γούνινο προφύλλι, ζωσμένος ένα πολύτιμο κοραλλιοκόλλητο σπαθί, προχωρούσε καβάλα στο ξερακιανό του άλογο πάνω, χαιρετώντας το πλήθος που τον επευφημούσε.
Πίσω του ακολουθούσαν, πάντα καβάλα, οι άρχοντες ξεναγοί της αυτοκρατορικής αυλής, κι ακόμη παρά πίσω οι άλλοι Τούρκοι της πρεσβείας, με ίδιες περίπου κι αυτοί στολές, μικροκαμωμένοι και παράξενοι για τους φιλοπερίεργους Βυζαντινούς. (...) Ολίγα βήματα ακόμη κι η πρεσβεία αντίκρισε τα προπύλαια της Μαγναύρας. Οι δύο μεγάλες πόρτες της εισόδου ήταν κλειστές και σκεπασμένες με πολύτιμα παραπετάσματα". Οι εντεταλμένοι αξιωματούχοι σήκωσαν τα παραπετάσματα, συνεχίζει την αφήγησή του ο Νομικός, και οι Τούρκοι βρέθηκαν στη μεγαλόπρεπη αίθουσα υποδοχής, όπου τους περίμεναν οι βυζαντινοί άρχοντες και στο βάθος ο Ιουστίνος Β' πάνω στον επιβλητικό του θρόνο. Ο Μανιάχ προσκύνησε τον αυτοκράτορα και περίμενε υπομονετικά να παίξουν τα όργανα το Πολυχρόνιο:
"Εκεί ο Μανιάχ περίμενε λίγο να παύσει ο ύμνος κι αμέσως παράδωσε στον Πραιπόσιτο τα δώρα που έστελνε ο Διζόβουλος στον βασιλέα των Ρωμαίων, αρωματικά σπάνια ξύλα, μπαχαρικά της Κεντρικής Ασίας, σπάνια μεταξωτά κεντήματα, χρυσάφι, μαργαριτάρια του Ινδικού Ωκεανού κι άλλα ασιατικά προϊόντα απ' εκείνα που ήταν πάντα περιζήτητα στην Πόλη.
Αφού παράλαβαν οι αυλικοί τα δώρα, ο Μανιάχ ο ίδιος πλησίασε και παράδωσε στον αυτοκράτορα το γράμμα του Διζοβούλου, όπου ζητούσε ο Τούρκος Χαγγάνος τη φιλία και τη συμμαχία των Βυζαντινών κατά των απίστων Περσών, κι εμπορική συνεννόηση για τα πλούσια προϊόντα της Κίνας και την ευκολότερή τους διαμετακόμιση (...). Με τη γνωστή βυζαντινή επιφυλακτικότητα, ο βασιλεύς δεν έδωσε αμέσως απάντηση στον Τούρκο πρέσβυ, αλλά μ' ευγένεια του ζήτησε λεπτομέρειες του ταξιδιού του και πληροφορίες για τη χώρα των Τούρκων.
Ο Μανιάχ πρόθυμα περιέγραψε τις περιπέτειες του ερχομού του, τις δυσκολίες που ηύρε, τα χιόνια που συνάντησε, τις λίμνες και τα ποτάμια που πέρασε, τα άγρια βουνά που διαβήκε, αφού και τον Καύκασο αναγκάστηκε να περάσει ως που να φθάσει στο τέρμα της αποστολής του. Κι αφού διηγήθηκε όλες τις ταλαιπωρίες του αυτές κι έδειξε με τι πίστη είχε αναλάβει τους τρομερούς αυτούς κόπους, για να φέρει σε αίσιο τέλος το λαμπρό εκείνο σχέδιο του αφέντη του, θερμά το σύστησε κι αυτός στον αυτοκράτορα και τους λογοθέτες και τους παρακάλεσε σοβαρά να το μελετήσουν πριν αποφασίσουν οτιδήποτε. Ο βασιλεύς τ' άκουσε αυτά, αλλά πάλι καμία απάντηση δεν έδωσε. Εξακολουθούσε μάλιστα να του ζητεί λεπτομέρειες για τη διοίκηση του κράτους των Τούρκων και το στρατό του χαγγάνου. Ο Μανιάχ πρόθυμος πάντα έδινε ό,τι πληροφορίες του ζητούσαν. Εξήγησε τη διοικητική διαίρεση του κράτους, ανάφερε το πλήθος του τουρκικού στρατού, την οργάνωσή του, την παλικαριά του. Επέμενε τονίζοντας το συμφέρον που είχε το Βυζάντιον να συμμαχήσει με τέτοιους πολεμιστές, οι οποίοι ήταν έτοιμοι να καταπολεμήσουν όλους τους εχθρούς των Ελλήνων, όπου κι αν βρίσκουνταν, γιατί τα συμφέροντα των δύο κρατών ήταν κοινά κι η δύναμίς τους μεγάλη Κι αφού είπε όλ' αυτά και άλλα, για να αποδείξει πόσο συμφερτική ήταν η πρότασίς του και πόσο χρήσιμη η συμμαχία, ο Μανιάχ κι οι πρέσβεις σήκωσαν τα χέρια στον ουρανό και ορκίστηκαν".


(Ελευθεροτυπία, 26/3/1995)

 

www.iospress.gr                                          ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ