ΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΙ ΡΟΛΟΙ


Οι κρυφές όψεις του φερετζέ

1. /  2.

 

Οι βεβαιότητες της Δύσης για τον "πόλεμο της μαντίλας" που συγκλονίζει σήμερα τις μεσογειακές χώρες του αραβο-μουσουλμανικού κόσμου συσκοτίζουν για μίαν ακόμη φορά τη θέση των γυναικών σ' αυτές τις κοινωνίες.


Η μαντίλα και τα τανκς


Οταν στις 15 Φεβρουαρίου 8.000 γυναίκες διαδήλωναν στην Αγκυρα εναντίον του κυοφορούμενου νομοσχεδίου για τη νομιμοποίηση της γυναικείας μαντίλας στις δημόσιες υπηρεσίες και τα πανεπιστήμια της Τουρκίας, η ευνοϊκή αντιμετώπισή τους από τα ΜΜΕ διεθνούς εμβέλειας μπορούσε να θεωρηθεί δεδομένη. Το ίδιο και η στάση των -συνήθως όχι και τόσο φεμινιστικών- εγχώριων εντύπων και καναλιών, που δε φαίνεται να διστάζουν στην επιλογή στρατοπέδου μεταξύ στρατηγών και μουλάδων · μόλις δέκα μέρες νωρίτερα, άλλωστε, είχαν σπεύσει να πανηγυρίσουν για την τρομοκρατική βόλτα των τανκς στα ισλαμίζοντα προάστια της τουρκικής πρωτεύουσας. "Οι γυναίκες στα βήματα του Ατατούρκ", ήταν ένας από τους προσφιλέστερους τίτλους των ημερών - θυμίζοντάς μας, έστω κι από σπόντα, κάποιες από τις αντιφάσεις της αντιπαράθεσης ανάμεσα στο πολιτικό Ισλάμ και τη γυναικεία απελευθέρωση στη γειτονική μας χώρα. Αρκεί ν' αφουγκραστούμε στοιχειωδώς το λόγο των δυό στρατοπέδων για ν' ανακαλύψουμε ότι η ουσία του ζητήματος απέχει πολύ από την τρέχουσα μάχη των συμβόλων.

Για τον επίσημο αντιισλαμικό λόγο, όπως αυτός εκφράζεται από τους προασπιστές της κεμαλικής παράδοσης και τις διοργανώτριες του συλλαλητηρίου της 15ης Φεβρουαρίου (Ενωση Σύγχρονων Γυναικών), τα πράγματα είναι απλά: χάρη στις εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του '20 (υποχρεωτική εκπαίδευση των γυναικών το 1924, υιοθέτηση του Ελβετικού Αστικού Κώδικα το 1926) και την παροχή του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες ήδη από το 1934 (δυο δεκαετίες πριν από την Ελλάδα), η Τουρκία έθεσε τις βάσεις για την έξοδο από την καθυστέρηση και μπόρεσε πλέον να θεωρηθεί ισότιμο μέλος της διεθνούς κοινότητας. "Η συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνία, την πολιτική και την οικονομία είναι καθοριστικός δείκτης της επιτυχούς ανάπτυξης της Τουρκίας", περηφανεύεται από την ηλεκτρονική σελίδα του στο Ιντερνετ το Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας. "Μολονότι η τουρκική κοινωνία είναι σε γενικές γραμμές συντηρητικότερη απ' ό,τι η δυτικοευρωπαϊκή ή η αμερικανική, η θέση της γυναίκας και τα γυναικεία προβλήματα παρουσιάζουν εντυπωσιακή ομοιότητα". Ανάμεσα στα επιχειρήματα που επιστρατεύονται για ν' αποδειχτεί του λόγου το αληθές είναι και το ενδυματολογικό: "Οι θυγατέρες πολλών οικογενειών στα αστικά κέντρα ντύνονται με ρούχα που θα μπορούσε κανείς να τα δει στο Παρίσι, τη Ρώμη ή το Λονδίνο" ("Women in contemporary Turkey").
Αναμφισβήτητα μερική και περιορισμένη σε συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα, η εικόνα αυτή επιβλήθηκε για λόγους κρατικής πολιτικής και συντηρείται εν μέρει χάρη στις δρακόντειες προσταγές του νόμου: κατάργηση του φεσιού για τους άντρες και απαγόρευση της παρουσίας του γυναικείου κεφαλόδεσμου σε δημόσιες υπηρεσίες και πανεπιστήμια. Μέτρα που θα τεθούν υπό αμφισβήτηση μόλις την τελευταία δεκαετία, μετά το πραξικόπημα του 1980 και την υπόθαλψη του πολιτικού Ισλάμ ως αντίβαρο στη ριζοσπαστική αριστερά. Στις 7 Μαρτίου 1989, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Τουρκίας κρίνει την αποβολή των μαντιλοφορεμένων φοιτητριών από τα ΑΕΙ παράνομη κι αντίθετη στα ανθρώπινα δικαιώματα · νεότερη απόφασή του, ύστερα από δημόσια αντίδραση της στρατιωτικής ηγεσίας, παραπέμπει το ζήτημα στους πρυτάνεις και τους επιμέρους κανονισμούς των Σχολών. Εφόσον αρνούνται να βγάλουν τη μαντίλα, οι απόφοιτες δεν είναι βέβαια δυνατό να προσληφθούν σε δημόσιες υπηρεσίες · προς το παρόν το κενό καλύπτεται από τους δήμους που βρίσκονται στα χέρια των ισλαμιστών, όμως η πίεση της οργανωμένης γυναικείας βάσης του Κόμματος Ευημερίας για το άνοιγμα του δημόσιου τομέα δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Στις 28 Ιανουαρίου, στελέχη της κυβέρνησης Ερμπακάν διοχέτευσαν στον τύπο την πληροφορία ότι επίκειται νομοθετική ρύθμιση του θέματος. Οσα ακολούθησαν είναι γνωστά - και το επίμαχο νομοσχέδιο παραπέμφθηκε σιωπηρά στις καλένδες.
Η στήριξη του επίσημου τουρκικού αντιισλαμισμού στο σκληρό πυρήνα του κράτους αλλά και η προσπάθεια νομιμοποίησής του στη βάση της κρατικής συνέχειας (κι όχι ενός λόγου που αναφέρεται στα γυναικεία δικαιώματα αυτά καθεαυτά) δεν διαφεύγει ούτε από τα ρεπορτάζ των δυτικών εκείνων ΜΜΕ που έχουν ολόψυχα αποδυθεί στο κυνήγι των επίδοξων νέων Χομεϊνί. Το ίδιο και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του: "Μπροστά μου έχω τρείς νέες τουρκάλες, μια ξανθιά και δυό καστανές, όμορφες, κομψές, πολύ διαφορετικές, με την ίδια αποφασισμένη και ξεκάθαρη όψη", διαβάζουμε σε ρεπορτάζ της Ζοζέτ Αλιά, που ειδικεύεται στο θέμα ("Turquie: le front laique", Le Nouvel Observateur 22/9/94). "Αστές; Ναι, όμως αστές δραστήριες, που δουλεύουν και κερδίζουν, μάλλον καλά, τη ζωή τους". Η αντίδρασή τους απέναντι στην πρώτη εκλογική νίκη του Ρεφάχ, στις δημοτικές εκλογές του 1994, είναι εξίσου χαρακτηριστική: "Οταν είδα τούτους τους τρελούς να ουρλιάζουν, με τους αφρούς στο στόμα, έστειλα στον αρχηγό του ΓΕΕΘΑ ένα φαξ λέγοντάς του: `Ηρθε η ώρα να εκπληρώσετε το χρέος σας προς τις μητέρες και τις αδελφές σας. Σώστε μας. Απαλλάξτε μας απ' αυτούς τους φανατικούς, αλλιώς θα βγούμε στους δρόμους'. Μου απάντησε, τρεις μέρες αργότερα, ότι είναι περήφανος που η χώρα μας έχει γυναίκες τόσο γενναίες"...

Στην άλλη πλευρά του γηπέδου, η "Οργάνωση Κυριών" του Κόμματος Ευημερίας αποτελεί την αιχμή του δόρατος του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία. Δεν πρόκειται μονάχα για "καθυστερημένες" κι αγράμματες χωρικές, που ο πόλεμος του Κουρδιστάν κι η αγροτική έξοδος ξέβρασαν στις αφιλόξενες περιμέτρους των μεγαλουπόλεων. Συχνά πρόκειται για γυναίκες με μόρφωση πανεπιστημιακού επιπέδου, εκπροσώπους μιας ολόκληρης γενιάς που συγκροτήθηκε πολιτικά στις δεκαετίες του '70 και του '80. Καταγγέλλουν την απαγόρευση του κεφαλόδεσμου στις δημόσιες υπηρεσίες σαν "επαγγελματικό αποκλεισμό" - χρεώνοντάς της και την απουσία γυναικών από τους συνδυασμούς του κόμματός τους, μια και ο κανονισμός της Βουλής δεν επιτρέπει βουλευτίνες με μαντίλα. Σύμφωνα με τη δική τους οπτική, το σκέπασμα της κεφαλής ισοδυναμεί με "απελευθέρωση" της πιστής μουσουλμάνας, επιτρέποντας την είσοδό της στη δημόσια ζωή.
Ενα πρόσφατο ρεπορτάζ για τις "πεζικάριες του Ρεφάχ" (Turkish Daily News, 11/1/97) μας προσφέρει κάποιες γλαφυρές -κι εν μέρει απροσδόκητες- πτυχές αυτής της γυναικείας `χειραφέτησης' μέσα στους μηχανισμούς ενός κόμματος που υπόσχεται το ακριβώς αντίθετο -τον περιορισμό των γυναικών στην ιδιωτική σφαίρα. Επικεφαλής της γυναικείας οργάνωσης του κόμματος στο Καρτάλ, προάστιο της Κωσταντινούπολης στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου, η Μουταχέρ Γιλντίζ "όλη την ημέρα βρίσκεται στους δρόμους για το κόμμα: επισκέπτεται τους αρρώστους, μετέχει σε τέϊα, διανέμει φυλλάδια, ζυμώνει καινούρια μέλη. Μονάχα η Παρασκευή, η ισλαμική αργία, αφιερώνεται στην οικογένειά της. `Κάποιες φορές ο άντρας μου θα 'θέλε να φάμε μαζί πρωινό ή δείπνο, αυτό όμως δε γίνεται πάντα', λέει. `Είναι αναγκαίο να κάνει κανείς θυσίες για την κοινωνία. Ο άντρας της, ένας οδηγός λεωφορείου με εξίσου μεγάλο ωράριο, δεν είναι αντίθετος με τις πολιτικές δραστηριότητες της γυναίκας του. Βοηθά ακόμα και στο νοικοκυριό. 'Καμιά φορά βρίσκω το τραπέζι στρωμένο, όταν γυρίζω σπίτι', λέει η Μουταχέρ Γιλντίζ, σχεδόν έκπληκτη κι η ίδια απ' αυτό". Οσο για τις οικογενειακές κρίσεις που δημιουργούνται σε περισσότερο παραδοσιακά νοικοκυριά, εκεί -μας πληροφορεί το ρεπορτάζ- αναλαμβάνει να `καθαρίσει' το ίδιο το κόμμα: "Συνήθως βοηθά μιά κουβέντα του τοπικού ηγέτη του Ρεφάχ με τον εξαγριωμένο σύζυγο. Τότε κι αυτός καταλαβαίνει πως κι οι γυναίκες πρέπει 'να βγουν κι αυτές απ' το καβούκι τους', όπως λέει η Γιλντίζ".

Μη φανταστεί πάντως κανείς ότι αυτός ο ανορθόδοξος "φεμινισμός" δεν έχει κι αυτός τα όριά του. Οταν κάποιες αρθρογράφοι της ισλαμικής "Ζαμάν" άρχισαν στις αρχές της δεκαετίας μας να διατυπώνουν υπερβολικά προχωρημένες απόψεις, η γυναικεία στήλη της εφημερίδας καταργήθηκε. Εξίσου εύγλωττη ήταν η απουσία των ισλαμιστριών από τις κινητοποιήσεις των τελευταίων χρόνων ενάντια στην κακοποίηση των γυναικών. Και, φυσικά, η ουσία του προβλήματος βρίσκεται αλλού - στο γεγονός λχ ότι ο ισχύων Αστικός Κώδικας, προοδευτικότατος την εποχή που θεσπίστηκε, δεν μπορεί να θεωρηθεί το ίδιο σήμερα. "Υπάρχει άμεση σχέση ανάμεσα στην πάλη κατά του Ρεφάχ και τον αγώνα για μια νέα μεταρρύθμιση του αστικού κώδικα", υποστηρίζει η Σιρίν Τεκελί, πρώην πανεπιστημιακός και ίσως η γνωστότερη φεμινίστρια της χώρας ("Turkish women and the Welfare Party", M.E.R. 4-6/96). Οσο για τις μαντίλες, τίθεται ενάντια σε κάθε ενδυματολογική απαγόρευση: "Το δικαίωμα στην εκπαίδευση, το πιο ιερό δικαίωμα των γυναικών, δεν πρέπει να φαλκιδεύεται μ' αυτό τον τρόπο".


Βολικές δολοφονίες

"Πόλεμος του χιτζάμπ" ονομάστηκε από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης η εμφύλια διαμάχη που συγκλονίζει τα τελευταία χρόνια την Αλγερία. Αποδεχόμενοι χωρίς ενδοιασμούς τα κλισέ που προτείνονται συχνά και από μερίδα των ίδιων των Αλγερινών, ανδρών και γυναικών, οι δυτικοί αναλυτές του αλγερινού προβλήματος μοιάζουν σίγουροι ότι αυτό που συμβαίνει σήμερα στη συγκεκριμένη μεσογειακή χώρα μπορεί να συμπυκνωθεί σε μία και μοναδική εικόνα-σύμβολο της πραγματικότητας: την εικόνα των βιασμένων και άγρια δολοφονημένων γυναικών που "τιμωρούνται" από τους ισλαμιστές επειδή αρνήθηκαν να υιοθετήσουν τον παραδοσιακό τρόπο ένδυσης.
Καθώς όμως οι εικόνες σπάνια είναι σε θέση να υποκαταστήσουν την αναλυτική προσέγγιση ενός φαινομένου, οι εξελίξεις στην Αλγερία είναι πολύ διαφορετικές -ή, εν πάση περιπτώσει, περισσότερο πολύπλοκες- από ό,τι υπαινίσσεται το απλοϊκό αυτό σχήμα. Πίσω από την τρέχουσα ερμηνεία της αλγερινής κοινωνίας κρύβεται η βεβαιότητα ότι η εμφάνιση των ισλαμιστών επιδείνωσε δραστικά τη θέση των γυναικών επιβάλλοντας με την πιο ωμή βία στοιχεία ξένα προς τα ήθη μιας χώρας παραδοσιακά ανεκτικής προς τις γυναίκες και τα αιτήματά τους. Η πεποίθηση αυτή ενισχύεται ασφαλώς από τη στάση γυναικών που ασκούν σήμερα πολιτική στην Αλγερία και δεν κουράζονται να επαναλαμβάνουν ότι οι ισλαμιστές έχουν περίπου βαλθεί να εξολοθρεύσουν τον γυναικείο πληθυσμό της χώρας. Ας περιοριστούμε σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: "Το Σύνταγμα προβλέπει τα ίδια αδιακρίτως δικαιώματα σε γυναίκες και άνδρες. Αλλά οι τρομοκρατικές θρησκευτικές ομάδες προσπαθούν να χτυπήσουν τις κατακτήσεις των γυναικών, ζητώντας την επιστροφή της γυναίκας στο σπίτι", δήλωνε προ καιρού στην "Ε" η Σαϊντα Μπενχάμπιλε, πρόεδρος του Κινήματος Γυναικών Αλγερίας, υπουργός Διεθνούς Αλληλεγγύης και πρόεδρος του Ιδρύματος Αλληλεγγύνης προς τις οικογένειες των θυμάτων τρομοκρατίας (18.2.95). "Τετρακόσιες γυναίκες από 9-94 χρόνων δολοφονήθηκαν από τους φανατικούς ισλαμιστές. Στα εννιάχρονα κοριτσάκια φέρονται έτσι γιατί αρνούνται να φορέσουν τσαντόρ, ενώ τις ενήλικες τις καταδικάζουν σε θάνατο με το πρόσχημα ότι υπερασπίζονται τη δημοκρατία", κατήγγελλε η ίδια κατά την επίσκεψή της στην Ελλάδα όπου ήρθε προσκαλεσμένη από την Επιτροπή Διακομματικής Συνεργασίας Γυναικών (8.6.95).
Είναι ωστόσο τα φρικτά αυτά εγκλήματα σε θέση να αποτελέσουν το κλειδί της ερμηνείας των εξελίξεων στην Αλγερία; Η μήπως οι γυναίκες, αυτή τη φορά ως θύματα, γίνονται πάλι αντικείμενο μιας πολιτικής χρήσης που ελάχιστα ενδιαφέρεται για τις ίδιες αλλά αποσκοπεί στα οφέλη που μπορεί να αποκομίσει από την εκμετάλλευσή τους; Γιατί, σε αντίθεση με την κυρίαρχη αντίληψη, στην Αλγερία οι γυναίκες δεν υπήρξαν και τόσο "ισότιμες" όσο ισχυρίζονται οι μυθοποιητικές αναγνώσεις του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Και από την εποχή της Ανεξαρτησίας (1962) έως σήμερα οι κατακτήσεις τους στάθηκαν δύσκολες και λιγοστές. Παρά την πολύτιμη συμβολή τους στον αγώνα, οι Αλγερινές δεν βελτίωσαν και πολύ τις συνθήκες της ζωής τους μετά τον πόλεμο. Οχι επειδή υπήρξε κάποιο "φεμινιστικό" πρόγραμμα που αργότερα εγκαταλείφθηκε. Οι συνθήκες συγκρότησης του αλγερινού εθνικισμού δεν επέτρεπαν την υιοθέτηση ενός σχεδίου "απελευθέρωσης των γυναικών", το οποίο θα θύμιζε τις ύποπτες "αποικιοκρατικές δυτικές αξίες". Συμμετέχοντας στον αγώνα, οι Αλγερινές είχαν αποδεχθεί ότι κάθε νύξη για τα ιδιαίτερα γυναικεία τους αιτήματα παρέπεμπε στις εσωτερικές διαιρέσεις ενός έθνους που έπρεπε να εμφανίζεται ενιαίο.
Τα χρόνια που ακολούθησαν δεν έφεραν δραστικές αλλαγές. Η αντιμετώπιση των γυναικών ως εξαρτημάτων των οικογενειών τους στην επαρχία, αλλά και η μεγάλη θεσμική και οικονομική ανισότητα που γνώριζαν οι εργαζόμενες των αστικών κέντρων οδήγησαν στις πρώτες οργανωμένες γυναικείες διαμαρτυρίες της δεκαετίας του '70. Χαρακτηριστική στιγμή αποτελεί η ψήφιση το 1984 του Οικογενειακού Κώδικα που εκκρεμούσε από την επομένη της Ανεξαρτησίας. Υστερα από συζήτηση, κατά την οποία αρκετοί βουλευτές βρέθηκαν να αντιδικούν για το μήκος της βέργας με την οποία πρέπει να δέρνει ο άνδρας τη γυναίκα του, η Εθνική Αντιπροσωπεία κατέληξε σε ένα εξαιρετικά αντιδραστικό νομοθέτημα, το οποίο φρόντιζε να σεβαστεί όλες τις δυνατές παραδοσιακές αντιλήψεις για το ρόλο των γυναικών στην οικογένεια: διατηρούσε με κάποιους περιορισμούς την πολυγαμία, απαγόρευε στις γυναίκες να παντρευτούν μη μουσουλμάνο, τις έθετε υπό συζυγική επιτροπεία κ.ο.κ. Κυρίως όμως με το περίφημο άρθρο 62 καθόριζε το διαζύγιο έτσι ώστε να το καθιστά περίπου αδύνατο για τις γυναίκες, επιτρέποντας στο σύζυγο να πετάξει κυριολεκτικά στο δρόμο τη γυναίκα και τα παιδιά του. Η ρύθμιση αυτή, η οποία δημιούργησε σύντομα στρατιά άστεγων γυναικών, δεν φάνηκε να συγκινεί τότε τους πολιτικούς των κομμάτων που κόπτονται σήμερα για τις γυναίκες. Ισως γιατί, όπως πιστεύει η κοινωνιολόγος Μονίκ Γκαντάν, η βία κατά των γυναικών υπήρξε πάντοτε νόμιμη στην πατριαρχική αλγερινή κοινωνία. Εξάλλου και οι ίδιοι οι πολιτικοί δεν κάνουν χρήση των τόσο ευνοϊκών για τους άνδρες διατάξεων του Οικογενειακού Κώδικα;
Στο κλίμα αυτό, οι φιλογυνικές κορώνες εκείνων που βρίσκονται σήμερα στην εξουσία είναι μάλλον υποκριτικές. Αλλά και κάποιες από τις γυναικείες οργανώσεις που διατηρούν στενές σχέσεις με το καθεστώς δείχνουν να αγνοούν τα άπειρα προβλήματα ανισοτιμίας που αντιμετωπίζουν οι ομόφυλές τους και περιορίζονται στην καταγγελία του ισλαμικού κινδύνου. Ετσι, δεν είχε και πολύ άδικο η Σελίμα Γκεζαλί, όταν έγραφε στον Nouvel Observateur: "Οι δολοφονίες γυναικών βολεύουν τους πάντες. Οι ισλαμιστές αποθαρρύνουν όσους τους αντιτίθενται και η κυβέρνηση μετατρέπει τα πτώματα σε θέαμα για να πουλήσει την πολιτική της" (Μάιος '95).


Η δυτική μάχη του "χιτζάμπ"

Η απόφαση ορισμένων διευθυντών γαλλικών λυκείων να αποβάλουν από το σχολείο τις μουσουλμάνες μαθήτριες που φορούν ισλαμική μαντίλα έχει θέσει τη γαλλική κοινωνία μπροστά σε έναν δυσεπίλυτο γρίφο: αν για τις "άλλες" -τις "μη δυτικές"- κοινωνίες το ζήτημα λύνεται με τη συνήθεις απλουστεύσεις περί καταπίεσης των γυναικών από το "βάρβαρο ισλάμ", τι γίνεται όταν το πρόβλημα χτυπά τη δική μας πόρτα; Σπανίως ένα θέμα απασχόλησε -και δίχασε- τόσο πολύ τις αρμόδιες αρχές, τα ΜΜΕ και τους πάσης φύσεως διανοούμενους όσο αυτό των μικρών κοριτσιών που διώχνονται από το σχολείο τους επειδή εμφανίζονται με την παραδοσιακή ισλαμική μαντίλα. Γιατί τα πράγματα δεν είναι απλά: από τη μια μεριά προβάλλεται το προφανές ατομικό δικαίωμα στην επιλογή του τρόπου ένδυσης, από την άλλη υπογραμμίζεται η ανάγκη προάσπισης του γαλλικού δημόσιου σχολείου που, βασισμένο στις αρχές της γαλλικής επανάστασης, αρνείται κάθε θρησκευτική εκδήλωση ή επιρροή.
Επιχειρώντας να λύσει το γρίφο, η αραβικής καταγωγής Γκαϊς Ζασέρ τονίζει ότι το ζήτημα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένας διπλός αποκλεισμός που επιβάλλεται στις μικρές μαθήτριες με το μαντίλι: ο πρώτος (το μαντίλι) τις απομονώνει ως γυναίκες, ο δεύτερος (η απαγόρευση να το φοράνε) τις απομακρύνει από τη δημόσια εκπαίδευση. Με την έννοια αυτή, η μόνη θέση που της φαίνεται ικανοποιητική είναι εκείνη που καταδικάζει τη μαντίλα ως σύμβολο της γυναικείας καταπίεσης, αλλά ταυτόχρονα επιτρέπει στα κορίτσια να εμφανίζονται στο σχολείο με καλυμμένα τα κεφάλια. "Η αναβίωση του καλύμματος των γυναικών σε ορισμένα σημεία του αραβο-μουσουλμανικού κόσμου έχει τις ρίζες της στις αιωνόβιες πρακτικές καταπίεσης που επανέρχονται δυναμικά κάθε φορά που οι γυναίκες επιτυγχάνουν να βελτιώσουν την κοινωνική και πολιτική τους θέση", υποστηρίζει η Γκαϊς Ζασέρ. "Η υπόθεση όμως της μαντίλας, όπως τίθεται στη Γαλλία, είναι μεταξύ άλλων η συνέπεια -ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία- μιας διαρκούς εχθρότητας ανάμεσα στη Δύση και τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο. Μιας εχθρότητας που, ανάλογα με τις οικονομικές και πολιτικές κρίσεις της στιγμής, αποκτά διαφορετική ένταση και ποικίλους τόνους. Ετσι, μπορεί κανείς να πεί ότι η μαντίλα, εκτός από το ότι αποτελεί ένα κακό καθεαυτό, χρησιμεύει και σε ένα δεύτερο κακό, αφού στη Γαλλία προσφέρει την πρόφαση για εκδηλώσεις ξενόφοβες και ρατσιστικές".

(Ελευθεροτυπία, 9/3/1997)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ