ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΟΦΡΙ


Η τυχαία καταδίκη ενός αθώου 

1.   2.   3. 

 

Τα "μολυβένια χρόνια" δεν έχουν ακόμα περάσει για την ιταλική δικαιοσύνη. Κάποιοι μηχανισμοί εξακολουθούν να εκδικούνται με βαριές καταδίκες όσους συμμετείχαν στο πολιτικό κίνημα του "θερμού φθινοπώρου", έστω κι αν δεν υπάρχουν εις βάρος τους επιβαρυντικά στοιχεία.

 
Η διαρκής πάλη των Ιταλών δικαστών

Η υπόθεση της έκδοσης του Ενρίκο Μπιάνκο στην Ιταλία υποχρέωσε και τις ελληνικές δικαστικές αρχές να ρίξουν την προσοχή τους στις συνθήκες απονομής δικαιοσύνης της γειτονικής χώρας, και ειδικότερα στην αντιμετώπιση των εκκρεμοτήτων που άφησαν πίσω τους τα σκοτεινά "μολυβένια χρόνια" της δεκαετίας του '70.
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι ασφαλώς η υπόθεση του Αντριάνο Σόφρι και των δυο συντρόφων του, η οποία, ένα χρόνο μετά την τελεσίδικη κατάληξή της, εξακολουθεί να διχάζει την Ιταλία. Τον Ιανουάριο του 1997, μετά από μια σειρά επτά δικών που διάρκεσαν εννιά χρόνια, ο Αντριάνο Σόφρι, ο Οβίντιο Μπομπρέσι και ο Τζόρτζιο Πιετροστέφανι κρίθηκαν οριστικά ένοχοι για τη δολοφονία του αστυνομικού επιθεωρητή Λουίτζι Καλαμπρέζι το Μάιο του 1972 και καταδικάστηκαν σε 22 χρόνια κάθειρξη.
Μια εκστρατεία πανεθνικής κλίμακας έχει ξεκινήσει στην Ιταλία με επίκεντρο το κίνημα Liberi Liberi, στο οποίο συμμετέχουν υποστηρικτές των ατομικών δικαιωμάτων από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Μια μεγάλη διαδήλωση 10.000 ατόμων οργανώθηκε έξω από τις φυλακές Ντον Μπόσκο της Πίζας για συμπαράσταση στους τρεις φυλακισμένους. Ανάμεσα στους πολλούς επώνυμους συμπαραστάτες ξεχωρίζει ο ηγέτης του κόμματος των Πρασίνων Λουίτζι Μανκόνι, ο Ντανιέλ Κον Μπεντίτ, ο Ντάριο Φο, ο ιστορικός Κάρλο Γκίνζμπουργκ και ο τραγουδιστής Αντριάνο Τσελεντάνο. "Αυτή η καταδίκη είναι εντελώς τρελή. Χάθηκε κάθε έννοια δικαιοσύνης", θα πεί ο Φο. Και ο Μανκόνι θα συμπληρώσει: "Εγινε αδικία. Μ' αυτή την καταδίκη καταστράφηκε ανεπανόρθωτα ένα μέρος της γενιάς μας, της ζωής μας, των συναισθημάτων μας και των ιδεών μας."
Η ιστορία ξεκινά στις 12 Δεκεμβρίου 1969, με την έκρηξη μιας ισχυρής βόμβας στην Αγροτική Τράπεζα στο κέντρο του Μιλάνου. Αυτή η έκρηξη στην Πιάτσα Φοντάνα είχε σχεδιαστεί έτσι ώστε να προκαλέσει όσο γίνεται περισσότερα θύματα. Τελικά σκοτώθηκαν 16 πολίτες και τραυματίστηκαν 88. Αυτό το τυφλό τρομοκρατικό χτύπημα ήταν το πρώτο σε μια σειρά οκτώ βομβιστικών επιθέσεων που κατέληξαν το 1984 στην ανατίναξη ενός τρένου κοντά στη Φλωρεντία, που στοίχισε τη ζωή σε 15 επιβάτες. Η γνωστότερη -και πιο φρικιαστική- απ' αυτές τις επιθέσεις είναι η έκρηξη στο σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολόνια, τον Αύγουστο του 1980, με 85 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Ολες αυτές οι τρομοκρατικές ενέργειες συγκρότησαν τη "στρατηγική της έντασης" στην Ιταλία και υποτίθεται ότι αποτέλεσαν το ακροδεξιό αντιστάθμισμα στην ένοπλη δράση των αριστερών οργανώσεων.
Μέχρι σήμερα δεν έχουν διαλευκανθεί πλήρως οι υποθέσεις αυτές. Οι δράστες, για παράδειγμα, της έκρηξης στην Μπολόνια παραμένουν "άγνωστοι". Εχουν, όμως, από καιρό αποκαλυφθεί οι διασυνδέσεις ακροδεξιών ομάδων στα σώματα ασφαλείας και το στρατό με φασιστικές τρομοκρατικές οργανώσεις και έχει τεκμηριωθεί η καθοδήγηση της δράσης τους από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες. Από τη διαπλοκή αυτή δεν έλειψε, φυσικά, η μαφία, αλλά και το Βατικανό. Ηταν η εποχή που το κυρίαρχο τμήμα ιταλικής πολιτικής τάξης θεωρούσε την ενίσχυση των φασιστικών συμμοριών ως μοναδικό αντίδοτο στο απειλούμενο "αριστερό άνοιγμα", την apertura sinistra.
Η έκρηξη στην Πιάτσα Φοντάνα του Μιλάνου οργανώθηκε ως απάντηση στο "θερμό φθινόπωρο" της λαϊκής εξέγερσης στην Ιταλία εκείνο το χρόνο. Η αστυνομία έσπευσε να στρέψει τις υποψίες στην άκρα αριστερά. Συνέλαβε αμέσως ως υπόπτους μερικούς αναρχικούς της πόλης, κι ανάμεσά τους τον Τζουζέπε (Πίνο) Πινέλι, εργάτη των σιδηροδρόμων. Επί τρεις μέρες ο Πινέλι ανακρινόταν στα κεντρικά γραφεία της Ασφάλειας του Μιλάνου. Τα μεσάνυχτα της 15ης Δεκεμβρίου 1969 είδαν το σώμα του να πέφτει απ' το παράθυρο του τρίτου ορόφου. Ο Πινέλι βρέθηκε νεκρός από έναν δημοσιογράφο στην αυλή της Ασφάλειας. Κανείς ποτέ δεν πείσθηκε από την απίσημη εκδοχή περί "αυτοκτονίας", αλλά και κανείς ποτέ δεν καταδικάστηκε γι' αυτή την υπόθεση, παρά τις αναρίθμητες εντολές για δικαστική εκκαθάρισή της.
Την ανάκριση του Πινέλι είχε αναλάβει ο ίδιος ο επιθεωρητής Καλαμπρέζι, επικεφαλής άλλων πέντε αστυνομικών. Από την πρώτη στιγμή ο Καλαμπρέζι θεωρήθηκε υπέυθυνος για την "αυτοκτονία". Ο επιθεωρητής ανήκε στο ισχυρό παρακράτος της εποχής και διατηρούσε δεσμούς με αξιωματικούς του στρατού που καλόβλεπαν τη "λύση" του πραξικοπήματος. Σ' ολόκληρο τον Τύπο της ριζοσπαστικής αριστεράς ο Καλαμπρέζι αναδείχθηκε ως επίσημος δολοφόνος του Πινέλι. Στην εφημερίδα Lotta Continua (Διαρκής Πάλη) της ομώνυμης οργάνωσης, ο νεαρός διευθυντής της Σόφρι αρθρογράφησε κατά του Καλαμπρέζι, περιγράφοντάς τον ως φασίστα και δολοφόνο. Το πρωί της 17ης Μαϊου 1972 κάποιος άγνωστος δολοφόνησε τον Καλαμπρέζι. Η Lotta Continua χαρακτήρισε τη δολοφονία ως "μια ενέργεια στην οποία οι εκμεταλλευόμενοι διαπιστώνουν ότι αποδόθηκε δικαιοσύνη". Κάποιοι κατηγόρησαν τότε την εφημερίδα ότι παρότρυνε τους υποψήφιους δολοφόνους. Η δολοφονία του Καλαμπρέζε έμεινε τότε ανεξιχνίαστη, όπως και ο θάνατος του Πινέλι.
Δεκαέξι χρόνια αργότερα παρουσιάστηκε ως "μεταμελημένος" ένα παλιό μέλος της οργάνωσης, ο Λεονάρντο Μαρίνο και υποστήριξε ότι υπήρξε ο οδηγός του αυτοκινήτου των δολοφόνων του Καλαμπρέζι. Ως ηθικούς αυτουργούς κατάγγειλε τους ηγέτες της οργάνωσης Αντριάνο Σόφρι και Τζόρτζιο Πιετροστέφανι και ως εκτελεστή τον Οβίντιο Μπομπρέσι. Οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες "ομολόγησε" ο Μαρίνο έχουν μείνει ακόμα και σήμερα αδιευκρίνιστες. Αποδείχθηκε μόνο ότι βρισκόταν σε συνεννόηση-διαπραγμάτευση με την αστυνομία αρκετές βδομάδες πριν πάρει την τελική του απόφαση να "μεταμεληθεί". Οι μοναδικές "αποδείξεις" εις βάρος των τριών ανδρών έμειναν μέχρι τέλους του δικαστικού τους μαραθώνιου η κατάθεση του Μαρίνο και τα άρθρα της Lotta Continua.
Η μαρτυρία του Μαρίνο αποδείχθηκε συρραφή ανακριβειών. Κατέθεσε ότι το Fiat 125 που χρησιμοποιήθηκε στη δολοφονία είχε χρώμα μπεζ, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μπλε. Περιέγραψε ως μαυρομάλλη έναν ξανθό "συνεργό" του. Εκανε λάθος στην περιγραφή της διαφυγής των δολοφόνων. Υποστήριξε ότι ο Πιετροστέφανι ήταν παρών όταν έλαβε την εντολή από τον Σόφρι να εκτελέσει τον Καλαμπρέζι. Στις δίκες αποδείχθηκε ότι ο Πιετροστέφανι βρισκόταν κάπου αλλού. Ομως τίποτα από όλα αυτά δεν στάθηκαν ικανά να αποτρέψουν τη βαρειά καταδίκη. Χρειάστηκαν, μάλιστα, επανειλημμένες συνεδριάσεις του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου για να επικυρωθεί η πρωτοφανής ποινή.
Για ποιο λόγο συνάντησαν αυτή τη σκληρή αντιμετώπιση από την ιταλική δικαιοσύνη ο Σόφρι και οι σύντροφοί του; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Οποιος επιχειρήσει να δώσει μια ερμηνεία πρέπει να συνυπολογίσει ότι η καταδίκη των στελεχών της Λότα Κοντίνουα ισοδυναμεί με την ποινικοποίηση της δράσης της ριζοσπαστικής αριστεράς τριάντα χρόνια μετά την άνθηση των μαζικότερων οργανώσεών της. Και είναι μια πραγματική ειρωνεία για το σύγχρονο κράτος δικαίου, τη στιγμή που τα ηγετικά στελέχη των Ερυθρών ταξιαρχιών έχουν ήδη πάρει το δρόμο για το σπίτι τους, να κλείνονται στη φυλακή με βαριές καταδίκες εκείνα τα στελέχη του αριστερού κινήματος που αντέδρασαν στη λογική της ένοπλης πάλης και πολύ περισσότερο της ατομικής τρομοκρατίας.
Η υπόθεση Σόφρι είναι ίσως το πιο σαφές παράδειγμα της δυσκολίας που αντιμετωπίζει το ιταλικό πολιτικό καθεστώς να ξεπεράσει με πολιτκούς όρους τις αντιθέσεις που εκδηλώθηκαν εκείνη την ταραγμένη δεκαετία. Η ανάδειξη του δικαστικού κλάδου σε κυρίαρχο μηχανισμό συγκρότησης της νέας πολιτικής τάξης -μετά την επιτυχημένη επιχείρηση "καθαρά χέρια"- δεν διευκολύνει τη νομική εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων και παρεμποδίζει τη λύση της γενικής αμνηστίας. Ας μην ξεχνάμε ότι ένας απ' τους δυο δικαστές του Μιλάνου που ξεκίνησαν την επιχείρηση "mani punite" κατά της πολιτικής διαφθοράς ήταν ο Τζεράρντο Ντ'Αμπρόζιο, ο ίδιος που αποφάνθηκε υπέρ της καταδίκης των τριών.
Αυτή η υπεραυτονόμηση του δικαστικού μηχανισμού, σε συνδυασμό με τη διατήρηση σε ισχύ όλων των νόμων "έκτακτης ανάγκης" που ψηφίστηκαν εκείνη την περίοδο, δημιουργεί ένα πραγματικό δημοκρατικό έλλειμμα, το οποίο δεν είναι δυνατόν να ξεπεραστεί, παρά μόνο με σημαντικές πολιτικές πρωτοβουλίες, όπως η γενική αμνηστία.
Αυτή την κατάσταση είχε κατά νου ο Ενρίκο Μπιάνκο, όταν ζητούσε από το κελί του στον Κορυδαλλό να του χορηγηθεί πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα. Και όσοι υποστήριξαν από την πρώτη στιγμή την υποχρέωση της χώρας μας να αρνηθεί την έκδοσή του στην Ιταλία είχαν ακριβώς υπόψη τους αυτή τη μεγάλη πολιτική εκκρεμότητα που υποχρεώνει τη γειτονική χώρα να διατηρεί ακόμα στις φυλακές τις πολιτικούς κρατούμενους.

(Ελευθεροτυπία, 18/1/1998)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ