ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΣΤΙΣ ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ


Τα μυστικά του αγκυλωτού στρατού 

1.   2.   3. 

 

Ξαφνιάστηκαν οι Γερμανοί που έμαθαν ότι υπάρχουν φασιστικοί θύλακοι στο στρατό τους. Εξίσου είχαν εκπλαγεί και οι Αμερικάνοι όταν ανακάλυψαν πρόπερσι τη δύναμη των παραστρατιωτικών "λευκών πατριωτών". Κι εμείς εδώ στην Ελλάδα καταγγέλλουμε ακόμα τα "σταγονίδια", τριάντα χρόνια μετά τη γέννησή τους.

 

ΒΕΡΜΑΧΤ-ΜΠΟΥΝΤΕΣΒΕΡ
Απ' τον παππού στον εγγονό

Οι πληροφορίες για τους νεοναζιστικούς πυρήνες που δρουν, συχνά ανενόχλητοι, στις γραμμές του γερμανικού στρατού έχουν πάρει τον τελευταίο καιρό μορφή χιονοστιβάδας. Οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη και ο διεθνής Τύπος ασχολείται όλο και συχνότερα με το ζήτημα. Αντιμετωπίζοντας, ωστόσο, τις φασιστικές εκδηλώσεις ως στιγμιαία -και γαργαλιστικά- σκάνδαλα, η σχετική ειδησεογραφία αποσιωπά συνήθως την ευρύτατη διάχυσή τους στο γερμανικό στράτευμα και αποφεύγει κάθε ερμηνεία για τους μηχανισμούς που επιτρέπουν την εμφάνιση και αναπαραγωγή φαινομένων αυτού του τύπου.
Η απλή μνεία των αριθμών ανατρέπει ήδη την εντύπωση περί "μεμονωμένων και θλιβερών επεισοδίων": το 1997, τουλάχιστον 222 στρατιώτες συνελήφθησαν επ' αυτοφώρω να συμμετέχουν σε ναζιστικές τελετές, ενώ ο επίσημος απολογισμός της ίδιας χρονιάς μιλά για 171 "φιλοναζιστικά συμβάντα" στο πλαίσιο του στρατεύματος. Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν στον γερμανικό Τύπο, οι ειδικές υπηρεσίες της Μπούντεσβερ έχουν καταγράψει 760 περιστατικά, ενώ προτείνουν την παρακολούθηση 138 στρατιωτών που συνδέονται με ακροδεξιές οργανώσεις. Τα δεδομένα αυτά αποδεικνύουν πόσο απατηλή είναι η αποσπασματική εικόνα που διοχετεύεται συστηματικά από τα μέσα ενημέρωσης, επιτρέποντας στον γερμανό υπουργό Αμυνας Φόλκερ Ρίε να επανέρχεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα στην πάγια θέση του ότι δεν υπάρχει η παραμικρή ακροδεξιά διείσδυση στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας.
Οπως πάντως υποδεικνύουν τόσο οι αριθμοί όσο και η απροθυμία των αρμοδίων να μιλήσουν ανοιχτά για το θέμα-ταμπού, ένα πλήρες χρονικό των νεοναζιστικών "εξάρσεων" στις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις ήταν και παραμένει ανέφικτο. Αποσπασματικές ψηφίδες ενός ανολοκλήρωτου μωσαϊκού, τα γεγονότα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας αποδεικνύουν όμως ότι τα πράγματα είναι πολύ σοβαρότερα απ' ό,τι συνήθως παρουσιάζονται. Θυμίζουμε ενδεικτικά ορισμένα περιστατικά από κατάλογο που δημοσίευσε το αριστερό περιοδικό Jungle World ( 17/12/97):
* 1990: Στη βαυαρική Αλτενσταντ, όπου βρίσκεται στρατόπεδο εκπαίδευσης αλεξιπτωτιστών, στρατιώτες γυρίζουν στην πτέρυγα των υπαξιωματικών ένα βίντεο, στο οποίο ποζάρουν με φόντο ναζιστικά εμβλήματα. Τα επόμενα χρόνια, στο ίδιο στρατόπεδο οργανώνονται συστηματικά βραδιές κατά τις οποίες ξεθάβονται ναζιστικές σημαίες και τραγουδιούνται ναζιστικά θούρια. Βασική ετήσια αφορμή για τις συγκεντρώσεις αυτές η 20ή Μαϊου, ημέρα της επίθεσης των γερμανών αλεξιπτωτιστών στην Κρήτη, αλλά και η 20ή Απριλίου, ημέρα των γενεθλίων του Φίρερ.
* 1992: Στη Σχολή Αξιωματικών του Μονάχου δύο στρατιώτες αναρτούν στα δωμάτιά τους την πολεμική σημαία του Τρίτου Ράιχ και ο διοικητής τους αρνείται να διατάξει την υποστολή της μέχρις ότου δέχεται εντολή από τους ανωτέρους του.
* 1993: Ξεκινά το σκάνδαλο με πρωταγωνιστή τον περιβόητο νεοναζιστή Μάνφρεντ Ρέντερ, επικεφαλής της οργάνωσης "Ενωση Γερμανό-Ρωσικής Συνεργασίας". Καταδικασμένος παλαιότερα ως συνεργός στη δολοφονία δύο μεταναστών, ο Ρέντερ αρχίζει να αναμειγνύεται συστηματικά στα πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα της χώρας. Ο 68χρονος σήμερα Ρέντερ θα προσκληθεί λίγο αργότερα από τη Στρατιωτική Ακαδημία του Αμβούργου για να διδάξει σε σεμινάριο με θέμα τον "επανεκγερμανισμό" του ρωσικού θύλακου του Καλίνινγκραντ. Το ναζιστικής έμπνευσης αίτημα έκανε την ίδια εποχή την εμφάνισή του σε δημοσίευμα του επίσημου πληροφοριακού δελτίου της Μπούντεσβερ, όπου αναφερόταν ρητά ότι "το Καλίνινγκραντ πρέπει και πάλι να μετονομαστεί Κάντσταντ ή Κένιγκσμπεργκ".
* 1994: Ενας "πολίτης από το Αμβούργο", του οποίου το όνομα κρατά ακόμη μυστικό το υπουργείο Αμυνας, διοργανώνει μεγάλη γιορή "για να τιμηθούν τα θύματα της σφαγής του Ντεμγιάνσκ" στις αίθουσες της Στρατιωτικής Ακαδημίας της πόλης. Στη συγκέντρωση καλούνται παλαιά στελέχη των Ες-Ες.
* 1993-1995: Στο σαξονικό Σνέμπεργκ γυρίζονται βίντεο που δείχνουν στρατιώτες να χαιρετούν ναζιστικά και να συμμετέχουν σε βίαιες αντισημιτικές σκηνές. Ο Ρέντερ εξασφαλίζει στρατιωτικά αυτοκίνητα και οικοδομικά υλικά προκειμένου να προχωρήσει τα μεγαλογερμανικά του σχέδια και τα φυλάσσει προσωρινά στη Στρατιωτική Ακαδημία του Αμβούργου.
* 1996: Στο πεδίο ασκήσεων Χάμελμπουργκ γυρίζεται ένα ακόμη βίντεο με ανατριχιαστικές σκηνές βιασμών και εκτελέσεων. Υπεύθυνος ένας εν ενεργεία υπαξιωματικός. Στο Τρεμπίν ένας στρατιώτης επιτίθεται σε δύο ιταλούς οικοδόμους. Ο ένας παραμένει παράλυτος.
*1997: Στις εκδηλώσεις κατά της έκθεσης για τα εγκλήματα της Βέρμαχτ, μαζί με παλιούς και νέους ναζί συμμετέχουν και ένστολοι στρατιώτες. Στο Ντέτμολντ εννέα στρατιώτες τραυματίζουν σοβαρά τέσσερις νεαρούς μετανάστες. Στη Δρέσδη δύο στρατιώτες επιχειρούν εμπρησμό σε σπίτι ιταλών εργατών. Αποκαλύπτονται οι ναζιστικές προτιμήσεις και πρακτικές στρατιωτών της γερμανικής αποστολής στη Βοσνία. Στο Τίρινγκεν και την Κάτω Σαξονία στρατιώτες τραγουδούν ναζιστικά τραγούδια και διατηρούν ακροδεξιό προπαγανδιστικό υλικό. Κατά τη διάρκεια της έρευνας που ακολουθεί τις αποκαλύψεις γίνεται γνωστό ότι στην Μπούντεσβερ δρα πληθώρα οργανωμένων νεοναζί. Ανακοινώνονται οι περιπτώσεις δύο στρατιωτών που κυκλοφορούσαν ναζιστικά υλικά. Η νεοναζιστική οργάνωση "Νέοι Εθνικοδημοκράτες" δημοσιεύει κατάλογο με τα ονόματα εννέα στελεχών της που δρουν στην Μπούντεσβερ. Υστερα από καταγγελίες στρατιωτών, η εισαγγελία του Ολντεμπουργκ ξεκινά ανακρίσεις σε μονάδα της περιοχής. Ταυτόχρονα πληθαίνουν οι επώνυμες μαρτυρίες πρώην στρατιωτών για τη δράση νεοναζιστών που υπέπεσε στην αντίληψή τους κατά τη διάρκεια της θητείας τους.
Στο κλίμα αυτό, η αμυντική τακτική του υπουργού Αμυνας Ρίε, για τον οποίο μάλιστα οι ακροδεξιοί διαδίδουν ότι στα νιάτα του πέρασε από τη δική τους "Νεολαία Βίκινγκ", ερεθίζει όλο και περισσότερο την αντιπολίτευση που επιμένει στη διενέργεια μιας αξιόπιστης έρευνας για το ζήτημα. Αλλά η αντίδραση παραμένει συχνά στο επίπεδο του ευχολογίου ή της κομματικής αντιπαράθεσης. Το ερώτημα που διστάζουν να θίξουν οι περισσότερες πολιτικές δυνάμεις της χώρας αφορά τους μηχανισμούς που επιτρέπουν στους νεοναζί να θεωρούν "προνομιακό ζωτικό τους χώρο" τη σημερινή Μπούντεσβερ, όπως προκύπτει και από τις σελίδες τους στο Ιντερνετ που καλούν συστηματικά τους οπαδούς τους να καταταγούν "ώστε να πάρουν τα όπλα στα χέρια τους". Ενδιαφέροντα συμπεράσματα μπορούν ήδη να αντληθούν από το είδος των μονάδων που ασκούν ιδιαίτερη έλξη στους ακροδεξιούς, όπως υποδεικνύει η περίπτωση του στρατοπέδου εκπαίδευσης στο Αλτενσταντ: η σκληρή, σε σημείο βαναυσότητας, εκπαίδευση σε συνδυασμό με την ιδεολογία της "επίλεκτης ομάδας", του αντριλικιού και της λατρείας του γερμανικού μεγαλείου συγκροτούν ένα χαρμάνι που δεν καλλιεργεί απλώς τη νοσταλγία του χιτλερισμού: πολύ περισσότερο προετοιμάζει το έδαφος για τις σύγχρονες εκδοχές της ακροδεξιάς πατριδοκαπηλίας, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Στη διαδικασία αυτή, η προσφυγή στα σύμβολα του ναζιστικού παρελθόντος συνιστά την αναμενόμενη διεκδίκηση μιας ιστορικής συνέχειας και είναι λάθος να ερμηνεύεται ως κίνηση υπαγορευμένη από τις παρανοϊκές εμμονές κάποιων αμετανόητων "σταγονιδίων".
Πόσο όμως έχει προσπαθήσει το μεταπολεμικό γερμανικό κράτος να θωρακίσει τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας από τη διάχυση ιδεών και πρακτικών αυτού του τύπου; Ο πυρήνας του ζητήματος πρέπει να αναζητηθεί στη θεμελιακή αντινομία που συνόδευσε εξαρχής τη δημιουργία της Μπούντεσβερ στα 1955: από τη μία έπρεπε να καταδικαστεί με τον πλέον ρητό τρόπο η συνέχεια με την πρόσφατη τότε ακόμη Βέρμαχτ, από την άλλη έπρεπε πάση θυσία να αναζητηθεί ένα σημείο που θα συνέδεε τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας με το άμεσο παρελθόν τους. Η λύση που τελικά επικράτησε, να επιλεγεί δηλαδή ως επίσημη παράδοση της Μπούντεσβερ η απόπειρα κατά του Χίτλερ (20 Ιουλίου 1944), υπήρξε μάλλον ατυχής: ενοχλούσε τους παλιούς χιτλερικούς που κατείχαν τώρα ανώτερους στρατιωτικούς βαθμούς, αλλά επέτρεπε στους νοσταλγούς της Βέρμαχτ να την εξωραΐζουν και να προβάλλουν τα "θετικά" από την ιστορία της. Σαράντα χρόνια αργότερα, το πρόβλημα παραμένει ανοιχτό. Οι κατευθύνσεις που κατά καιρούς εκδίδονται από τους υπουργούς Αμυνας αποδεικνύονται μέχρι σήμερα ανίκανες να ακυρώσουν τη βαριά σκιά της Βέρμαχτ στους σημερινούς γερμανικούς στρατώνες. Ακόμη και στο τελευταίο σχετικό κείμενο (1982), ένα μικρό παραθυράκι επιχειρεί τη διάκριση μεταξύ "παράδοσης" και "εθίμων" και επιτρέπει την επιβίωση "μη δημοκρατικών εθιμικών συνηθειών" στις γραμμές του στρατεύματος, προσφέροντας στην ουσία ασυλία σε εκδηλώσεις και τελετές προς τιμήν της Βέρμαχτ.
Ταυτόχρονα, η επικράτηση θέσεων που προπαγανδίζουν την "αναγέννηση της Μπούντεσβερ" και τη μετατροπή της σε μια αξιόμαχη δύναμη κρούσης με διεθνή εμβέλεια κάνει ακόμη πιο ελκυστικό το στράτευμα για τα μέλη των ποικιλώνυμων ακροδεξιών ομάδων. Το ίδιο και η ύπαρξη κάποιων δραστήριων ακροδεξιών επιστημόνων που κινούνται στο κλίμα του ιστορικού ρεβιζιονισμού και πασχίζουν για την "τεκμηρίωση" των καλών του ναζισμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Φραντς Ζάιντλερ, ο οποίος διδάσκει στο Στρατιωτικό Πανεπιστήμιο του Μονάχου ότι ο φασισμός προετοίμασε την ενοποίηση της Ευρώπης.

(Ελευθεροτυπία, 25/1/1998)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ