ΠΑΡΑΚΡΑΤΟΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


Οι γαμπροί του Θερμαϊκού 

1.   2.   3. 


Η ιστορία του Μαύρου Πύργου


Μοιάζει με ανέκδοτο, αλλά είναι γεγονός. Ο Σπυρίδων Κουτρουμάνης, Αστυνομικός Διευθυντής, Διευθυντής ΔΑΕ Θεσσαλονίκης, μηνύει τους συντάκτες του "Ιού", καθώς και τους υπεύθυνους της "Ελευθεροτυπίας" για τη δημοσιοποίηση της περιβόητης κασέτας με το χουντικό γλέντι των ΕΚΑΜ στη Θέρμη της θεσσαλονίκης.
Η μήνυση έχει ήδη απαντηθεί με αποστομωτικό τρόπο από το πόρισμα των 1400 σελίδων που έχει συνταχθεί με ευθύνη του υπαρχηγού της ΕΛΑΣ κ. Μητρόπουλου, μετά από σχετική παραγγελία του υπουργού Δημόσιας Τάξης κ. Ρωμαίου. Προκαλεί, όμως, εντύπωση ο αριθμός και οι ιδιότητες των μαρτύρων που προτείνει προς υπεράσπισή του ο κ. Κουτρουμάνης. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο "πιστολέρο" της Θέρμης επικαλείται τη μαρτυρία ολόκληρης της τοπικής ηγεσίας των σωμάτων ασφαλείας και κάποιων αξιωματικών του στρατού ξηράς. Τι άραγε θα μπορούσαν να πουν όλοι αυτοί για τις σκηνές που προκάλεσαν φρίκη στους τηλεθεατές όλης της χώρας το βράδυ της 11ης Νοεμβρίου; Και ποια συναδελφική αλληλεγγύη θα τους υποχρέωνε να μας βγάλουν όλους τυφλούς και κουφούς (μαζί και τους ανωτέρους τους που συνέταξαν το καταδικαστικό πόρισμα για τον Κουτρουμάνη και την παρέα του);
Οι εικόνες από το χουντικό γλέντι έφεραν στο νου των παλιότερων τη βαριά κληρονομιά μερίδας των σωμάτων ασφαλείας και του (πάρα)κρατικού μηχανισμού στη θεσσαλονίκη. Φυσικά η υπόθεση της Θέρμης είναι μια απλή "καρφίτσα", αν συγκριθεί με τη δραστηριότητα ακροδεξιών και παρακρατικών οργανώσεων που μεσουράνησαν στη συμπρωτεύουσα από την απελευθέρωσή της μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '60.
Ηδη από το 1912 η Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζεται από την αθηναϊκή εξουσία ως "ειδική περίπτωση". Η εθνική ανομοιογένεια του πληθυσμού και η αδυναμία της ελληνικής κοινότητας στην πόλη, συνδυασμένες με την πρωτοποριακή οργάνωση των εργατών στη μαζική Φεντερασιόν, υποχρεώνει τους πρώτους διοικητές της Μακεδονίας να παίρνουν σκληρά και ανορθόδοξα μέτρα καταστολής. Η συμπλήρωση των επίσημων οργάνων με παρακρατικούς μηχανισμούς "εθνικοφρόνων" είναι σ' αυτό το πλαίσιο καλοδεχούμενη. Και δεν ήταν δύσκολο να στρατολογηθούν μέλη σ' αυτές τις οργανώσεις. "Η εμφάνιση φασιστικών οργανώσεων στη Θεσσαλονίκη δεν είναι φαινόμενο δυσεξήγητο", παρατηρεί ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος, αναφερόμενος στις δεκαετίες του '20 και του '30. "Η διαφορετική θρησκεία και γλώσσα, στην περίπτωση των Εβραίων, ή η διαφορετική ιδεολογία, στην περίπτωση των κομμουνιστών, μπορούσε να τους κάνει στόχο επιθετικότητας από μια μάζα που έβρισκε στο ρόλο του φρουρού μιας φανταστικής παραδοσιακής τάξης το αντιστάθμισμα και το κύρος που της αφαιρούσε η υλική της αθλιότητα στην καθημερινή ζωή."
"Μέχρι το 1928 ιδρύθηκαν δέκα περίπου σύλλογοι με αντικομμουνιστικούς σκοπούς", σημειώνει ο Αλέξανδρος Δάγκας και απαριθμεί τις "Λεγεώνες Εθνικής Σωτηρίας", την "Εθνική Ενωσι Ελλάς", την "Αντικομμουνιστική Ενωσι η Πατρίς", κ.ά. Η δράση αυτών των οργανώσεων θα κορυφωθεί στο πογκρόμ του εβραϊκού συνοικισμού του Κάμπελ. Και το Μάη του 1936, η μεγάλη απεργία και η εξέγερση των εργατών της πόλης πνίγεται στο αίμα με τη μεταφορά ειδικών δυνάμεων της χωροφυλακής και τη συνδρομή των εγχώριων τραμπούκων. "Μας κατηγορούσαν τότε ότι είχαμε συμμαχήσει με τους Εβραίους για να παραδώσουμε την πόλη στους Βουλγάρους", θυμάται σήμερα ένας καπνεργάτης συνδικαλιστής (ΝΕΤ, 1.5.98).
Η δικτατορία του Μεταξά αξιοποιεί τα στελέχη των οργανώσεων στην ΕΟΝ και την κρατική δομή. Ορισμένα απ' αυτά θα τα βρούμε αργότερα στο πλάι των κατακτητών. Μετά την απελευθέρωση, παρόμοιες οργανώσεις ξαναεμφανίζονται, αλλά δεν υιοθετούν τα εξωτερικά φασιστικά γνωρίσματα, επειδή είναι πρόσφατος ο πόλεμος και το ισχυρό το λαϊκό μίσος για τα σύμβολα του Αξονα. "Σκοπός των παρακρατικών φασιστικών οργανώσεων είναι να σπρώξουν τη χώρα στον εμφύλιο", γράφει ο Αρης Χολέβας ("Τι είναι και τι θέλουν οι παρακρατικές", περ. Ελληνική Αριστερά, τ. 1, Αύγουστος 1963). "Μόλις η Ελλάδα μπήκε στο μαχόμενο αυτό δρόμο εξαφανίζονται. Δεν χρειάζονται πια σαν τέτοιες. Αλλες δυνάμεις τους σκορπάνε, και άλλες τρυπώνουν στον κρατικό μηχανισμό."
Θα τις ξαναβρούμε στα τέλη της δεκαετίας του '50. Στο σημείωμα του Βασίλη Βασιλικού για το ντοκιμαντέρ "100 ώρες του Μάη" (γύρω από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη) διαβάζουμε: "Το 1957 ήταν ένας σταθμός για τις παρακρατικές οργανώσεις. Κοντά στις παλιές, που είχαν ατονήσει, προστέθηκαν τώρα καινούργιες: Η ΑΣΕ. Η Πανελλήνιος Εθνική Σταυροφορία. Η Εθνική Κοινωνική Εξόρμησις. Η Εθνική Κοινωνική Δράσις. Κοινό τους γνώρισμα: οι σχέσεις τους με την Ασφάλεια. Κοινό τους σύνθημα: όλα για την Πατρίδα."
Με το τέλος της δικτατορίας οι παρακρατικοί πυρήνες αυτοδιαλύονται στους συγγενείς κρατικούς θυλάκους για να γλιτώσουν τη λαϊκή απαίτηση της αποχουντοποίησης. "Προδομένοι" από τους παλιούς τους ηγέτες, οι βετεράνοι παρακρατικοί υποχρεώνονται να συμμορφωθούν. Οι σκληρότεροι λουφάζουν και περιμένουν. Η πολιτική κρίση του 1989 και η παλίρροια του εθνικισμού τους ξεβράζει στην παραλία του Θερμαϊκού. Στα συλλαλητήρια πρωτοστατούν αυτοδικαίως οι θιασώτες της Ελλάδος των Ελλήνων Χριστιανών. Ο παλιός αρχιεκοφίτης Λάκης Ιωαννίδης, ο υμνητής και συνεργάτης της χούντας, αναδεικνύεται σε "εθνικό παράγοντα". Και ο Ιωάννης Χολέβας, ο σύνδεσμος κυβέρνησης και παρακράτους στη Θεσσαλονίκη την εποχή της δολοφονίας Λαμπράκη και μετέπειτα χουντικός "υπουργός Ναυτιλίας" γίνεται δεκτός ως σοφός "μακεδονολόγος".
Μέσα σ' αυτό το κλίμα, τον Απρίλιο του 1993, μια μικρή ομάδα επίλεκτων αστυνομικών, αντλεί το κέφι και την ανδρεία της από τα τσάμικα του Παπαδόπουλου και από τα κασκέτα με το πουλί της χούντας. Γιατί πρέπει να εκπλαγούμε;


Η αναβίωση της ακροδεξιάς προσβάλλει τη Θεσσαλονίκη

Κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο και τη δεκαετία του '60 η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε προνομιακό χώρο δράσης παρακρατικών, ακροδεξιών και φασιστικών στοιχείων με τα γνωστά σε όλους αποτελέσματα. Η κατάσταση αυτή φυσικά δεν έχει καμιά σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα και το πολιτικό κλίμα που υπάρχει στην πόλη. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, με την ανοχή, την παρότρυνση και τη συνδρομή πολιτικών, θρησκευτικών και άλλων παραγόντων και την πολιτική τους συμπεριφορά διαμορφώνεται ένα κλίμα και μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα που ευνοεί την εμφάνιση εθνικιστικών φαινομένων.
Μέσα σ' αυτό το κλίμα δόθηκε η δυνατότητα σε ακροδεξιούς κύκλους και οργανώσεις να εκδηλώσουν κατά καιρούς και με διάφορες "ευκαιρίες" τη δράση τους. Δράση που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το παρελθόν της Θεσσαλονίκης ως πόλης πολυπολιτισμικής, τόπου συνάντησης διαφόρων πολιτισμών και παραδόσεων. Δράση που προσβάλλει το παρελθόν αυτό και τη δημοκρατική ευαισθησία της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων της Θεσσαλονίκης.
Οι κύκλοι αυτοί χρησιμοποιούν ως όχημά τους πολλές φορές υπαρκτά προβλήματα, όπως είναι η ανισόμετρη ανάπτυξη λόγω του συγκεντρωτικού κράτους, ερμηνεύοντάς τα και προβάλλοντάς τα σαν αντίθεση Βορρά - Νότου. Εκμεταλλεύονται την ευαισθησία διαφόρων ομάδων του πληθυσμού όπως είναι οι Πόντιοι και άλλοι με ευαισθησία στο ζήτημα της Μακεδονίας. Προβάλλουν έντεχνα μια δήθεν πατριωτική στάση, διεκδικώντας για τον εαυτό τους, αλλά και για λογαριασμό της Βόρειας Ελλάδας, μια μεγαλύτερη σε σχέση με τους πολίτες της υπόλοιπης Ελλάδας ευαισθησία στα εθνικά θέματα και το ρόλο του θεματοφύλακα των εθνικών δικαίων.
Βεβαίως πρέπει να γίνει σαφής διαχωρισμός της δράσης των κύκλων αυτών από τις οποιεσδήποτε πολιτικές θέσεις και απόψεις που αφορούν στο χειρισμό και τη διαμόρφωση της πολιτικής για τα εθνικά θέματα, πολιτικές θέσεις τις οποίες δεν μπορεί να ενοχοποιεί κανείς ακόμη και αν διαφωνεί. Εδώ δεν αναφερόμαστε σε πολιτικές θέσεις αλλά σε συμπεριφορές αναχρονιστικές, εθνικιστικές και πράξεις αντιδραστικές. Αναφερόμαστε στη δράση φιλοχουντικών στοιχείων στην Αστυνομία που αποκαλύφθηκε πρόσφατα, στα επεισόδια που δημιούργησαν ακροδεξιά και φασιστικά στοιχεία στην ημερίδα για τον Βενιζέλο και τον Κεμάλ, στις εκπομπές διαφόρων τηλεοπτικών καναλιών με καθαρά εθνικιστικό και ρατσιστικό περιεχόμενο και στις όχι και λίγες δυστυχώς δηλώσεις ανάλογου περιεχομένου πολιτικών, ανθρώπων της αυτοδιοίκησης και εκκλησιαστικών παραγόντων που γίνονται ακόμη και από άμβωνος.
Επειδή οι συγκυρίες, τόσο στη χώρα μας που έχει ανοικτά μέτωπα στα εθνικά θέματα και το μεγάλο αριθμό μεταναστών και λαθρομεταναστών όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο με την έξαρση του εθνικισμού και την ισχυροποίηση ακροδεξιών και ρατσιστικών κομμάτων, είναι ευνοϊκές για τους ακροδεξιούς και αντιδραστικούς κύκλους, η ευθύνη και η επαγρύπνηση για την αντιμετώπισή τους πέφτει κατά κύριο λόγο στις πολιτικές δυνάμεις αλλά και τους πολίτες. Ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, λόγω των παλιότερων αλλά και των πρόσφατων εμπειριών, χωρίς να δίνονται στα φαινόμενα αυτά άλλες διαστάσεις πέρα από τις πραγματικές, η ευθύνη των πολιτικών παραγόντων είναι αυξημένη.

Παρασκευάς Παρασκευόπουλος
(Βουλευτής Επικρατείας ΠΑΣΟΚ)

 



(Ελευθεροτυπία, 17/5/1998)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ