Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΙΕΤΝΑΜ ΞΑΝΑΓΡΑΦΕΤΑΙ


Η δικαίωση των γερακιών 

1.   2.   3.


Και όμως, δεν υπήρξε γκάφα του CNN


Η ιστορία του πολέμου στο Βιετνάμ ξαναγράφεται στις ΗΠΑ και όσοι δεν συμβαδίζουν με το κλίμα των καιρών κινδυνεύουν να θεωρηθούν απατεώνες, ακόμη και χάσουν τη δουλειά τους. Χαρακτηριστική περίπτωση το ρεπορτάζ για την Επιχείρηση Τέιλγουιντ: Θεωρήθηκε τεράστια δημοσιογραφική γκάφα, το Βατερλό του έγκυρου CNN. Λίγους μήνες μετά, τα στοιχεία που έχουν έρθει στο φως επιτρέπουν μια διαφορετική ανάγνωση της υπόθεσης: Πραγματικό σκάνδαλο δεν υπήρξε η προβολή της αμφιλεγόμενης εκπομπής, αλλά η βιασύνη του CNN να την αποκηρύξει και να ζητήσει δημόσια συγγνώμη για το "λάθος" του.
Να θυμίσουμε επί τροχάδην τα γεγονότα: Στις 7 Ιουνίου 1998, το CNN προβάλλει ρεπορτάζ των Ειπριλ Ολιβερ και Τζακ Σμιθ με τίτλο "Η κοιλάδα του θανάτου". Θέμα του μια μυστική αποστολή με τον κωδικό Επιχείρηση Τέιλγουιντ (Ούριος Ανεμος), η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 11 έως τις 14 Σεπτεμβρίου 1970 από μια σκοτεινή μονάδα αμερικανών κομάντος με την ευφημιστική επωνυμία Ομάδα Μελετών και Παρατηρήσεων (SOG). Στόχος ο αφανισμός ενός χωριού εκατό χιλιόμετρα μέσα στα σύνορα του επισήμως ουδέτερου Λάος, στο οποίο, σύμφωνα με πληροροφίες, κρύβονταν αμερικανοί λιποτάκτες. Μετά την ισοπέδωση του χωριού, οι κομάντος της SOG δέχονται επίθεση από ισχυρές δυνάμεις του εχθρού και καλούν σε βοήθεια τα αεροπλάνα που συμμετείχαν στην αποστολή, ζητώντας τους "το χειρότερο όπλο". Εκείνα ψεκάζουν την περιοχή με κάποιο αδιευκρίνιστο αέριο. "Και ξαφνικά, το μόνο που βλέπω γύρω μου είναι πτώματα", αφηγείται ο υπολοχαγός Ρόμπερτ Βαν Μπάσκερκ, υπαρχηγός της αποστολής. "Δεν πολεμούν πια. Είναι όλοι πεσμένοι κάτω, ακίνητοι, άλλοι στο πλάι και άλλοι ανάσκελα. Δεν υπάρχουν πια εχθροί". Είκοσι οκτώ χρόνια αργότερα, ύστερα από έρευνες οκτώ μηνών, οι δύο δημοσιογράφοι υποστηρίζουν ότι το αέριο που "διευκόλυνε" την εκκένωση των κομάντος από το Λάος ήταν σαρίν, ένα θανατηφόρο αέριο που παραλύει τα νεύρα. Το ίδιο ρεπορτάζ δημοσιεύεται και στο περιοδικό "Τάιμ" (15/6) με την υπογραφή της Ολιβερ και της βεντέτας του CNN Πίτερ Αρνέτ.
Η συνέχεια υπήρξε μάλλον αναμενόμενη: σύσσωμος ο ανταγωνιστικός τύπος καταγγέλλει το ρεπορτάζ ως ατεκμηρίωτο, υπεύθυνοι του Πενταγώνου πιέζουν τους βασικούς μάρτυρες να "επανορθώσουν", ενώ οι ενώσεις βετεράνων ξεκινούν ιερό πόλεμο κατά του καναλιού του Τεντ Τέρνερ, θυμίζοντας ότι το παρατσούκλι της γυναίκας του, της κάποτε μαχητικής Τζέιν Φόντα, ήταν "η Τζέιν του Ανόι". Το CNN αντιδρά άμεσα. Αναθέτει τη διερεύνηση της υπόθεσης στον ανεξάρτητο δικηγόρο, ειδικευμένο σε θέματα δεοντολογίας του τύπου, Φλόιντ Ειμπραμς, δίνοντάς του για συνεργάτη τον αντιπρόεδρο και νομικό σύμβουλο του καναλιού Ντέιβιντ Κόλερ. Σε δέκα ημέρες, οι δύο νομικοί παρουσιάζουν πόρισμα 54 σελίδων, σύμφωνα με το οποίο "παρόλο που η εκπομπή προέκυψε από εξαντλητική έρευνα, βασίστηκε σε υπολογίσιμες πηγές και απηχούσε τη βαθιά πεποίθηση των δημοσιογράφων του CNN που την ετοίμασαν, δεν μπόρεσε να στηρίξει την κεντρική της θέση". Τόσο το CNN όσο και το "Τάιμ" αποσύρουν το ρεπορτάζ και ζητούν δημόσια συγγνώμη. Ακολουθεί έκθεση του Πενταγώνου (16 Ιουλίου), στην οποία αναφέρεται ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις για χρήση σαρίν στο Βιετνάμ και ότι το αέριο της Επιχείρησης Τέιλγουιντ ήταν δακρυγόνο (CBU-30 CS). Οι Ειπριλ Ολιβερ και Τζακ Σμιθ απολύονται. Η υπεύθυνη παραγωγός Πάμελα Χιλ εξαναγκάζεται σε παραίτηση, ενώ ο Πήτερ Αρνέτ, βραβευμένος με Πούλιτζερ τον καιρό του Βιετνάμ, γλιτώνει με μια εξευτελιστική επίπληξη.
Η είδηση κάνει το γύρο του κόσμου, και οι απανταχού δεοντολόγοι τρίβουν τα χέρια τους: ιδού πώς πρέπει να πατάσσεται η δημοσιογραφική αυθαιρεσία. Από κοντά και οι χαιρέκακοι, μεταξύ των οποίων ουκ ολίγοι συμπατριώτες μας. Στα κείμενά τους εύκολα διακρίνει κανείς μια ανομολόγητη ανακούφιση: μειώνοντας την αίγλη του δημοσιογραφικού τους προτύπου, η "γκάφα" του CNN το έφερνε επιτέλους στα μέτρα τους. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς που δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι όλοι οι παράγοντες της εκπομπής αναγνώρισαν με συντριβή το λάθος τους και έσπευσαν να ζητήσουν την κατανόηση του κοινού τους.
Μόνο που τα πράγματα εξελίχθηκαν πολύ διαφορετικά. Οι δύο δημοσιογράφοι που δούλεψαν οκτώ μήνες, πήραν αλλεπάλληλες συνεντεύξεις από δεκάδες εμπλεκόμενους και γέμισαν χιλιάδες σελίδες με τις σημειώσεις τους για να ετοιμάσουν ένα ρεπορτάζ δεκαοκτώ λεπτών, δεν φάνηκαν διατεθειμένοι να καλύψουν την υπαναχώρηση των προϊσταμένων τους. Επέμειναν εξαρχής ότι οι λόγοι της απόσυρσης του ρεπορτάζ τους δεν έχει σχέση με θέματα δεοντολογίας, αλλά με πιέσεις που δέχθηκαν οι υπεύθυνοι του καναλιού αμέσως μετά την προβολή της 7ης Ιουνίου. Προσκομίζουν μάλιστα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι αρχικά οι προϊστάμενοί τους είχαν εγκρίνει απολύτως το περιεχόμενο της εκπομπής, γνωρίζοντας ότι θα προκαλούσε αντιδράσεις. Υστερα από την προβολή, τους ζητήθηκε να επανέλθουν στο θέμα δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στις απόψεις των διαφωνούντων, αλλά αμέσως μετά τους ζητήθηκε να μείνουν μακριά από την όλη υπόθεση και να περιμένουν το πόρισμα Ειμπραμς. Στις 18 Ιουνίου συναντήθηκαν με τον πρόεδρο του CNN-ΗΠΑ Ρικ Κάπλαν, ο οποίος τους εξήγησε ότι "το πρόβλημα δεν είναι δημοσιογραφικό αλλά δημοσίων σχέσεων" και ότι θέλει να αποφύγει τις ακροάσεις του Κογκρέσου, όπου "3.000 μέλη του κατεστημένου" θα βάλουν το CNN στο στόχαστρο. Στην ίδια συζήτηση, οι υπεύθυνοι του καναλιού Ρικ Κάπλαν και Τομ Τζόνσον διατύπωσαν την ανησυχία τους για τις πιέσεις που δέχθηκαν από τον Χένρι Κίσινγκερ και τον Κόλιν Πάουελ και εξέφρασαν το φόβο ότι οι ενώσεις βετεράνων θα μποϊκοτάρουν το κανάλι.
Η συνέχεια ξεκαθαρίζει περισσότερο το τοπίο. Στην εκτενή απάντηση που συνέταξαν οι δύο δημοσιογράφοι μετά τη δημοσιοποίηση του πορίσματος Ειμπραμς αμφισβητείται ρητά η ανεξαρτησία του "ανεξάρτητου δικηγόρου" και εξηγείται πειστικά η τακτική που ακολούθησε με τη βοήθεια του νομικού συμβούλου του CNN Κόλερ προκειμένου να απαλλάξει από κάθε ευθύνη τη διεύθυνση του καναλιού. Εκτός αυτού, τινάζεται στον αέρα η εγκυρότητα του πορίσματος: ο Ειμπραμς δεν κοίταξε καν όλα τα στοιχεία που είχαν συλλέξει ούτε μίλησε με όλες τους τις πηγές, παρά δε τις υποσχέσεις του αρνήθηκε να συνομιλήσει μαζί τους. Εκτός αυτού, χρησιμοποίησε επιλεκτικά τις συνεντεύξεις τους, παρουσιάζοντας μόνο τα σημεία που δεν ενίσχυαν τα συμπεράσματά τους. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έκανε ό,τι μπορούσε για να κλονίσει την αξιοπιστία δύο βασικών μαρτύρων τους: του ναυάρχου Τόμας Μούρερ, τότε αρχηγού του Γενικού Επιτελείου (με τη δικαιολογία ότι δεν μετρά η μαρτυρία ενός υπέργηρου ατόμου), και του υπολοχαγού Ρόμπερτ Βαν Μπάσκερκ (με τη δικαιολογία ότι ο υπολοχαγός παρουσίασε ψυχικές διαταραχές -κλασική ασθένεια των βετεράνων- και ότι δεν είχε μιλήσει για το σαρίν σε βιβλίο που εξέδωσε προ ετών).
Η παραβολή των δύο κειμένων -του πορίσματος Ειμπραμς και της απάντησης των Ολιβερ και Σμιθ- είναι συντριπτική. Η δουλειά των δύο δημοσιογράφων αποδεικνύεται πολύ πιο ανθεκτική και τεκμηριωμένη από την κριτική της. Θα ήταν παρανοϊκό να ζητά κανείς περισσότερα στοιχεία και ακόμη πιο σαφείς μαρτυρίες για μια μυστική επιχείρηση κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε ένα θανατηφόρο χημικό όπλο. Η απόσυρση του ρεπορτάζ ταυτίζεται με την αποδοχή της απαγόρευσης να ασχολείται κανείς με τις "κρυφές" δραστηριότητες των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων. Χαρακτηριστική είναι από την άποψη αυτή η στάση του Πίτερ Αρνέτ: το βαρύ πυροβολικό του CNN υποστήριξε ότι η παρουσία του στην εκπομπή ήταν "περιφερειακή" και ότι οι συνεντεύξεις που πήρε είχαν προετοιμαστεί από την Ολιβερ. Απολογήθηκε επί τρεις ώρες στους υπεύθυνους του καναλιού και περίμενε άλλες πέντε μέχρι να αποφασιστεί η τύχη του. Καθώς μάλιστα η επίπληξη που δέχθηκε δεν άρκεσε στις ενώσεις βετεράνων που τον έχουν άχτι από την εποχή του Βιετνάμ, φρόντισε να ξεκαθαρίσει απολύτως τη θέση του: "Ενα από τα πράγματα που λατρεύω στη χώρα αυτή είναι η ελευθερία του τύπου", δήλωνε προ καιρού στο Ασοσιέιτεντ.

(Ελευθεροτυπία, 8/11/1998)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ