Η ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ DNA

Η γενετική Ιερά Εξέταση

1.   2.



Η εξαγγελία της αποκωδικοποίησης του ανθρώπινου γονιδιώματος φέρνει ξανά στην επικαιρότητα τη συζήτηση για τις αναλύσεις DNA των "υπόπτων τρομοκρατών". Μια συζήτηση που επιχειρήθηκε να κλείσει προτού καν αρχίσει.


Από μια τρίχα κρέμεται η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Κυριολεκτικά από μια τρίχα! Εννοούμε φυσικά την τρίχα που αποδίδεται σε μέλος της οργάνωσης 17 Νοέμβρη και έχει βρεθεί από την αστυνομία στον τόπο που έδρασε η οργάνωση κατά τη βομβιστική επίθεση εναντίον του Γερμανού πρέσβη στο Χαλάνδρι. Με τη νέα μέθοδο ανάλυσης του DNA οι υπεύθυνοι διοχετεύουν την πληροφορία ότι αρκεί να ελεγχθούν οι συνήθεις ύποπτοι και αμέσως θα προκύψουν οι μυστηριώδεις εκτελεστές. Μετά την υπαναχώρηση του κ. Σταθόπουλου, ο νέος τρομονόμος αναμένεται να περιλάβει στις διατάξεις του και την υποχρέωση των υπόπτων να υφίστανται τεστ DNA. Κανείς δεν φαίνεται να διαμαρτύρεται για την προοπτική αυτή. Ο μόνος που προβάλλει μια λογική αντίρρηση είναι ο λεπτολόγος κ. Δαφέρμος: "Αφού δεν γνωρίζουμε τα μέλη της 17 Νοέμβρη, είμαστε όλοι εν δυνάμει ύποπτοι. Να εξεταστεί, λοιπόν, το DNA όλων των Ελλήνων; Αυτό είναι απαράδεκτο" (ραδιόφωνο Alpha, 11/2). Κανείς δεν φαίνεται να συμμερίζεται αυτή την τόσο εύλογη αντίρρηση.

Και όμως. Η ιατροδικαστική δεν έχει και τόσο λαμπρό παρελθόν στην Ελλάδα. Αρκεί να θυμηθούμε ότι η υπηρεσία αυτή ανδρώθηκε επί Καψάσκη και διέπρεψε την εποχή της χούντας, με μεθόδους που δεν φημίζονται για την επιστημονική τους αξιοπιστία. Η αμφιλεγόμενη αυτή παράδοση συνεχίζεται. Αρκετές πρόσφατες περιπτώσεις ανεξιχνίαστων ή σκοτεινών θανάτων μάς έδωσαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε "ζωντανούς" ιατροδικαστικούς διαξιφισμούς από τα τηλεοπτικά παράθυρα και να διαπιστώσουμε για μια ακόμα φορά ότι η επιστημονική απόφανση δεν απέχει και τόσο πολύ από την υποκειμενική αυθαιρεσία ή ακόμα και τον τσαρλατανισμό. Δεν έχουμε λοιπόν και πολλούς λόγους να ενθουσιαζόμαστε με την είδηση ότι στο οπλοστάσιο της αστυνομίας μπαίνει πλέον επισήμως το "γενετικό αποτύπωμα". Αλλά και η διεθνής εμπειρία από την εφαρμογή των μεθόδων του DNA στην ιατροδικαστική έρευνα δεν είναι καθόλου καθησυχαστική.

Οταν το FBI κάνει επιστήμη

Η πρώτη επιστημονική τεκμηρίωση του όρου "γενετικό αποτύπωμα" (κυριολεκτικά "γενετικό δακτυλικό αποτύπωμα" - genetic fingerprint) έγινε το 1985 από τον Αγγλο μοριακό βιολόγο Αλεκ Τζέφρι, ο οποίος κλήθηκε από την αστυνομία να διασταυρώσει την ενοχή δύο υπόπτων, ελέγχοντας το DNA. 

Η ευφορία που ακολούθησε την ανακάλυψη ήταν τόσο μεγάλη ώστε κάθε επιστημονικός αντίλογος παραμερίστηκε ως "μίζερη αμφιβολία" και "καθυστέρηση". Βέβαια οι αισιόδοξες αυτές εκτιμήσεις ενισχύθηκαν από τις ιδιωτικές εταιρίες που έσπευσαν να εκμεταλλευτούν εμπορικά την υπόθεση. Πρωτοπόρες σ' αυτό τον τομέα υπήρξαν οι εταιρίες "Lifecode" και "Cellmark Diagnostics", οι οποίες πρόβαλαν τη θαυμαστή νέα μέθοδο ως ασφαλή τρόπο για να διαχωριστεί κάθε άτομο και να εντοπιστεί η ταυτότητά του μέσα στο συνολικό πληθυσμό της γης. Υπήρξαν βέβαια από την πρώτη στιγμή επιστήμονες κύρους οι οποίοι επιχείρησαν να μετριάσουν τον ενθουσιασμό των αστυνομικών και των εμπόρων. Αλλά ξαφνικά βρήκαν κλειστές τις πόρτες των επιστημονικών περιοδικών και δέχτηκαν αφόρητες πιέσεις να ανασκευάσουν τις επικριτικές τους θεωρίες.

Τις πιέσεις αυτές περιγράφει ο εξέχων γενετιστής του Χάρβαρντ Richard Lewontin: "Οταν οι βιολόγοι στα δικαστήρια ή τις επιστημονικές δημοσιεύσεις εφιστούν την προσοχή στις αδυναμίες της μεθόδου, δέχονται μεγάλες πιέσεις. Ενας συγγραφέας επιστημονικού άρθρου κλήθηκε δύο φορές από έναν υπάλληλο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σε μια προσβλητική προσπάθεια, όπως την περιγράφει ο επιστήμονας, να πειστεί να αποσύρει μια υπό έκδοση δημοσίευση. Κάποιος άλλος, όταν κατέθεσε ως μάρτυρας, ρωτήθηκε για τη βίζα του από το δικηγόρο ενός πράκτορα του FBI, ένας τρίτος ρωτήθηκε από δημόσιο κατήγορο πώς θα του φαινόταν να περάσει μια νύχτα στη φυλακή".

Αυτά τα έγραφε ο Lewontin το 1991 στο βιβλίο του "Η Βιολογία ως Ιδεολογία: το δόγμα του DNA", που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στα ελληνικά. Η υπόθεση αναφέρεται στο άρθρο που έγραψε ο ίδιος με τον συνάδελφό του Daniel Hartl (καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον) για να τεκμηριώσει την άποψή του ότι οι αναλύσεις DNA στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο επισφαλείς από όσο θα ήθελε το FBI και η εισαγγελία. Η άποψη του Lewontin είναι σαφής: "Εξαιτίας του πολυμορφισμού του DNA από άτομο σε άτομο, είναι καταρχήν δυνατή η οριστική ταυτοποίηση. Αλλά, στην πράξη, μόνο ένα τμήμα του DNA μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αναγνώριση, οπότε υπάρχουν πιθανότητες το DNA του κατηγορουμένου να ταιριάξει με εκείνο από τη σκηνή του εγκλήματος, αν και ο ένοχος στην πραγματικότητα είναι άλλος". Το κείμενο έφτασε στα χέρια της εισαγγελίας προτού δημοσιευτεί. Ο εισαγγελέας του Κλίβελαντ James Wooley κάλεσε τον Hartl και του είπε ότι η δημοσίευση θα οδηγούσε σε "παρερμηνείες" και θα έβλαπτε την κατηγορούσα αρχή. Επί βδομάδες το έγκυρο περιοδικό Science καθυστερούσε τη δημοσίευση, υπό την πίεση των διωκτικών αρχών.

Για να αποφύγει τους ενοχλητικούς επιστήμονες, η ηγεσία του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης είχε ήδη το 1989 παραγγείλει μια έκθεση από την "Επιτροπή για την Τεχνολογία DNA στην Ιατροδικαστική Επιστήμη". Η έκθεση ενέκρινε την ιατροδικαστική χρήση του DNA, όμως περιλάμβανε διατυπώσεις που δυσκόλευαν τη θέση των εισαγγελέων και του FBI. Και να σκεφτεί κανείς ότι ένα προσχέδιο της έκθεσης είχε διαρρεύσει προς το FBI, το οποίο πρόφτασε να κάνει τις υποδείξεις του. Και βέβαια είχε τον τρόπο του, εφόσον ήταν από τους βασικούς χρηματοδότες του όλου εγχειρήματος. Το τελικό φιάσκο οδήγησε τις διωκτικές αρχές να ζητήσουν και νέα έκθεση. Αλλά κι αυτή η δεύτερη έκθεση του 1992 δεν ικανοποίησε πλήρως το FBI. Απαιτήθηκε και τρίτη, που ολοκληρώθηκε το 1996, μέχρι να λυθούν πλήρως τα χέρια των διωκτικών αρχών. 

Η διπλή αδικία

Υπάρχει βέβαια και η αντίστροφη λογική. Δεκάδες καταδικασμένοι στις ΗΠΑ και σ' όλο τον κόσμο περιμένουν από μια ανάλυση DNA να εξεταστεί πάλι η περίπτωσή τους και να αποδειχθεί η αθωότητά τους. Από επιστημονική άποψη είναι πολύ πιο απλό και σίγουρο να αποκλειστεί η ομοιότητα δύο δειγμάτων DNA, παρά να βεβαιωθεί η ταύτισή τους. Σ' αυτό συμφωνούν όλοι οι επιστήμονες. Μέσα σε μια δεκαετία έχει αποδειχθεί από την εξέταση DNA η αθωότητα 69 καταδίκων στις ΗΠΑ, και ανάμεσά τους αρκετοί ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο. Ομως το παράδοξο (αλλά ευεξήγητο) είναι ότι οι ίδιοι μηχανισμοί που πασχίζουν για την πλήρη καθιέρωση των αναλύσεων DNA, είναι εντελώς αρνητικοί στη χρήση της μεθόδου αυτής για την αθώωση ήδη καταδικασμένων. Σε 33 πολιτείες των ΗΠΑ έχουν τεθεί ανώτατα χρονικά όρια (το μεγαλύτερο είναι έξι μήνες) για τη δυνατότητα χρήσης δειγμάτων DNA ως αποδεικτικού υλικού, με αποτέλεσμα να στερούνται αυτό το δικαίωμα οι περισσότεροι κατάδικοι. Η γραφειοκρατία του δικαστικού μηχανισμού ορθώνει τεράστια εμπόδια στους δικηγόρους και τους οικείους των φυλακισμένων που ζητούν να κάνουν χρήση των αποδεικτικών στοιχείων που φυλάσσονται σε ειδικές αποθήκες. Η καθυστέρηση οδηγεί πολλές φορές στην καταστροφή των τεκμηρίων είτε εξαιτίας της πολύχρονης φύλαξής τους είτε επειδή αποφασίζει η εισαγγελία την καταστροφή τους. Αυτό συνέβη στην περίπτωση του θανατοποινίτη Τζόζεφ Οντέλ, ο οποίος απέτυχε σε όλες του τις προσπάθειες να εξεταστούν με DNA τα πειστήρια του εγκλήματος, για το οποίο είχε καταδικαστεί το 1985. Το 2000 το δικαστήριο της Βιρτζίνια αποφάσισε να καούν και τα τελευταία πειστήρια. 

Η κατάσταση αυτή επιτάθηκε από το 1996, όταν οι Αμερικανοί ψήφισαν τον δικό τους "τρομονόμο". Οπως γράφουν οι ειδικευμένοι εγκληματολόγοι Peter Neufeld και Bary Scheck, "ο πρόσφατος αντιτρομοκρατικός νόμος θεσπίζει μια απόλυτη και δίχως προηγούμενο περιστολή της δυνατότητας να αμφισβητηθεί μια καταδίκη στα ομοσπονδιακά δικαστήρια. Τέθηκαν αυστηρά χρονικά όρια για την υποβολή ενστάσεων (ένας χρόνος για όλες τις καταδίκες πλην των θανατικών και τρεις μήνες για τις θανατικές καταδίκες). Ακόμα και η παρερμηνεία του Συντάγματος από τοπικά δικαστήρια δεν θεωρείται ικανός λόγος για την αναίρεση μιας απόφασης, παρά μόνο αν τεκμηριωθεί ότι αυτή η παρερμηνεία είναι αδικαιολόγητη". 

Ακόμα και σήμερα, τα αμερικανικά δικαστήρια δεν είναι υποχρεωμένα να εγκρίνουν τεστ DNA, έστω κι αν το ζητούν οι κατηγορούμενοι που αντιμετωπίζουν την εσχάτη των ποινών. Στο προεκλογικό του πρόγραμμα ο Γκορ είχε περιλάβει αυτή την υποχρέωση, ως αντίδοτο στην ατολμία του να υποστηρίξει την κατάργηση της θανατικής ποινής.

Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι η εφαρμογή των αναλύσεων DNA απέδειξε ότι ένα πολύ σοβαρό ποσοστό εγκλημάτων καταλογίζονται σε λάθος ανθρώπους. Από το 1989 που υπάρχουν στοιχεία, στο 25% των υποθέσεων σεξουαλικών εγκλημάτων που έγινε τεστ DNA, αποκλείστηκε ο κύριος ύποπτος που είχε εντοπίσει η αστυνομία. Χωρίς τον έλεγχο των γενετικών δειγμάτων θα οδηγούνταν στο εδώλιο και στη φυλακή αθώοι. 

Τα ξεχασμένα δικαιώματα

Μέσα στο κλίμα της γενικής ικανοποίησης και των υπερβολών για την επιστημονική πρόοδο στον τομέα του DNA παραμερίζονται όλες οι επιφυλάξεις όσων εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για τα "παλιομοδίτικα" ατομικά δικαιώματα. Ενα μεγάλο μέρος της γενικής αποδοχής των μεθόδων DNA από την κοινή γνώμη οφείλεται στο γεγονός ότι εφαρμόζονται συχνά για την εξιχνίαση βιασμών ή άλλων παρόμοιων βίαιων επιθέσεων, ιδιαίτερα από "ξένους". Το γενικευμένο αίσθημα ανασφάλειας που σκηνοθετείται από τα μέσα ενημέρωσης επιτρέπει την εφαρμογή ακόμα και ακραίων αντιδημοκρατικών μεθόδων ενόψει της υπεράσπισης ενός "υπέρτερου αγαθού". Δεν είχε περάσει ούτε ένας χρόνος από την ανακάλυψη του Τζέφρι, όταν οι βρετανικές αρχές υπέβαλαν το 1986 σε υποχρεωτικό έλεγχο DNA τους 5000 άρρενες κατοίκους της περιοχής Εντερμπι, μετά από την άγρια δολοφονία μιας μαθήτριας. Ο δράστης δεν βρέθηκε τότε, αλλά εντοπίστηκε αργότερα, όταν περηφανεύτηκε σε συντροφιά ότι είχε πείσει κάποιον άλλο να υποστεί την εξέταση για λογαριασμό του. Το ρεκόρ κατέχει η Γερμανία που αποφάσισε το 1998 να ελέγξει τους 18.000 κατοίκους των περιοχών Κλόπενμπουργκ και Εμτσλαντ, στην Κάτω Σαξονία, ως ύποπτους για τη δολοφονία δύο κοριτσιών. Ολοι οι άντρες μεταξύ 18 και 30 ετών κλήθηκαν από την αστυνομία να δώσουν οικειοθελώς δείγμα σάλιου. Μετά από 75 μέρες, βρέθηκε ο δράστης, παρά το γεγονός ότι αρκετές χιλιάδες νέοι δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση. Μ' άλλα λόγια, σ' αυτή την περίπτωση η αστυνομία είχε "μάλλον τύχη παρά μέθοδο" (εφημερίδα Tageszeitung, 2/6/1998). 

Μπροστά σ' αυτές τις πολυδιαφημισμένες επιτυχίες κανείς δεν τολμά να θυμίσει ότι αυτή η πρακτική ανατρέπει ένα από τα θεμέλια όλων των σύγχρονων δημοκρατικών συνταγμάτων, δηλαδή το τεκμήριο της αθωότητας. Η λογική των μαζικών αναλύσεων στηρίζεται στην υπόθεση ότι όλοι είναι ένοχοι μέχρι να αποδειχτεί η αθωότητά τους. Και, βέβαια, όποιος δεν δεχτεί να υποστεί την εξέταση, αμέσως περιέρχεται στον στενό κύκλο των υπόπτων και είναι υποχρεωμένος να βρει άλλα μέσα για να τεκμηριώσει τη μη συμμετοχή του στο έγκλημα. 

Περιττό να σημειώσουμε ότι δεν έχουν την ίδια προβολή οι περιπτώσεις μαζικών εξετάσεων DNA που οδήγησαν σε φιάσκο. Χαρακτηριστική είναι μια υπόθεση φόνου στη γερμανική Βάδη Βιρτεμβέργη το 1997. Μετά την εξέταση 595 ανδρών ηλικίας 17-70 ετών και ανακρίσεις 3 χρόνων, η αστυνομία ανακοίνωσε ότι κατέληξε σε ...12 υπόπτους. 

Η κατάχρηση των μαζικών εξετάσεων έχει οδηγήσει βέβαια και σε ορισμένες ακρότητες που ξεσήκωσαν την κοινή γνώμη. Αυτό συνέβη το Μάρτιο του 1998 στην αγγλική περιοχή Ουόριγκτον (μεταξύ Λίβερπουλ και Μάντσεστερ). Η αστυνομία εξέτασε 100 ανήλικες κοπέλες -κυρίως μαθήτριες- για να βρεθεί η μητέρα ενός νεογέννητου που είχε εγκαταλειφθεί στα σκουπίδια. Οι κάτοικοι της περιοχής αντέδρασαν στη μαζική διαπόμπευση των κοριτσιών τους και αξίωσαν με διαδηλώσεις να σταματήσει η έρευνα. 

Το γενετικό φακέλωμα

Από απλό στοιχείο διασταύρωσης της ταυτότητας ενός δράστη, το "γενετικό αποτύπωμα" τείνει λοιπόν να μεταβληθεί σε στοιχείο ελέγχου και επιτήρησης του πληθυσμού. Για να πραγματοποιηθεί αυτός ο στόχος, απαιτείται η δημιουργία των λεγόμενων "ιατροδικαστικών βάσεων δεδομένων DNA". Ο αρχικός λόγος συγκρότησης βάσεων δεδομένων είναι ότι οι τεχνικές ανάλυσης του DNA απαιτούν στατιστικά στοιχεία από την ομάδα πληθυσμού στην οποία εντοπίζονται οι ύποπτοι. Παράλληλα οι φαρμακευτικές εταιρίες διεκδικούν δικές τους βάσεις δεδομένων για να αναπτύξουν τα πειράματά τους. Εδώ πρωτοπόρες αναδείχθηκαν οι ΗΠΑ, και ειδικά η πολιτεία της Βιρτζίνια που ίδρυσε το 1990 την πρώτη βάση δεδομένων DNA. Μέσα σε ένα χρόνο την ακολούθησαν άλλες 13 πολιτείες. Το 1993 ιδρύθηκε το ομοσπονδιακό σύστημα CODIS, με το οποίο διασυνδέθηκαν όλες οι βάσεις δεδομένων στις ΗΠΑ. Πιο οργανωμένο είναι το σύστημα αποθήκευσης δειγμάτων DNA της Βρετανίας, το οποίο ξεκίνησε το 1993 και εγκαινιάστηκε το 1995. Ηδη τα δείγματα που έχουν καταγραφεί ξεπερνούν τα πέντε εκατομμύρια. Ακολούθησε η Γερμανία (1995), η Αυστρία και η Ολλανδία (1997) και πιο πρόσφατα το Βέλγιο, η Φιλανδία, η Γαλλία, η Νορβηγία και η Ελβετία. Το Συμβούλιο των υπουργών Εσωτερικών και Δικαιοσύνης της Ε.Ε. έχει ζητήσει ήδη από τον Ιούνιο του 1997 να συντονιστούν οι ευρωπαϊκές βάσεις δεδομένων. Το ρόλο του συντονιστή αναλαμβάνει η Europol.

Στην επίσημη ιστοσελίδα που διατηρεί στο διαδίκτυο το ελληνικό υπουργείο Δημόσιας Τάξης μαθαίνουμε ότι υπάρχει "βάση δεδομένων από τυχαία επιλεγμένα μη συγγενικά άτομα του ελληνικού πληθυσμού". Αυτό που δεν μας λέει το υπουργείο είναι σε ποιο νομικό πλαίσιο έγινε αυτή η βάση και με ποιες εγγυήσεις λειτουργεί, προτού ακόμα θεσπιστούν οι σχετικές διατάξεις! Παρατηρούμε δηλαδή και στην Ελλάδα αυτό που συνέβη σε όλες τις χώρες: οι αναλύσεις DNA αναπτύσσονται από τις διωκτικές αρχές, που ενεργούν στη βάση των ελλείψεων του νόμου και της κρατικής καθυστέρησης. 

Η αποκωδικοποίηση του γενετικού κώδικα που ανακοινώθηκε στην αρχή της βδομάδας θα έπρεπε κανονικά να θορυβήσει ακόμα και όσους μέχρι σήμερα αδιαφορούσαν γι' αυτό το γενετικό φακέλωμα που έχει ήδη προχωρήσει ανεξέλεγκτα. Φαίνεται, όμως, ότι είναι πολύ αργά. Παρά τις αντίθετες φωνές, η προβολή της ιατροδικαστικής χρήσης του DNA έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε να ενσωματωθεί ακόμα και στον ατομικό τρόμο του κατοίκου της μεγαλούπολης. Εδώ και λίγο καιρό διαφημίζεται σε πολλές χώρες ένα νέο θαυματουργό μηχάνημα αυτοπροστασίας. Με 60 δολάρια παίρνεις τον "Αντικλεπτικό συλλέκτη δείγματος". Πρόκειται για ένα συνδυασμό σειρήνας συναγερμού και μιας μικρής βελόνας. Οταν δεχτείτε επίθεση, ενεργοποιείτε τον συναγερμό και επιχειρείτε να ακουμπήσετε με τη βελόνα το δέρμα του επιτιθέμενου. Η βελόνα συγκρατεί λίγο ιστό και έτσι έχουμε έτοιμο το DNA του δράστη για το δικαστήριο! Μια λαμπρή ιδέα και για τους δικούς μας συλλόγους ληστευθέντων.

(Ελευθεροτυπία, 18/2/2001)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ