8 ΜΑΡΤΙΟΥ 1914

Η ιστορία της "άχρηστης" Μαρίας-Αϊσέ

1.   2.


8 του Μάρτη ενόψει και, μακριά από τους πανηγυρικούς, μερικά κιτρινισμένα χαρτιά έρχονται να φωτίσουν άγνωστες πτυχές της ιστορικής διαδρομής των γυναικών στον ελληνικό χώρο. Στις 8 Μαρτίου του 1914, στην Εδεσσα, μια γυναίκα βρίσκεται αντιμέτωπη με τα πολλά και διαφορετικά πρόσωπα της ανδρικής βίας.


Ηταν 8 Μαρτίου του 1914, όταν η Μαρία που έγινε Αϊσέ κι ύστερα την ξανάπανε Μαρία οδηγήθηκε στην αστυνομική διεύθυνση της Εδεσσας και κλήθηκε να ορκιστεί στο Ευαγγέλιο και να καταθέσει τι ξέρει για την υπόθεση που είχε αναστατώσει τις αρχές του τόπου. Μόνο που η "υπόθεση" αυτή ήταν η ίδια της η ζωή και η Μαρία-Αϊσέ αντιλαμβανόταν πως από την εξέλιξη της ανάκρισης εξαρτιόταν η επιβίωσή της και η επιβίωση των τριών μικρών παιδιών της. Μέρες τώρα προσπαθούσε να μην κάνει το μοιραίο λάθος. Και απαντούσε προσεκτικά σε όσους τη ρωτούσαν: στον αστυνόμο, τον μητροπολίτη και τον τοπικό εκπρόσωπο της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας. 

Ολοι αυτοί έμοιαζαν να ερμηνεύουν την ιστορία της με το δικό τους τρόπο. Και της ζητούσαν πιεστικά να επιβεβαιώσει τη δική τους ανάγνωση των γεγονότων που σφράγισαν την ταπεινή ζωή της. Πατέρας και συγγενείς, αστυνόμοι, δικαστικοί και διοικητικοί υπάλληλοι, παπάδες και μουφτήδες, οι πάντες κάτι γύρευαν από τη Μαρία-Αϊσέ: κάποιοι την ήθελαν θύμα ερωτικής απαγωγής και με τη βία εξισλαμισμένη χριστιανή, άλλοι τη θεωρούσαν μουσουλμάνα που πιέστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι του άντρα της στο χωριό, σύρθηκε από τους χωροφύλακες στην Εδεσσα και εκεί εκβιάστηκε από τον μητροπολίτη να βαφτίσει τα παιδιά της. 

Τι από όλα αυτά ήταν η Μαρία-Αϊσέ; Στα 35 της χρόνια, η γυναίκα αυτή ερχόταν αναγκαστικά αντιμέτωπη με απλουστευτικές εκδοχές της ταυτότητάς της που αδιαφορούσαν για τα βιώματά της και την καλούσαν να διαλέξει στρατόπεδο. Ποια ήταν, λοιπόν; Και με ποιους; Με τους χριστιανούς ή με τους μουσουλμάνους, με τους νικητές ή με τους χαμένους των πρόσφατων Βαλκανικών Πολέμων; Με την οθωμανική κοινότητα ή με τους χριστιανούς και τις ελληνικές αρχές; Με την οικογένεια του χριστιανού πατέρα της ή με τους συγγενείς του μουσουλμάνου άντρα της; Ή μήπως δεν ήταν με κανένα; 

Ο φάκελος με την ιστορία της Μαρίας-Αϊσέ που εντοπίσαμε στα Ιστορικά Αρχεία Μακεδονίας (Γενική Διοίκησις Μακεδονίας, φ. 75) δεν διασώζει βέβαια τις σκέψεις που οδήγησαν τη νεαρή γυναίκα στην τελική της απόφαση. Και τα λόγια της ακόμη, αυτά που είπε στον διοικητικό επίτροπο της Εδεσσας και όσα κατέθεσε στον αστυνομικό διευθυντή της Βέροιας, διαμεσολαβημένα από γραφείς και διερμηνείς, ενδέχεται να απέχουν πολύ από αυτά που πράγματι τόλμησε να ξεστομίσει. Ετσι κι αλλιώς, η Μαρία-Αϊσέ, όπως θα δούμε στη συνέχεια, δεν ήξερε γράμματα και δεν μιλούσε ελληνικά. Και πρέπει να ήταν πολύ τρομαγμένη, όταν βρέθηκε μπροστά στις αρχές του τόπου και αντιλήφθηκε πως από τη στάση της θα κρινόταν αν και κατά πόσον θα την άφηναν να ζήσει με τα παιδιά της. Γιατί, κακά τα ψέματα, κανενός δεν καιγόταν καρφί για την ίδια. Τα παιδιά της ήταν το ζήτημα, και πάλι όχι ακριβώς αυτά, αλλά το θρήσκευμά τους. 

Εκείνη, λοιπόν, την 8η Μαρτίου -η σύμπτωση με την Ημέρα της Γυναίκας είναι ένα παιχνίδι της ιστορίας που καλύτερα να αφήσουμε ασχολίαστο-, η Μαρία-Αϊσέ ήξερε ότι επί ημέρες έπαιζε κορόνα-γράμματα τη ζωή με τα παιδιά της. Μοιάζει να κέρδισε, επιλέγοντας τον πιο βολικό συμβιβασμό. Ο φάκελός της δεν μας διαφωτίζει ως προς τη συνέχεια της περιπέτειάς της. Περιλαμβάνει, ωστόσο, τη σχετική αλληλογραφία των αρχών, καθώς και τις καταθέσεις που συγκέντρωσε στην Εδεσσα ο αστυνομικός διευθυντής της Βέροιας ταγματάρχης Π. Λαμπρόπουλος από όλους εκείνους, τους άνδρες εννοείται, που κρίθηκαν εξουσιοδοτημένοι να μιλήσουν για την υπόθεση. Μας επιτρέπει έτσι να ανασυστήσουμε την ιστορία της Μαρίας-Αϊσέ και να παρακολουθήσουμε τη διαδρομή μιας γυναίκας που βρέθηκε στη δίνη των Βαλκανικών Πολέμων και αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει ολομόναχη τις ριζικές ανακατατάξεις που σημειώθηκαν τότε στις απελευθερωμένες από τον ελληνικό στρατό περιοχές. Μέσα από τους παράλληλους (ανδρικούς) μονολόγους των μαρτυρικών καταθέσεων μπορούμε να διακρίνουμε το περίγραμμα της ζωής της Μαρίας-Αϊσέ και να αντιληφθούμε ότι η ζωή αυτή στάθηκε μια διαρκής αναμέτρηση με τους μηχανισμούς μιας πολυπρόσωπης βίας -οικογενειακής, κοινωνικής, κρατικής και εκκλησιαστικής. 

Η διπλή ανταρσία της Μαρίας-Αϊσέ

Η Μαρία γεννήθηκε το 1879 στο χωριό Ρ. κοντά στην Εδεσσα. (Παραλλάσσουμε ελαφρά τα ονόματα των πρωταγωνιστών της ιστορίας. Τα τοπωνύμια είναι ακριβή, εκτός από το χωριό της Μαρίας-Αϊσέ που σημειώνεται με το αρχικό του γράμμα.) Ηταν χριστιανή, βουλγαρόφωνη και τσιγγάνα. Δεν ήξερε ελληνικά και, προφανώς, δεν είχε πάει ποτέ σχολείο. Στα είκοσι δύο της χρόνια ερωτεύτηκε τον μουσουλμάνο Χασάν Καντίρ από τη γειτονική Βάγγενη που βρέθηκε για ένα διάστημα στο χωριό της. Η Μαρία έμεινε έγκυος και ακολούθησε τον Καντίρ στη Βάγγενη, όπου τον παντρεύτηκε και έζησε μαζί του, ως Αϊσέ πια, για περισσότερα από δέκα χρόνια. Στο διάστημα αυτό το ζευγάρι απέκτησε τέσσερα παιδιά, από τα οποία το ένα πέθανε σε μικρή ηλικία. Ο πατέρας της Μαρίας-Αϊσέ, διαφωνώντας εξαρχής με την επιλογή της κόρης του, επιχείρησε να ακυρώσει το γάμο, αλλά απ' ό,τι φαίνεται δεν τα κατάφερε. Συγκρότησε, ωστόσο, από τότε μια εκδοχή της ιστορίας που θα του φαινόταν χρήσιμη στη συνέχεια. Ισχυρίστηκε, δηλαδή, πως το κορίτσι έπεσε θύμα απαγωγής, ότι με τη βία ο Καντίρ την έσυρε στο χωριό του και ότι εκεί, πάλι με τη βία, την ανάγκασε να ασπαστεί τον ισλαμισμό. Πρόσθετε, μάλιστα, προφανώς για να εμφανίσει ακόμη πιο τραγική τη μοίρα της θυγατέρας, ότι ο οθωμανός άρπαγας την είχε κλείσει στο προσωπικό του χαρέμι.

Ο καιρός, όμως, περνούσε και πλησίαζε η ώρα των σαρωτικών αλλαγών που θα έφερναν στην περιοχή οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Τέλη Οκτωβρίου του 1912, ο ελληνικός στρατός προήλαυνε προς τα Γιαννιτσά, προετοιμάζοντας τη μάχη που θα του άνοιγε το δρόμο προς τη Θεσσαλονίκη. Οι μουσουλμάνοι των χωριών γύρω από την Εδεσσα ένιωθαν τον κλοιό γύρω τους να σφίγγει. Από τη μια οι Ελληνες που προωθούνταν σε όλο και πλησιέστερες θέσεις, από την άλλη οι Βούλγαροι, σύμμαχοι των Ελλήνων σ' αυτόν τον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο, που βρήκαν την ώρα να ξεκαθαρίσουν δικούς τους παλιούς λογαριασμούς με τους Τούρκους. Οι μουσουλμάνοι δεν ένιωθαν πια ασφαλείς στα χωριά γύρω από την Εδεσσα και κάμποσοι απ' αυτούς πήραν το δρόμο της προσφυγιάς. Ανάμεσά τους και ο άντρας της Αϊσέ, αφήνοντάς την μόνη με τα τρία παιδιά τους. Αγνωστος ο ακριβής προορισμός του, κάπου μακριά στην "Ασιατική Τουρκία", αναφέρουν τα έγγραφα. Από εκεί μπορεί και να έδωσε κάποια στιγμή σημεία ζωής στη γυναίκα του, αν τουλάχιστον πιστέψουμε μια σχετική πληροφορία.

Οπως και να έχει, η Αϊσέ παρέμεινε για ένα διάστημα στη Βάγγενη, κοντά στους συγγενείς του άντρα της, τη μάνα, την αδελφή και τον γαμπρό του. Και ξαφνικά, πρέπει να 'ταν καλοκαίρι του 1913, γύρισε στο σπίτι των γονιών της στο χωριό Ρ. Δεν ξέρουμε, ούτε μπορούμε να υποθέσουμε, γιατί το έκανε. Ο μουφτής αναφέρει στην κατάθεσή του ότι "βούλγαροι κομιτατζήδες" την έδιωξαν κι αυτήν -όπως και τον άντρα της- από τη Βάγγενη. Μπορεί να 'ταν κι έτσι. Εκείνο, ωστόσο, που προκύπτει σαφώς από τα κείμενα είναι πως τρεις μόνο μήνες άντεξε στο πατρικό της η Μαρία-Αϊσέ. Δεν μπορούσε να ανεχθεί άλλο τα κουτσομπολιά και τις κατηγόριες, δεν μπορούσε να τη φωνάζουν συγγενείς και συντοπίτες "Τούρκισσα". Εξαφανίστηκε λοιπόν μια μέρα χωρίς να ενημερώσει κανένα και γύρισε πίσω στη Βάγγενη. 

Η βία με τα πολλά ανδρικά πρόσωπα 

Αλλά ο πατέρας δεν ήταν διατεθειμένος να καταπιεί και τη δεύτερη ανταρσία της κόρης. Κι αφού την πρώτη φορά, παρά τη βοήθεια τότε του μητροπολίτη, δεν τα είχε καταφέρει να την φέρει πίσω ως "βιαίως εξισλαμισθείσα", τώρα αποφάσισε να ενεργήσει πιο προσεκτικά. Ξεκίνησε υποβάλλοντας μήνυση στον γαμπρό του άντρα της Μαρίας-Αϊσέ, τον άνθρωπο που είχε υποσχεθεί να την προσέχει μετά το φευγιό του, ότι δήθεν την κρατούσε παρά τη θέλησή της στη Βάγγενη. Ανέσυρε και το παλιό παραμύθι ο πατέρας και άρχισε να "θυμίζει" ότι η κόρη του υπήρξε πριν από χρόνια πολλά θύμα απαγωγής, ότι με τη βία είχε γίνει μουσουλμάνα και ότι είχε κλειστεί με το ζόρι σε χαρέμι. Κίνησαν αμέσως για τη Βάγγενη ο μοίραρχος Γιαννουκάκης και ο ειρηνοδίκης της Εδεσσας, ανέκριναν επί τόπου τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση και διαπίστωσαν ότι η γυναίκα παρέμενε με τη θέλησή της στο χωριό του άντρα της και ότι εκεί ήθελε να συνεχίσει να ζει. 

Δεν το έβαλε κάτω ο πατέρας. Αφησε να περάσει λίγος καιρός και τον Φεβρουάριο του 1914 εμφανίστηκε στον υπομοίραρχο Αγγελίδη στην Εδεσσα και ζήτησε τη βοήθεια της αστυνομίας για να βρει τη "χαμένη" του κόρη. Η Μαρία-Αϊσέ κατάλαβε τι την περίμενε, όταν άκουσε τους αγροφύλακες να της ζητούν να πάρει τα παιδιά της και να τους ακολουθήσει στην Εδεσσα. Αντιστάθηκε, αμφισβητώντας την αρμοδιότητά τους. Μόνο στις αστυνομικές αρχές θα παραδινόταν, τους είπε. Ο υπομοίραρχος το σκέφθηκε καλύτερα κι έστειλε στη Βάγγενη τον πατέρα με τη συνοδεία χωροφύλακα. Τη φορά αυτή, η Μαρία-Αϊσέ ήταν υποχρεωμένη να υπακούσει.

Η συνέχεια της ιστορίας δεν είναι απολύτως ξεκαθαρισμένη. Σύμφωνα με μαρτυρίες της μουσουλμανικής πλευράς, η Μαρία-Αϊσέ σύρθηκε με το ζόρι στην Εδεσσα όπου εκβιάστηκε να βαφτίσει τα παιδιά της. Υπέστη μάλιστα και σωματική βία, καθώς οι χωροφύλακες της έσκισαν το φερετζέ "πείθοντάς" την με τον τρόπο αυτόν ότι καιρός να πάψει να νιώθει μουσουλμάνα. Διαφορετική εμφανίζεται η εκδοχή των αστυνομικών: η γυναίκα δεν φορούσε φερετζέ όταν εμφανίστηκε στην Εδεσσα, δήλωσε χριστιανή και ζήτησε μόνη της να βαφτιστούν τα παιδιά της. 

Τι απ' όλα αυτά συνέβη; Τα έγγραφα που διασώζει ο φάκελος της Μαρίας-Αϊσέ είναι και στο σημείο αυτό αρκετά διαφωτιστικά. Ύστερα από διαβήματα του μουφτή της Εδεσσας και της τοπικής οθωμανικής κοινότητας προς τον μουφτή της Θεσσαλονίκης και τη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας (Γραφείο Εξωτερικών και Θρησκευτικών), η υπεύθυνη ελληνική αρχή στη Θεσσαλονίκη εμφανίζεται εξαιρετικά θορυβημένη από τις εξελίξεις και ζητεί την άμεση διενέργεια ανακρίσεων. Είναι προφανές ότι η περιπέτεια μιας άσημης βουλγαρόφωνης τσιγγάνας κινδύνευε να τινάξει στον αέρα τις δύσκολες ισορροπίες που προσπαθούσε να κρατήσει η νεοπαγής ελληνική διοίκηση, πείθοντας τις μουσουλμανικές κοινότητες της περιοχής πως δεν διατρέχουν τον κίνδυνο βίαιου εκχριστιανισμού. 

Την ώρα, λοιπόν, που η αστυνομία της πόλης παρίστανε ότι όλα είχαν συμβεί κατά τον καλύτερο τρόπο, η εμπιστευτική αλληλογραφία του διοικητικού επιτρόπου της Εδεσσας με τους ανωτέρους του στη Θεσσαλονίκη αποκαλύπτει πτυχές της υπόθεσης που προδίδουν την πίεση που υπέστη η Μαρία-Αϊσέ για να δηλώσει ότι δεν έχει αντίρρηση να γίνει και πάλι χριστιανή και να επιτρέψει τη βάπτιση των παιδιών της. Χαρακτηριστική από την άποψη αυτή είναι επιστολή που η Γενική Διοίκηση Μακεδονίας απευθύνει την 1η Μαρτίου στον εκπρόσωπό της στην Εδεσσα: η ανώτερη αρχή εκφράζει την αντίρρησή της για όσα συνέβησαν χωρίς να ζητηθούν οδηγίες της, μιλά για βίαιη προσαγωγή της γυναίκας, "έκνομη" βάπτιση των παιδιών της και ρωτά αν προβλέπεται τρόπος "επανόρθωσης", δηλαδή ακύρωσης του μυστηρίου. 

Τρεις ημέρες αργότερα, στις 4 Μαρτίου, η απάντηση του διοικητικού επιτρόπου της Εδεσσας Ζώτου έρχεται να ρίξει αρκετό φως στις σκοτεινές πλευρές της υπόθεσης: Ρωτήθηκε η Μαρία-Αϊσέ, αναφέρει ο επίτροπος, αν μεταμελήθηκε που έγινε μουσουλμάνα, κι εκείνη απάντησε ότι μόνο ένα πράγμα έχει στο μυαλό της, να μην τη χωρίσουν από τα παιδιά της και να μην την αναγκάσουν να γυρίσει στο πατρικό της σπίτι, όπου την περίμενε και πάλι η έχθρα των συγγενών. Δεν είχε αντίρρηση να βαφτιστούν τα παιδιά, αλλά προτιμούσε να μη γίνει αυτό αμέσως, γιατί έτρεμε μήπως αποφασιστεί τελικά να δοθούν τα παιδιά στους συγγενείς του άντρα της. Στην περίπτωση αυτή ήθελε να γίνει και πάλι μουσουλμάνα και να γυρίσει πίσω μαζί τους.

Στρατηγικές της επιβίωσης

Δεν την ένοιαζε τη Μαρία-Αϊσέ ποια από τις δύο ταυτότητες θα την υποχρέωναν εντέλει να κρατήσει. Εκείνο που την έκαιγε ήταν να μην της πάρουν τα παιδιά. Κι όταν, όπως προκύπτει από τη συνέχεια της ανάκρισης, ο αστυνόμος την έστειλε στον μητροπολίτη κι εκείνος διέταξε να βαφτιστούν άρον-άρον τα παιδιά με νονούς τους χωροφύλακες υπηρεσίας, η Αϊσέ που ξανάγινε Μαρία ήξερε ότι όλες οι πόρτες είχαν πια κλείσει γι' αυτήν. Στο πατρικό της σπίτι δεν άντεχε να γυρίσει, τώρα που τα παιδιά της απέκτησαν χριστιανικά ονόματα έγινε αδιάβατος και ο δρόμος που θα την οδηγούσε πίσω στους συγγενείς του άντρα της. Ζήτησε λοιπόν να παραμείνει στην Εδεσσα και δέχτηκε να τεθεί υπό την προστασία της εκεί εκκλησίας. Τη σκηνή αναφέρει και ο μουφτής στην κατάθεσή του: "Τώρα που βαφτίστηκαν τα παιδιά σου είσαι και πάλι ελεύθερη", φέρεται να της δήλωσε μπροστά στον μουφτή ο επίτροπος Ζώτος. "Και πού να πάω τώρα; Φοβούμαι", φαίνεται πως του αντιγύρισε εκείνη. 

Στη διάρκεια της ανάκρισης που διέταξαν οι ελληνικές αρχές προσπαθώντας να διασκεδάσουν τις διαμαρτυρίες του μουφτή και να καθησυχάσουν τους ανωτέρους τους στη Θεσσαλονίκη, η πραγματική ιστορία της Μαρίας-Αϊσέ διαγράφεται καθαρά κάτω από τα αυτολογοκριμένα λόγια των μαρτύρων: αποδεικνύεται έτσι πως ο πατέρας έλεγε εξαρχής ψέματα, όταν διέδιδε πως η κόρη του υπήρξε θύμα απαγωγής και βίαιου εξισλαμισμού, καθώς κι όταν κατέθετε πως οι συγγενείς του άντρα της την κρατούσαν με το ζόρι στο χωριό τους. Το φευγιό από το πατρικό σπίτι ήταν μια κίνηση ελευθερίας, η αλλαγή του θρησκεύματος επιλογή και η παραμονή της στο χωριό του άντρα της προσωπική της επιθυμία. Από την ανάκριση συνάγεται ακόμη ότι αστυνομικές αρχές και μητροπολίτης παρέβαιναν το νόμο, όταν αποφάσιζαν να σύρουν τη γυναίκα στην Εδεσσα και να την αναγκάσουν να συγκατατεθεί στη βάφτιση των παιδιών της. Εκείνο, ωστόσο, που προκύπτει κυρίως από την ανάκριση είναι η βαθιά περιφρόνηση που ένιωθαν οι πάντες για τη βουλγαρόφωνη αγράμματη τσιγγάνα που αλλαξοπίστησε για να παντρευτεί τον άντρα που ερωτεύτηκε. "Ως αντελήφθην", σημείωνε στους ανωτέρους του ο αστυνομικός διευθυντής της Βέροιας ταγματάρχης Π. Λαμπρόπουλος, "η γυνή αύτη δεν έχει ουδεμίαν σχεδόν συνείδησιν θρησκευτικού αισθήματος, αλλ' ευχαρίστως και προθύμως αποδέχεται την θρησκείαν εκείνου όστις θ' αναλάβη να την τροφοδοτή". "Η ανωτέρω γυνή, καθώς και οι γονείς αυτής, δεν έχουσιν ούτε συνείδησιν ούτε θρησκείαν σχεδόν, αλλ' είναι αθίγγανοι και άχρηστοι εντελώς διά πάσαν θρησκείαν", συμπλήρωνε από την πλευρά του ο "προστάτης" της ο μουφτής. 

"Αχρηστη" η Μαρία-Αϊσέ, αλλά, άθελά της, είχε βρεθεί στο επίκεντρο ενός επεισοδίου που θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές ελληνο-τουρκικές τριβές. Οταν, λοιπόν, εκείνη την 8η Μαρτίου του 1914 κλήθηκε να καταθέσει τι γνωρίζει για την υπόθεση, η νεαρή γυναίκα μέτρησε πολύ τα λόγια της, μα δεν τα μάσησε. Αφηγήθηκε στον ταγματάρχη Λαμπρόπουλο και τον ενωμοτάρχη Καφάση ότι πριν από δώδεκα χρόνια ακολούθησε οικειοθελώς τον Χασάν Καντίρ στη Βάγγενη, ότι τον παντρεύτηκε και ότι απέκτησαν τρία παιδιά, τη Ριφιέ εφτά, τον Οσμάν πέντε και τον μικρούλη Νετζίπ μόλις δύο ετών. Οτι όταν ο ελληνικός στρατός ήρθε στη Μακεδονία ο άντρας της φοβήθηκε και έφυγε στην Ασία. Τότε η ίδια πήγε με τα παιδιά στο σπίτι του πατέρα της στο Ρ., όπου δεν μπόρεσε να παραμείνει γιατί οι συγγενείς την κακολογούσαν. Επέστρεψε στη Βάγγενη, όπου ύστερα από καιρό εμφανίστηκαν ο πατέρας της κι ένας χωροφύλακας και την έφεραν στην Εδεσσα. Εκεί, ο αστυνόμος την έστειλε στον μητροπολίτη κι αυτός της είπε ότι, σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα της, έπρεπε να βαφτίσει τα παιδιά της. Και τα βάφτισαν και ονόμασαν τη Ριφιέ Ελένη, τον Οσμάν Κωνσταντίνο και τον Νετζίπ Σωτήριο. Και από τότε ζουν στην Εδεσσα και τους φροντίζει η εκκλησία. Και θέλει να μείνει εκεί και να μην επιστρέψει στο χωριό του πατέρα ούτε στο χωριό του άντρα της.

Δεν ξέρουμε τι απέγινε η Μαρία που έγινε Αϊσέ και ύστερα την ξανάκαναν Μαρία. Θέλουμε να πιστεύουμε πως κατάφερε να κρατήσει τα παιδιά της και πως τα βόλεψε με όλες αυτές τις εξουσίες που την κυνηγούσαν από τότε που απέκτησε συνείδηση του εαυτού της. Κομμάτι δύσκολο, βέβαια, αλλά η Μαρία-Αϊσέ ήταν ένα κορίτσι με τσαγανό. Αυτό τουλάχιστον μαρτυρεί η ιστορία της.

(Ελευθεροτυπία, 4/3/2001)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ