ΑΠΟΓΡΑΦΗ & ΓΛΩΣΣΑ-ΘΡΗΣΚΕΙΑ



Ευαίσθητα εθνικά δεδομένα

1.   2.


Για μια ακόμη φορά, το δελτίο ταυτότητας της Ελλάδας δεν θα περιλαμβάνει ούτε γλώσσα ούτε θρήσκευμα. Και γι' αυτή την παράλειψη δεν φταίει μόνο ο κ. Δαφέρμος, αλλά μια ολόκληρη, μακραίωνη ιστορική μας παράδοση. 


Αναπάντεχες προεκτάσεις πήρε τις τελευταίες μέρες το ζήτημα της απογραφής πληθυσμού που -όπως όλοι γνωρίζουμε- πρόκειται να διενεργηθεί στη χώρα μας την ερχόμενη Κυριακή. Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος κατήγγειλε ως εθνικά «επικίνδυνη» τη μη καταγραφή του θρησκεύματος των απογραφομένων, θεωρώντας ότι αυτή επισφραγίζει τον «πόλεμο κατά της Ορθοδοξίας».

Ανάλογες απόψεις είχαν εκφράσει οι μητροπολίτες Αλεξανδρουπόλεως Ανθιμος και Δημητριάδος Ιγνάτιος, ενώ ο πρόεδρος του Συνδέσμου Κληρικών Ευστάθιος Κολλάς αναρωτιόταν ρητορικά: «Τι είδους απογραφή θα είναι αυτή, όταν η χώρα μας δεν θα ξέρει τα είδη των θρησκευτικών μειονοτήτων;»

Φυσικά, ο αρχιεπίσκοπος δεν παρέλειψε να συγκρίνει την προσεχή απογραφή με εκείνη που πρόκειται να διενεργηθεί φέτος στη γειτονική μας Αλβανία, και η οποία επίσης παραλείπει κάθε σχετική αναφορά, με αποτέλεσμα αντιδράσεις της «Ομόνοιας» και καυστικά σχόλια του αθηναϊκού Τύπου: «Πώς να απαιτήσουμε από την αλβανική κυβέρνηση να περιλαμβάνει το θρήσκευμα στην απογραφή, όταν εμείς οι ίδιοι το έχουμε αφαιρέσει; Βγάλαμε τα μάτια μας με τα ίδια μας τα χέρια...». 

Κατά βάθος, ο κ. Χριστόδουλος και οι συν αυτώ έχουν κάποιο δίκιο όταν επισημαίνουν την αντίφαση. Μόνο που αυτή η τελευταία αποσιώπηση δεν έχει σχέση με την καταγγελλόμενη «προσπάθεια θρησκευτικού αποχρωματισμού του έθνους και περιθωριοποίησης της ορθοδοξίας», αλλά υπακούει σε εντελώς διαφορετικές -και συνήθως ανομολόγητες- «εθνικές» στοχεύσεις: η απόκρυψη δεν αφορά το εκκλησίασμα της (πασίγνωστης και ορατής στους πάντες) επικρατούσας θρησκείας, αλλά τις πληθυσμιακές εκείνες ομάδες που αποκλίνουν από το κυρίαρχο μοντέλο του αποκλειστικά ελληνόφωνου ορθόδοξου χριστιανού. Προφανώς η Εκκλησία της Ελλάδος το ξέρει πολύ καλά, γι' αυτό άλλωστε και απέφυγε να εκδηλώσει την παραμικρή αντίδραση όταν τα επίμαχα ερωτήματα (τα σχετικά με το θρήσκευμα, τη μητρική και την «συνήθως ομιλουμένη» γλώσσα των κατοίκων της χώρας) αφαιρέθηκαν για πρώτη φορά από τα απογραφικά δελτία της ΕΣΥΕ. Κι αυτή η αφαίρεση δεν έγινε σήμερα ή χθες αλλά το 1961, σε μια εποχή που η διαπλοκή της Εκκλησίας με το κράτος των εθνικοφρόνων βρισκόταν στο απόγειό της!

Να καταγράφονται αυτά τα δεδομένα ή όχι; Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι καθόλου εύκολη. Οι απογραφές πληθυσμού, εν γένει, είναι μια διαδικασία κάθε άλλο παρά κοινωνικά ουδέτερη, καθώς η χρήση (κι ενδεχομένως η κατάχρηση) των δεδομένων που συγκεντρώνονται επαφίεται -παρά τις όποιες τυπικές διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου- στην καλή προαίρεση των κρατούντων. Οριακή περίπτωση τέτοιας (κυριολεκτικά θανατηφόρας) κατάχρησης υπήρξε η «αξιοποίηση» των απογραφών από το Τρίτο Ράιχ, με τη βοήθεια της πολυεθνικής ΙΒΜ και των «τεχνολογιών αιχμής» της εποχής, στην οποία αναφερθήκαμε εκτενώς σε πρόσφατο δημοσίευμά μας («Ε» 3/3/01). Σ' αυτή τη βαριά κληρονομιά οφείλονται άλλωστε οι έντονες κοινωνικές αντιδράσεις και το μαζικό σαμποτάρισμα των 2 τελευταίων απογραφών (του 1983 και του 1987) στην ίδια τη -Δυτική, τότε- Γερμανία. 

Από την άλλη, ωστόσο, οποιαδήποτε εκδοχή αξιόπιστου κοινωνικού κράτους είναι αδιανόητη χωρίς την προηγούμενη «ακτινογράφηση» της ίδιας της κοινωνίας από τις αρμόδιες στατιστικές υπηρεσίες. Οσο για τα «ευαίσθητα» δεδομένα της γλώσσας και της θρησκείας, με τα οποία θα ασχοληθούμε εδώ, η αποφυγή καταγραφής τους συνήθως έχει να κάνει όχι με την προστασία των όποιων μειονοτήτων αλλά με τη βούληση αποσιώπησης -και σε τελική ανάλυση καταστολής- της διαφορετικότητας όσων αποκλίνουν από το κυρίαρχο μοντέλο. Πρόσφατη είναι, άλλωστε, η καταδίκη του αρχιτέκτονα Σωτήρη Μπλέτσα από δικαστήριο της Αθήνας για «διασπορά ψευδών ειδήσεων» που αφορούσε, ακριβώς, την αναφορά στο γεγονός και μόνο της -παράλληλης με την ελληνική- ομιλίας άλλων γλωσσών στην Ελλάδα...

Η «προαιρετική αναγραφή» του ΟΗΕ 

Τι συμβαίνει, όμως, στον υπόλοιπο αναπτυγμένο κόσμο; Ανατρέξαμε στις απογραφές πληθυσμού που πραγματοποιούν τούτη τη χρονιά οι υπόλοιπες χώρες-μέλη της Ε.Ε. Κάθε χώρα ακολουθεί λίγο-πολύ τα δικά της κριτήρια. Η Γαλλία π.χ. αποφεύγει να θέσει οποιοδήποτε ερώτημα σχετικά με το θρήσκευμα ή την ομιλία ξένων γλωσσών, ενώ η Ισπανία θεωρεί τη συγκέντρωση στοιχείων για τη μητρική γλώσσα των κατοίκων «αναγκαία» και ως έναν από τους βασικούς στόχους της απογραφής. Η Βρετανία, πάλι, δεν έχει κανένα πρόβλημα να ρωτήσει τους απογραφόμενους όχι μόνο σχετικά με τη θρησκεία τους αλλά και για την «εθνοτική ομάδα» στην οποία ανήκουν -και μάλιστα με «φυλετικά» κατά βάση χαρακτηριστικά: οι προτεινόμενες κατηγορίες στα απογραφικά δελτία είναι «Λευκός» (Βρετανός-Ιρλανδός-Αλλο), «Μιγάς», «Ασιάτης» (Ινδός-Μπαγλαντέζος-Πακιστανός-Αλλο), «Μαύρος» (Αφρικανός-Καραϊβικής-Αλλο) και «Κινέζος ή άλλη εθνοτική ομάδα». 

Η απουσία ενιαίων κανόνων επιβεβαιώνεται και από τις «Συστάσεις για τις απογραφές πληθυσμού και κατοικιών για το 2000» που συνέταξε η Στατιστική Υπηρεσία της Οικονομικής Επιτροπής του ΟΗΕ για την Ευρώπη. Πρόκειται για οδηγίες που εκδόθηκαν σε συνεργασία με την αρμόδια υπηρεσία της Ε.Ε. (Eurostat), με σκοπό την καθοδήγηση των ευρωπαϊκών -και όποιων άλλων- χωρών στο σχεδιασμό των απογραφών τους και την εναρμόνιση των συλλεγόμενων στοιχείων. Οι «Συστάσεις» αυτές περιέχουν έναν «σκληρό πυρήνα» από δεδομένα των οποίων η συγκέντρωση κρίνεται απαραίτητη για κάθε χώρα, αλλά και μια σειρά από «προαιρετικά» (non-core) ερωτήματα, η υποβολή των οποίων επαφίεται στη βούληση των κρατών. 

Τόσο η γλώσσα όσο και το θρήσκευμα των κατοίκων κατατάσσονται από τους αρμόδιους του ΟΗΕ σ’ αυτή τη δεύτερη, προαιρετική κατηγορία. Για τις περιπτώσεις υποβολής των σχετικών ερωτημάτων, οι «Συστάσεις» παραθέτουν -προς διευκόλυνση των οργανωτών- μια ολόκληρη γκάμα από επιμέρους υποερωτήματα. Οσον αφορά τη θρησκεία, λ.χ., τα απογραφικά δελτία θα μπορούν να ζητάνε πληροφορίες για (α) «τυπική ιδιότητα του μέλους κάποιας εκκλησίας ή θρησκευτικής κοινότητας», (β) «συμμετοχή στη ζωή μιας εκκλησίας ή θρησκευτικής κοινότητας», ή (γ) «θρησκευτικές πεποιθήσεις». Στην περίπτωση της γλώσσας, πάλι, τα ερωτήματα μπορεί να αφορούν (α) τη μητρική γλώσσα, (β) την κύρια γλώσσα («αυτήν που το άτομο χειρίζεται καλύτερα»), (γ) «τις γλώσσες που μιλιούνται περισσότερο στο σπίτι ή/και την εργασία», και (δ) τη γλωσσομάθεια εν γένει, «καθοριζόμενη ως ικανότητα κάποιου να μιλάει και/ή να γράφει μια ή περισσότερες γλώσσες».

Η Ελλάδα απέφυγε να υιοθετήσει κάτι από τα παραπάνω. Η παράλειψη του θρησκεύματος επικυρώθηκε από τη σχετική γνωμοδότηση του κ. Δαφέρμου που, συνεπής στις απόψεις του, θεώρησε το εν λόγω δεδομένο ως προσωπικό απόρρητο -μαζί με τις ασθένειες, τη λήψη κοινωνικών επιδομάτων ή την αιτία θανάτου. Ο ίδιος απέφυγε να βάλει στην ίδια κατηγορία τη μητρική γλώσσα, αλλά αυτό δεν είχε καμιά επίπτωση στη διατύπωση των ερωτημάτων. Ετσι, στις 18 Μαρτίου το κράτος θα ζητήσει να πληροφορηθεί αν το WC μας βρίσκεται μέσα ή έξω από το σπίτι, αν «η κουζίνα μας έχει τις προϋποθέσεις ενός κανονικού δωματίου, έστω και αν δε χωρίζεται με τοίχο», πόσες ώρες εργαστήκαμε την περασμένη εβδομάδα και ποια ακριβώς ήταν τα καθήκοντά μας, αν έχουμε πτυχίο ΑΕΙ, ΤΕΙ, ΚΑΤΕ, ΚΑΤΕΕ, Εκκλησιαστικής Σχολής, ΙΕΚ, απολυτήριο ΕΠΛ, ΤΕΛ, ΤΕΣ, Μάστερ ή Διδακτορικό -αδιαφορεί όμως πλήρως όχι μόνο για τη μητρική μας αλλά και για το αν γνωρίζουμε μια ή περισσότερες ξένες γλώσσες! 

Θέσαμε το σχετικό ερώτημα στη διευθύντρια του αρμόδιου τμήματος της ΕΣΥΕ (Διεύθυνση Στατιστικής Πληθυσμού & Αγοράς Εργασίας), κ. Ιωάννα Τσαούση. Μας διαβεβαίωσε ότι κατά την προπαρασκευή της απογραφής δεν υπήρξε ο παραμικρός προβληματισμός για την υποβολή ερωτημάτων σχετικά με τη μητρική γλώσσα των κατοίκων: «Λλλωστε, αυτό βγαίνει κι από την υπηκοότητα. Οταν ο άλλος είναι άγγλος υπήκοος, δεν θα μιλάει αγγλικά;». Οσο για τη γλωσσομάθεια εν γένει, εκεί τα προβλήματα ήταν καθαρά τεχνικά: «Θα χρειάζονταν πάρα πολλά ερωτήματα, για να διαπιστώσουμε το επίπεδο γνώσης μιας γλώσσας, κι αυτό είναι πολύ δύσκολο». Στο κάτω-κάτω της γραφής, τέτοιου είδους στοιχεία συγκεντρώνονται με άλλες, λιγότερο καθολικές διαδικασίες: με έρευνες που πραγματοποιούνται στα πλαίσια της Eurostat, λχ, από το 1994 και με βάση ένα δείγμα 2 ‰ επί του συνολικού πληθυσμού...

Βεβαρημένο στατιστικό παρελθόν 

Οπως είπαμε και παραπάνω, αυτή η έλλειψη άνεσης δεν είναι καθόλου πρόσφατο φαινόμενο. Το αντίθετο, μάλιστα: η στατιστική καταγραφή της μητρικής γλώσσας και της θρησκείας υπήρξε πάντοτε στη χώρα μας ένα «εθνικά ευαίσθητο» ζήτημα -και σύντομη ιστορική αναδρομή αποδεικνύεται εξαιρετικά διαφωτιστική επ’ αυτού. Αφήνοντας κατά μέρος τις απογραφές πληθυσμού του ΙΘ΄ άι., σε μεγάλο βαθμό ερασιτεχνικές και συχνά ανολοκλήρωτες, έχουμε και λέμε:

 * Το 1907 οργανώθηκε η πρώτη απογραφή πληθυσμού με κάποιες αξιώσεις -και ταυτόχρονα η τελευταία πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους και τη συνακόλουθη επέκταση της Ελλάδας. Τα σχετικά ερωτήματα περιλάμβαναν θρησκεία και γλώσσα, με διάκριση των κατοίκων σε «εγγραμμάτους» και «αγραμμάτους». Σε συνολικό πληθυσμό 2.631.952 ανδρών και γυναικών, το 98,68 % δήλωσαν Ορθόδοξοι (με βασική θρησκευτική μειονότητα αυτή των 23.261 Καθολικών) και το 97,02 % ελληνόφωνοι ΄ 50.975 άτομα δήλωσαν ως γλώσσα τους την Αλβανική, 10.401 την Κουτσοβλαχική, 6.752 την Ιταλική 3.867 διάφορες ευρωπαϊκές (αγγλική, γαλλική, γερμανική ή ρωσική), 2.130 την Τουρκική, 823 την Τσακωνική και 3.404 «άλλη ή ανεξακρίβωτη» [sic]. Σε σύνολο 78.352 «ξενόφωνων», οι 60.123 (76,7 %) κατατάσσονταν επίσης στην κατηγορία των «αγράμματων» ΄ οι μόνοι που ανέτρεπαν άρδην αυτόν τον κανόνα (με 85,4% εγγράμματους) ήταν όσοι δήλωσαν ως «γλώσσα τους» κάποιαν «ευπαρουσίαστη» ευρωπαϊκή.

Η ακρίβεια των παραπάνω δεδομένων αμφισβητήθηκε ωστόσο έντονα από τους ίδιους τους αρμόδιους. «Κατά την απογραφήν του 1907 εζητήθη να δηλωθή ποια γλώσσαν ο απογραφόμενος ομιλεί ως ιδικήν του», διαβάζουμε λ.χ. στο σύγγραμμα του τότε επικεφαλής της Διευθύνσεως Στατιστικής, Γ.Π. Σταυράκη. «Θα ήτο προτιμώτερον το ερώτημα να ετίθετο άλλως, ήτοι 'ποίαν γλώσσαν ομιλείς εις την οικίαν σου;', διότι ούτω μόνον θα ήτο δυνατόν να εξευρεθή πόσοι ομιλούσι την Ελληνικήν γλώσσαν [...]. Πάντες οι Ελληνες θεωρούσιν ως ιδικήν των την Ελληνικήν γλώσσαν, ουχί όμως πάντες ομιλούσιν αυτήν. Υπάρχουσιν ολόκληρα χωρία της Νέας και αυτής έτι της Παλαιάς Ελλάδος, εις τα οποία ουδέ είς κάτοικος γνωρίζει την Ελληνικήν» (σ.131). Ο σκοπός που επέβαλε αυτή την αναζήτηση της αλήθειας ήταν, κατά τον ίδιο αρμόδιο, καθαρά πρακτικός: «Την πράγματι λοιπόν ομιλουμένην γλώσσαν επιζητεί η δημογραφία να εξεύρη, όπως εκ της υπεροχής της μιας ή της άλλης γλώσσης δυνηθή να αντιληφθή το Κράτος, εάν πρέπη να λάβη τα προς διάδοσιν της επισήμου αυτού γλώσσης απαιτούμενα μέτρα». Μάλλον νωρίς για παραπέρα ευαισθησίες...

  * Με ενδιάμεσο στάδιο μια απλή καταγραφή των κατοίκων των νέων επαρχιών από τον ελληνικό στρατό, το Σεπτέμβριο του 1913, η επόμενη απογραφή πραγματοποιήθηκε το 1920. Πρόκειται για την αναλυτικότερη μέχρι σήμερα -και τη σοβαρότερη μέχρι τότε από τεχνικής απόψεως: για πρώτη φορά τα αποτελέσματα καταμετρήθηκαν στο σύνολό τους, με τη βοήθεια της πιο σύγχρονης τεχνολογίας (διατρητικές, διαλογικές κι αθροιστικές μηχανές Power’s & Burrough’s). Περιλάμβανε κι αυτή τα ερωτήματα για τη θρησκεία και τη μητρική γλώσσα -στη δεύτερη αυτή περίπτωση, με ενδιαφέρουσες συμπληρωματικές πληροφορίες (παράλληλη γνώση ελληνικής γλώσσας, εγγραμματοσύνη, κ.λπ.). Δυστυχώς, όμως, η δημοσίευση των αποτελεσμάτων της υπήρξε λειψή: με κυβερνητική απόφαση ακυρώθηκε, «χάριν οικονομίας», η δημοσίευση των δεδομένων που αφορούσαν τις «Νέες Χώρες» της Βόρειας Ελλάδας και των νησιών του Αιγαίου (Χουλιαράκης, σ.432). Από τους τόμους που εκδόθηκαν, όμως, παίρνουμε μια στοιχειώδη ιδέα τόσο για το σεβασμό των απογραφέων προς την ακρίβεια όσο και για κάποιες «παράξενες» (για τα σημερινά δεδομένα) τεχνικές λεπτομέρειες: την επίσημη καταγραφή λ.χ. κάποιων ελλήνων πολιτών με μητρική γλώσσα τη «Μακεδονική», που θεωρείται διαφορετική τόσο από τη «Σερβική» (αποτελέσματα Ν.Κερκύρας) όσο κι από τη «Βουλγαρική» (αποτελέσματα Ν.Τρικάλων).

  * Ακολούθησε η απογραφή του 1928, με σαφώς μικρότερη ποικιλία ερωτημάτων και μεγαλύτερη εθνική ανασφάλεια (είχε προηγηθεί η Μικρασιατική καταστροφή). Τα απογραφικά δελτία περιέχουν θρήσκευμα, μητρική γλώσσα και «συνήθως ομιλούμενη», μόνο οι δυο πρώτες κατηγορίες θα βρουν όμως το δρόμο τους μέχρι τα επίσημα αποτελέσματα -και μάλιστα όχι αναλυτικά, ανά οικισμό, αλλά σε επίπεδο επαρχίας. Το κυριότερο: από αυτή τη χρονιά αρχίζει η συστηματική παραχάραξη των επίμαχων στατιστικών δεδομένων από τις αρμόδιες υπηρεσίες, με τη δραστική μείωση του αριθμού των «ξενοφώνων» στους επίσημους πίνακες. Αποκαλυπτική για την έκταση του φαινομένου είναι η αντιπαραβολή των τελευταίων αυτών στοιχείων με τους αριθμούς που συναντά κανείς στις αντίστοιχες υπηρεσιακές καταμετρήσεις της εποχής, οι οποίες συντάσσονται από εξίσου -αν όχι περισσότερο- αρμόδιους φορείς και αφορούν τις ίδιες ακριβώς πληθυσμιακές ομάδες. Η περίπτωση των σλαβόφωνων Μακεδόνων είναι χαρακτηριστική: η επίσημη απογραφή βρίσκει 81.984 σε όλη την Ελλάδα, η Γενική Διοίκηση Μακεδονίας καταγράφει την ίδια εποχή 162.506 ενώ άλλες υπηρεσίες αναφέρουν ακόμη μεγαλύτερα νούμερα.

  * Με την επόμενη απογραφή, της 16ης Οκτωβρίου 1940, να έχει τιναχτεί στον αέρα από τον πόλεμο που ξέσπασε τις επόμενες βδομάδες, η σκυτάλη περνά σ’ εκείνη του 1951, την επαύριο του Εμφυλίου. Πρόκειται για την τελευταία απογραφή που περιλαμβάνει τα επίμαχα «εθνικώς ευαίσθητα» ερωτήματα -καταγράφοντας 160.242 ετερόθρησκους κι ετερόδοξους (2,1 % του πληθυσμού), από τους οποίους οι 112.665 Μουσουλμάνοι, και 334.923 άτομα με μητρική άλλη από την ελληνική (4,4 %). Η καταγραφή τους είναι ακόμη πιο συγκεντρωτική απ’ ό,τι το 1928, καθώς από το επίπεδο της επαρχίας περνάμε πλέον σε αυτό του νομού. Οι πιο ενδιαφέρουσες συγκρίσεις αφορούν ωστόσο κάποια «παράλογα» δεδομένα, που αποκαλύπτουν το μέγεθος του προγενέστερου κουκουλώματος. Οι βλαχόφωνοι, λ.χ., από 19.703 το 1928 φαίνεται να έχουν διπλασιαστεί μέσα σε μιάμιση δεκαετία (και τρεις πολέμους), φτάνοντας τους 39.855. Ακόμη πιο περίεργα είναι τα πράγματα με τους αλβανόφωνους: το 1928 εντοπίστηκαν 18.598 μουσουλμάνοι (οι γνωστοί Τσάμηδες της Θεσπρωτίας) και μόλις 171 χριστιανοί ΄ το 1951 οι μουσουλμάνοι έχουν σχεδόν εκλείψει μετά τις αιματηρές εκκαθαρίσεις του 1944, εμφανίζονται όμως κάπου 22.500 χριστιανοί -και μάλιστα σε διαφορετικούς νομούς- από το πουθενά! Οσο για το βαθμό ανταπόκρισης και των νέων δεδομένων προς την πραγματικότητα, μια ματιά στις (όποιες) διαθέσιμες υπηρεσιακές στατιστικές είναι, όπως πάντα, αποκαλυπτική.

Οι αθέατες καταγραφές

Μπορεί η απογραφή του 1951 να ήταν η τελευταία που ασχολήθηκε επισήμως με τη γλώσσα και το θρήσκευμα, λιγότερο διαφανείς όμως υπηρεσίες συνέχισαν την καταγραφή αυτών των «εθνικά ευαίσθητων δεδομένων» μακριά από βέβηλα μάτια. Απόρρητα και ως εκ τούτου πολύ λιγότερο εύκολα διαγνώσιμα, τα σχετικά στοιχεία κάθε άλλο παρά απουσιάζουν:

 * Το 1954, μια λεπτομερέστατη απογραφή των οικισμών και των κατοίκων της Βόρειας (τουλάχιστον) Ελλάδας διενεργείται από τη νεοσύστατη, τότε, ΚΥΠ. Τη διεκπεραίωση του έργου αναλαμβάνουν απόφοιτοι της Σχολής Ευελπίδων και το αντικείμενο της έρευνας επεκτείνεται πολύ πέρα από τα συνήθη -για να περιλάβει ακόμη και την «εθνική συνείδηση» των σλαβοφώνων, όπως αυτή εκτιμάται από τις υπηρεσίες ασφαλείας. Τα -οπωσδήποτε μερικά- αποτελέσματα που έχουμε στη διάθεσή μας, δίνουν 43.546 σλαβόφωνους και 7.749 βλαχόφωνους στο νομό Φλώρινας (σε σύνολο 69.025 κατοίκων), 42.627 σλαβόφωνους και 2.826 βλαχόφωνους σε σύνολο 124.541 στο νομό Πέλλας, 17.229 σλαβόφωνους και 1.529 βλαχόφωνους σε σύνολο 47.260 στο νομό Καστοριάς και 39.917 σλαβόφωνους επί πληθυσμού 67.282 «μεταδημοτευθέντων» σε άλλες περιοχές της χώρας. Ως «σλαβόφωνοι ρευστής και ξένης συνειδήσεως» θεωρούνται από την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών 12.549 άτομα στη Φλώρινα, 11.501 στην Πέλλα, 10.364 στην Καστοριά και 10.442 «μεταδημοτευθέντες».

 * Το Μάιο του 1965, η ΚΥΠ καταγράφει για πολλοστή φορά τους κατοίκους του νομού Φλώρινας. Η ταξινόμησή τους γίνεται χωριό-χωριό, με διάκριση σε «γηγενείς» (οι οποίοι «ομιλούν το σλαυικόν γλωσσικόν ιδίωμα εις λίαν ανησυχητικήν έκτασιν»), «πρόσφυγες», «βλάχους» («ομιλούντες την ρουμανοβλαχικήν κατά 50% περίπου»), «βορειοηπειρώτες» και «έποικους» (που μιλάνε «την Αλβανικήν εις λίαν περιωρισμένην έκτασιν»). Συγκεντρωτικότερα αποτελέσματα γνωστοποιούνται την ίδια εποχή στον υψηλόβαθμο διπλωμάτη Δημ. Μπίτσιο, όταν επισκέπτεται τη Θεσσαλονίκη για την επεξεργασία των «ειδικών προγραμμάτων» της εποχής: «εκ των συνομιλιών μας με διάφορους παράγοντες», διαβάζουμε στη σχετική έκθεση, «προέκυψε ότι οι σλαυόφωνοι υπολογίζονται εις 130.000 μέχρι 150.000». Μιάμιση δεκαετία πριν, η απογραφή του 1951 είχε καταμετρήσει μόλις 41.167...

 * Σχετικά με τις αντίστοιχες καταμετρήσεις στη Θράκη, υπάρχουν τέλος τα κείμενα επίσημων και ημιεπίσημων φορέων (όπως το ΕΛΙΑΜΕΠ), τα οποία παραθέτουν αριθμούς για το μέγεθος και τη γλωσσοπολιτισμική κατανομή της εκεί μειονότητας. Σαφέστερη απ΄όλους είναι, ωστόσο, η Υπηρεσία Ενημέρωσης του Υπουργείου Εξωτερικών, στη σχετική ιστοσελίδα της (http://www.mfa.gr/foreign/musmingr.htm): «Η πιο πρόσφατη γενική απογραφή (1991)», διαβάζουμε εκεί, «κατέγραψε 98.000 περίπου άτομα σε πληθυσμό 338.000 κατοίκων της Θράκης, δηλ. ποσοστό 29% του συνολικού πληθυσμού της περιοχής. Τη μειονότητα απαρτίζουν τρεις εθνοτικές ομάδες: 50% είναι τουρκικής καταγωγής, 35% Πομάκοι και 15% Αθίγγανοι». 

Επισήμως, η απογραφή του 1991 δεν είχε καταγράψει τίποτα τέτοιο. Από σεβασμό, προφανώς, στα «προσωπικά δεδομένα» των κατοίκων τής -ούτως ή άλλως ευαίσθητης- περιοχής... 

(Ελευθεροτυπία, 11/3/2001)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ