Η ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛ.ΑΣ.


Αστυνόμοι του σεξ

1.   2.

 

Σε "επιστημονικό" της φυλλάδιο η αστυνομία ταυτίζει την ομοφυλοφιλία με το έγκλημα. Ολίσθημα κάποιων αμετανόητων, νοσταλγία άλλων εποχών ή η κακή στιγμή; Τίποτε από όλα αυτά. Η Ελληνική Αστυνομία ουδέποτε διανοήθηκε να αναθεωρήσει τις μακραίωνες όσο και "αντρίκιες" βεβαιότητές της.

Μια καταγγελία που έφτασε από τον κ. Δημήτρη Γεωργακόπουλο (πρόεδρο της Πρωτοβουλίας Πολιτών - Συλλόγων/ΣΕΑ), μας φάνηκε απίστευτη. Δεν τρέφαμε, βέβαια, την αυταπάτη ότι το αστυνομικό σώμα έχει ξεπεράσει τις προκαταλήψεις και το ρατσισμό του (καθώς άλλα προδίδει η καθημερινότητα). Νομίζαμε ωστόσο ότι, τυπικά τουλάχιστον, η ΕΛ.ΑΣ. σέβεται το σύνταγμα και τους νόμους -και προσπαθεί να τα διδάσκει στους ανθρώπους της. Πλανηθήκαμε. 
Επίσημη, εσωτερικής χρήσεως, έκδοση της Ελληνικής Αστυνομίας («Θέματα Επιστημονικής Αστυνομίας», λέγεται) θέτει τους ομοφυλόφιλους, τους τοξικοεξαρτημένους και τις πόρνες εν διωγμώ!
Στη σελίδα 71, το εν λόγω φυλλάδιο εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο ταξινομούνται και φακελώνονται «οι καθ' έξη και κατ' επάγγελμα εγκληματίες, καθώς και τα πρωτοσημαινόμενα άτομα». Σε ειδική κατηγορία περιλαμβάνει τους «εγκληματίες περί τα ήθη» και ανάμεσά τους τις «ιερόδουλες» και τους «κίναιδους». Αμέσως παρακάτω, δίπλα στους «εμπόρους ναρκωτικών», εμφανίζονται -πάντοτε ως εγκληματίες- και οι «τοξικομανείς». Η ίδια καταγγελία έφτασε και στον Συνήγορο του Πολίτη (δημοσιεύτηκε στο «Εθνος», 18/3). 
Η ηγεσία της αστυνομίας δεν αντέδρασε. Κάποιοι κύκλοι, ωστόσο, φρόντισαν να διοχετεύσουν στον τύπο της επομένης τα ... ανεπίσημα επιχειρήματά της: 
«Πρόκειται για μια προσπάθεια προσβολής της Αστυνομίας με τη δημοσιοποίηση εσωτερικών χρηστικών εγγράφων. Τα σχόλια και οι κατηγορίες είναι υπεραπλουστευμένες. Αναγράφοντας "κίναιδοι και ιερόδουλες" εννοούμε τους εκδιδόμενους άνευ χαρακτηρισμού τραβεστί και γυναίκες. Οσο για τους τοξικομανείς, είναι κυρίως άρρωστοι, αλλά κάπου πρέπει να τους εντάξουμε για να κάνουμε τη δουλειά μας». 
Υποθέτουμε ότι «οι κύκλοι» θα εκπροσωπούσαν αυθεντικά τις πεποιθήσεις των έντεκα αξιωματικών-συγγραφέων του επίδικου «επιστημονικού πονήματος».

Το άπαρτο οχυρό

Στις 23 Μαρτίου, ο Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη Γιώργος Καμίνης ενημερώνει την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και κοινοποιεί την άποψή του στο υπουργείο Δ. Τάξης: 
«Το θέμα είναι αφ' εαυτού σοβαρότατο. Προκειμένου περί εγχειριδίων που χρησιμοποιούνται στην εκπαίδευση νέων αξιωματικών, απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί, όπως αυτοί που εντοπίστηκαν, είτε αφορούν συμπολίτες μας που ασκούν συγκεκριμένο νόμιμο επάγγελμα ("ιερόδουλοι"), είτε αφορούν συμπολίτες μας των οποίων οι σεξουαλικές προτιμήσεις αποκλίνουν από τους φερόμενους ως επικρατούντες κανόνες ("κίναιδοι"), είτε αφορούν συμπολίτες μας που πάσχουν από συγκεκριμένη νόσο ("τοξικομανείς"), ενέχουν, πράγματι, τον σοβαρό κίνδυνο να εθίσουν τους εκπαιδευόμενους αστυνομικούς στην αντίληψη ότι οι συμπολίτες μας που ανήκουν στις συγκεκριμένες κατηγορίες είναι εξ ορισμού εγκληματίες, όπως ακριβώς τους προσμετρά το συγκεκριμένο εγχειρίδιο».

Για θεσμικούς λόγους όμως δεν μπορούν να γίνουν και πολλά πράγματα, κι έτσι το «μπαλάκι» πηγαίνει πιο κάτω. «Ο Συνήγορος του Πολίτη θα μπορούσε να παρέμβει, αν τυχόν αναφανούν απτές και έμπρακτες ενδείξεις, ότι ορισμένοι αστυνομικοί ασκούν τα καθήκοντά τους εμφορούμενοι από πνεύμα διακρίσεων. Για το λόγο αυτό σας παρακαλώ να διερευνήσετε ενδεχόμενη δυνατότητα δικής σας παρέμβασης».

Καθώς η ομοφυλοφιλία έπαψε από καιρό να συνιστά επισήμως παραβατική και ως εκ τούτου κολάσιμη συμπεριφορά, το «επιστημονικό» εγχειρίδιο της Ελληνικής Αστυνομίας που διασώζει ακέραιες αντιλήψεις οι οποίες, θεωρητικά τουλάχιστον, έχουν από καιρό καταδικαστεί, μπορεί να γίνει αντιληπτό ως ένα θλιβερό υπόλειμμα άλλης εποχής. 

Μακάρι να ήταν έτσι. Το ζήτημα θα μπορούσε να λήξει με ένα «συγνώμη, σφάλαμε» από την πλευρά των υπευθύνων. Μόνο που οι ενδείξεις είναι πολλές ότι οι απόψεις που επικρατούν στην Ελληνική Αστυνομία -και όχι μόνον- ως προς την ομοφυλοφιλία είναι ακριβώς αυτές που ενέπνευσαν τους συντάκτες του κατάπτυστου εγχειριδίου να μπουζουριάσουν στους «εγκληματίες περί τα ήθη» άνδρες με συγκεκριμένη σεξουαλική προτίμηση (ομοφυλόφιλους) ή γυναίκες που ασκούν προβλεπόμενη από το νόμο επαγγελματική δραστηριότητα (πόρνες) και στους «εγκληματίες περί τα ναρκωτικά» άτομα εξαρτημένα από κάποια τοξική ουσία.

Πρόκειται για ταξινομήσεις που προκύπτουν αβίαστα από το απώτερο αλλά και από το άμεσο παρελθόν της αστυνομικής πρακτικής, η οποία από τον 19ο αιώνα ανέλαβε να θέσει σε εφαρμογή την καταστολή (και) της σεξουαλικής ιδιαιτερότητας όπως την τεκμηρίωνε «επιστημονικά» η εγκληματολογία και την κωδικοποιούσε «ρυθμιστικά» η ποινική νομοθεσία. 

Από την άποψη αυτή, τα «Θέματα Επιστημονικής Αστυνομίας» δεν συνιστούν αρχαϊκή επιβίωση, αλλά έκφραση ενεργών προκαταλήψεων, οι οποίες συνεχίζουν να διατηρούν ισχυρά ερείσματα στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Η υπόρρητη καταδίκη της ομοφυλοφιλίας που συνόδευσε πριν από έναν περίπου χρόνο τη δημόσια συζήτηση για τα «ροζ σκάνδαλα» κάποιων ταλαίπωρων «επωνύμων» αποτελεί καλό παράδειγμα για τις πουριτανικές αγκυλώσεις της νεοελληνικής κοινωνίας που αποκαλύπτονται σε όλο τους το μεγαλείο κάθε φορά που θα προκύψει «πρόβλημα» στο οποίο εμπλέκεται άτομο με «διαφορετική» σεξουαλική προτίμηση. 
Την αδυναμία ανατροπής αυτών των βαθιά ριζωμένων ομοφοβικών πεποιθήσεων μαρτυρεί και η δυσκολία προσαρμογής της ελληνικής έννομης τάξης στις κατευθύνσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, η οποία τα τελευταία χρόνια επιχειρεί να αντιμετωπίσει την ομοφυλοφιλία όχι ως αιτία διακρίσεων αλλά ως πηγή δικαιωμάτων. 
Μακριά από τη σύγχρονη αυτή λογική, ο ελληνικός Ποινικός Κώδικας συνεχίζει να ποινικοποιεί την ανδρική ομοφυλοφιλία κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις: 

Το άρθρο 347 του Π.Κ. προβλέπει την τιμωρία της «παρά φύση ασέλγειας μεταξύ αρρένων», εφόσον αυτή τελείται «με κατάχρηση μιας σχέσης εξάρτησης που στηρίζεται σε οποιαδήποτε υπηρεσία» ή «κατ' επάγγελμα». 

Πέρα από το εμφανές πρόβλημα της ορολογίας («παρά φύση ασέλγεια» η ερωτική πράξη μεταξύ αρρένων), αξίζει να σημειωθεί ότι αντίστοιχη διάταξη δεν προβλέπεται για ετεροφυλοφιλικές ερωτικές πρακτικές, καθώς και ότι η γυναικεία πορνεία δεν διώκεται παρά μόνο σε συνδυασμό με αδικήματα που σχετίζονται με την εκμετάλλευσή της (Βλ. «Ιός» 12/3/2000).

Η «βδελυρή πράξη»

Στο κλίμα αυτό, η «έμπρακτη» αστυνομική απέχθεια προς τους ομοφυλόφιλους όχι μόνο δεν προσλαμβάνεται ως σκάνδαλο, αλλά αντιθέτως συνιστά τίτλο τιμής για ένα σώμα που βασίζει το γόητρό του στη συστηματική επίδειξη όλων εκείνων των ιδιοτήτων που συγκροτούν την πεμπτουσία του «αντριλικιού». 

Η λεκτική και μόνο αντιπαράθεση των αστυνομικών οργάνων προς τους κατά περίπτωση «αντιπάλους» τους (τη στιγμή της σύλληψης ή την ώρα της «μάχης») μαρτυρεί ότι ο αστυνομικός διδάσκεται -και ασκείται- να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως «πραγματικό άντρα» σε αντίθεση με τον «πούστη» που βρίσκεται κάθε φορά απέναντί του.

Ούτως ή άλλως, τη νομιμοποίηση της απαράδεκτης -μολονότι κοινωνικά αποδεκτής- αυτής συμπεριφοράς τους αντλούν οι αστυνομικοί από την πανίσχυρη παράδοση της ποινικοποίησης της ομοφυλοφιλίας, η οποία, όπως ήδη σημειώσαμε, παραμένει σε ένα βαθμό ενεργή.

Παρά τις διακυμάνσεις που γνώρισε στο πέρασμα των αιώνων, η θεσμική απαγόρευση της ομοφυλοφιλίας συνδέεται ιστορικά με την επικράτηση του χριστιανισμού και την υιοθέτηση της βιβλικής ρήσης, σύμφωνα με την οποία «αν κάποιος συνευρεθεί με άντρα όπως συνευρίσκεται με γυναίκα, διαπράττουν και οι δύο πράξη βδελυρή. Πρέπει εξάπαντος να θανατωθούν και θα είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για το θάνατό τους» (Λευιτικόν, 20, 13). 

Αντιθέτως στην αρχαιότητα η (ανδρική) ομοφυλοφιλία γινόταν αποδεκτή, αρκεί να μην παραβιάζονταν οι κώδικες που υπαγόρευαν τα όρια της ερωτικής συμπεριφοράς κάθε ατόμου ανάλογα με το φύλο του και τη θέση του στην αυστηρά ιεραρχημένη κοινωνική διαστρωμάτωση. 

Η καταδίκη της ομοφυλοφιλίας ξεκινά σταδιακά κατά τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες και νόμοι που προβλέπουν την ποινικοποίησή της εμφανίζονται στο ρωμαϊκό δίκαιο μετά την αναγνώριση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της Αυτοκρατορίας και συγκεκριμένα τον καιρό του Μεγάλου Κωνσταντίνου, του Θεοδοσίου και του Ιουστινιανού (4ος - 6ος αι.). 

Η σχετική νομοθεσία αποκτά με το πέρασμα του χρόνου όλο και μεγαλύτερη αυστηρότητα προβλέποντας έως και τη θανάτωση του ενόχου, ο οποίος συχνά ταυτίζεται με τους αιρετικούς και γίνεται αντιληπτός ως μείζων κίνδυνος για την ανθρώπινη κοινότητα που επισύρει τη δίκαιη οργή του Κυρίου. 

Αν και άνισα κατανεμημένη στον ευρωπαϊκό χώρο, η καταστολή της ομοφυλοφιλίας συνεχίζεται ώς τον 18ο αιώνα, με πολλούς ομοφυλόφιλους να καταλήγουν στην πυρά σε μια συμβολική αναπαράσταση της φωτιάς που κατέστρεψε κάποτε τα βιβλικά Σόδομα.

Μια πρώτη τομή στο χρονικό της καταστολής της ομοφυλοφιλίας θα σημειωθεί τον 18ο αιώνα στο νεότευκτο αμερικανικό κράτος, όταν στα 1786 η πολιτεία της Πενσιλβάνια καταργεί τη θανατική ποινή για τους ομοφυλόφιλους και την αντικαθιστά με τα καταναγκαστικά έργα. 

Ακολουθεί η Γαλλική Επανάσταση, στον συνταγματικό χάρτη της οποίας για πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία ο «σοδομισμός» δεν θα περιληφθεί στις ποινικά κολάσιμες πράξεις (1791), στάση που θα υιοθετηθεί και από τον Ναπολεόντειο Κώδικα (1810) με σοβαρές όσο και θετικές επιπτώσεις στις μεταγενέστερες νομοθετικές ρυθμίσεις πολλών ευρωπαϊκών χωρών. 

Το σεξ ως αρρώστια

Σταδιακά, η μία μετά την άλλη, οι χώρες της Ευρώπης αρχίζουν έτσι κατά τον 19ο και 20ό αιώνα να υιοθετούν περισσότερο φιλελεύθερες ρυθμίσεις σχετικές με την ομοφυλοφιλία, με τη Βουλγαρία και την Κύπρο να παραμένουν έως πρόσφατα οι δύο τελευταίες χώρες-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης που προέβλεπαν ποινές για τις ερωτικές σχέσεις μεταξύ ανδρών. 

Η γενική αυτή τάση για τη βαθμιαία αποποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας δεν υπήρξε ασφαλώς ευθύγραμμη: είναι γνωστή, για παράδειγμα, η απάνθρωπη καταδίωξη των ομοφυλόφιλων την εποχή του Τρίτου Ράιχ ως εγκληματιών κατά της Αρίας φυλής, αλλά και η σκληρή καταστολή της ομοφυλοφιλίας στη σταλινική ΕΣΣΔ μετά το 1934, απόηχους της οποίας θα συναντήσουμε και στις ρυθμίσεις του σοβιετικού Ποινικού Κώδικα του 1960.

Εκτός όμως από το ποινικό μέρος της καταστολής της ομοφυλοφιλικής ερωτικής πρακτικής, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ιατρική πρόσληψη του ομοφυλόφιλου, η οποία ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τις επιβιώσεις αντιλήψεων που βρίσκονται συχνά πίσω από τις σημερινές κοινωνικές αγκυλώσεις γύρω από το ζήτημα. 

Ψυχολόγοι, σεξολόγοι και παθολόγοι επιχείρησαν κατά το τέλος του 19ου αιώνα να δώσουν νέες ερμηνείες της ομοφυλοφιλίας, προτείνοντας ενίοτε κάποιες νέες, ρηξικέλευθες, αναγνώσεις του. 

Την άποψη για την εγκληματική φύση του ομοφυλόφιλου αντικατέστησαν έτσι αναλύσεις για την «άρρωστη» προσωπικότητά του, οι οποίες, παρά τις προφανείς διακρίσεις που συνεπάγονταν ως προς την αποδοχή της ομοφυλοφιλικής ερωτικής πρακτικής, επέτρεπαν την αποποινικοποίησή της και απέβλεπαν στην κοινωνική ενσωμάτωση των ομοφυλόφιλων με τη βοήθεια της (ψυχ)ιατρικής θεραπείας. 

Στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού εμφανίστηκαν εξάλλου και απόψεις (για παράδειγμα από τον Χάβελοκ Ελις, τον Μάγκνους Χίρσφελντ, αλλά και τον ίδιο τον Φρόιντ) που επιχείρησαν να υπερβούν τη διχοτομία εγκληματίας/άρρωστος και υποστήριξαν ότι οι ομοφυλόφιλοι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εγκληματίες και να οδηγούνται «για σωφρονισμό» στο δικαστήριο, αλλά ούτε και ως άρρωστοι ώστε να καταδικάζονται στον νοσοκομειακό εγκλεισμό «για θεραπεία». 

Η άποψη, πάντως, ότι η ομοφυλοφιλία συνιστά ασθένεια έμελλε να δείξει εξαιρετική ανθεκτικότητα στο χρόνο: όσο παράδοξο κι αν μοιάζει σήμερα, η περίφημη Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία την κατέτασσε στις ψυχικές ασθένειες έως το 1973!

Στην Ελλάδα, η σύνδεση της ομοφυλοφιλικής πρακτικής με την παραβατικότητα υπήρξε και στον 20ό αιώνα η επικρατέστερη στάση της επίσημης επιστήμης της εγκληματολογίας, με συνέπειες που γίνονται ορατές ώς τις μέρες μας. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά το βασικό εγχειρίδιο του εγχώριου πάπα της εγκληματολογίας Κων. Γ. Γαρδίκα, ο οποίος κατατάσσει την ομοφυλοφιλία στις «ψυχικές ανωμαλίες» και εικονογραφεί τους ομοφυλόφιλους ως άτομα συνήθως «υπολελειμμένα την διάνοιαν ή έχοντα παιδισμόν ή λίαν σχιζοειδή», που έχουν την τάση είτε να προξενούν κακό στον εαυτό τους είτε να βλάπτουν τους άλλους. 

Βασισμένος στην ψυχική αυτή «ιδιομορφία» των ομοφυλόφιλων, ο Γαρδίκας αποφαίνεται ότι «πολλά ψυχικώς ανώμαλα άτομα, επειδή δεν προσαρμόζονται εις το σύνηθες, λίαν ευχερώς εκτρέπονται εις το έγκλημα», κατασκευάζοντας έτσι την «επιστημονική» γέφυρα μεταξύ σεξουαλικής ιδιαιτερότητας και παραβατικής συμπεριφοράς.

Το «αντριλίκι» των οργάνων

Γραμμένο προπολεμικά, το εγκληματολογικό «ευαγγέλιο» του Γαρδίκα συνέχισε να ασκεί καταλυτική επίδραση στις σχετικές αντιλήψεις για αρκετές δεκαετίες μετά τον πόλεμο. Στο κλίμα αυτό, είναι προφανές ότι η αστυνομική προσέγγιση του «προβλήματος», αντλώντας τη νομιμοποίησή της από τα πορίσματα της επιστήμης της εγκληματολογίας, θα αποτελούσε την πιο ακραία εκδοχή της πρόσληψης του ομοφυλόφιλου ως εκ προοιμίου ή εκ φύσεως παραβατικής προσωπικότητας. 

Επί δεκαετίες, το ένα αστυνομικό κείμενο μετά το άλλο αναπαράγουν την ίδια προκατάληψη κατά της ομοφυλοφιλίας, ταυτίζοντάς την με εγκλήματα κάθε είδους και απαιτώντας την άμεση εξάλειψη του «απεχθούς αντικοινωνικού φαινομένου». 

Στο κλασικό εγχειρίδιο του Σπ. Παξινού με τίτλο «Εγκλημα, Κοινωνία, Αστυνομία» (1940), οι «έκφυλοι» (ο όρος «ομοφυλόφιλος», αν και γνωστός από τον 19ο αιώνα, απουσιάζει από τα αστυνομικά κείμενα, τα οποία προτιμούν λέξεις με αυτόματες αρνητικές συνδηλώσεις) ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες: τους ενεργητικούς (σοδομιστάς) και τους παθητικούς (κιναίδους), οι οποίοι πάλι διαιρούνται «εις τους εξ ιδιοσυγκρασίας και τους εκ συνηθείας». 

Οι «εξ επαγγέλματος κίναιδοι», άτομα προερχόμενα από διάφορα κοινωνικά στρώματα και νεαρής συνήθως ηλικίας, αντιμετωπίζονται συλλήβδην από τον Σπ. Παξινό ως άτομα ειδικευμένα στην πορνεία και την κλοπή. Ο συγγραφέας ξεχωρίζει ακόμη τους «εύπορους κίναιδους» που «ωθούνται εις την παρά φύσιν ασέλγειαν από φυσιολογικήν πάθησιν» και τα άτομα που ανήκουν στην τάξη των «παιδεραστών» και αναζητούν τα θύματά τους μεταξύ των μαθητών των σχολείων (σ. 170-173).

Το γενικό αυτό σχήμα ποινικοποίησης της ομοφυλοφιλίας θα διατηρήσουν τα αστυνομικά κείμενα και τις επόμενες δεκαετίες. Σε άρθρο του στα «Αστυνομικά Χρονικά» του 1955, ο υπαστυνόμος Α' Αναστάσιος Γαρδίκας διακρίνει τους «παιδεραστάς» σε «παθητικούς» και «ενεργητικούς», οι οποίοι όταν γεράσουν μεταπηδούν και αυτοί στην κατηγορία των «παθητικών». 

Το στοιχείο που τονίζει ο ενήμερος υπαστυνόμος αφορά τη «θηλυπρέπεια» των «παθητικών παιδεραστών», προδίδοντας -εκτός όλων των άλλων- και τον απροκάλυπτο μισογυνισμό του: τα άτομα αυτά, υποστηρίζει, «σκέπτονται, συμπεριφέρονται, ενδύονται, βαδίζουν, ομιλούν, καλλωπίζονται και ζηλοτυπούν ως γυναίκες. Τυγχάνουν νευρασθενείς, υστερικοί, φθονεροί και ερωτόληπτοι». Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του υπαστυνόμου για τις γυναίκες προκύπτει εξάλλου και από την ειδική αναφορά του (πράγμα σπάνιο) στη γυναικεία ομοφυλοφιλία, «αρχαιότατη διαστροφή», κατά τη γνώμη του, που «πραγματοποιείται διά τριβαδισμού ή κλειτοριδισμού ή διά σαπφισμού» (σ. 2.002-2.003).

Δεν χρειάζεται να πολλαπλασιάσουμε τα παραδείγματα: η ελληνική αστυνομία γαλουχείται επί δεκαετίες με την αντίληψη ότι η ομοφυλοφιλία συνιστά «σιχαμερή πάθηση» που οδηγεί αναπόφευκτα στην εγκληματική συμπεριφορά. 

«Οι αρσενοκοίται», είτε «παθητικοί (κίναιδοι)» είτε «ενεργητικοί (παιδερασταί)», «αποτελούν μία πληγή διά την κοινωνίαν, η ύπαρξίς των δε προκαλεί πράγματι την αηδίαν και προσβάλλει την έννοιαν του ανθρωπισμού»: 

Τα λόγια αυτά, γραμμένα στα 1957 από τον πολύ Ν. Ο. Αρχιμανδρίτη, αστυνομικό διευθυντή Α' και διοικητή των αστυνομικών σχολών, μοιάζουν βαθιά χαραγμένα ακόμη και σήμερα στα μυαλά εκείνων που εκπαιδεύουν τους αστυνομικούς και εκείνων που τους επιτρέπουν να ασκούν το «αντριλίκι» ως δομικό στοιχείο της επαγγελματικής τους συμπεριφοράς. 

Μία ακόμη απόδειξη για την πασίγνωστη αυτή πραγματικότητα υπήρξε και το φυλλάδιο με τίτλο «Θέματα Επιστημονικής Αστυνομίας» και οι αδιανόητες ταξινομήσεις του που, αδιαφορώντας για τις σύγχρονες κοινωνικές και δικαιικές επιταγές, παραπέμπουν σε αντιλήψεις που μας γυρνάνε πίσω κατά δύο περίπου αιώνες. 

Για το λόγο αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμη επεισόδιο στην ευθύγραμμη ιστορία της αστυνομικής θεωρίας και πράξης για την ομοφυλοφιλία και όχι ως ένα στιγμιαίο νοσταλγικό ολίσθημα κάποιων αμετανόητων αστυνομικών εγκεφάλων. 

(Ελευθεροτυπία, 8/4/2001)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ