ΖΕΡΑΡ ΝΤΕ ΒΙΛΙΕ ΚΑΙ ΟΤΖΑΛΑΝ


SAS εναντίον Ναξάκη

1.   2.

 

Ο Ζεράρ ντε Βιλιέ αναλαμβάνει να λύσει το γρίφο που δεν μπόρεσε να λύσει η Βουλή των Ελλήνων. Η "υπόθεση Οτζαλάν" με όλους της τους πρωταγωνιστές (Ναξάκης, Καλεντερίδης, Δαμιανάκου, Καμμένος) σε ένα ιστόρημα παραπολιτικής φαντασίας.

Υπήρξε, χωρίς αμφιβολία, το εντυπωσιακότερο πολιτικό θρίλερ της δεκαετίας του '90: υπουργοί και πράκτορες υπηρεσιών κάθε είδους, απόστρατοι αξιωματικοί και σκοτεινοί επιχειρηματίες, εθνικιστικά δίκτυα κι απελπισμένοι κούρδοι μαχητές -και στη μέση ο ηγέτης ενός εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, καταδιωκόμενος από χώρα σε χώρα με την ταμπέλα του «τρομοκράτη», ως τη στιγμή της παράδοσής του στα χέρια των εχθρών του. Σκηνικό ιδανικό για κάθε λογής μυθοπλασία. Πολύ λογικά, λοιπόν, κανείς δεν παραξενεύτηκε όταν το Μάρτιο του 1999, έναν περίπου μήνα μετά τα γεγονότα στο μακρινό Ναϊρόμπι, μαθεύτηκε πως ο Ζεράρ ντε Βιλιέ είχε έρθει στην Αθήνα, αναζητώντας στοιχεία για την υπόθεση του καινούριου βιβλίου του. Κάποιοι, μάλιστα, έσπευσαν να του πάρουν και συνέντευξη, ζητώντας τη γνώμη του για τις εξελίξεις που συγκλόνιζαν τότε την πολιτική ζωή της Ελλάδας.

Δύο χρόνια και κάτι πέρασαν από τότε. Η τραγωδία του «Από» έκλεισε τον κύκλο της με έναν απροσδόκητο -για πολλούς- τρόπο στη δίκη του Ιμραλί, το κουρδικό μπήκε σε νέα τροχιά, η πολιτική και δικαστική «εκκαθάριση» της υπόθεσης στα καθ’ ημάς απέφυγε να μπει στην ουσία των πραγμάτων. Το βιβλίο του Ζεράρ ντε Βιλιέ, το 135ο της σειράς SAS, κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1999 στο Παρίσι με τον τίτλο «SAS εναντίον ΡΚΚ. Η καταδίωξη Οτζαλάν». Το περιεχόμενό του, όπως συμβαίνει κατά κανόνα με τις περιπέτειες του SAS, αποτελεί ένα δυσδιάκριτο (και συχνά συκοφαντικό) μίγμα των πραγματικών γεγονότων με ό,τι ήθελε να πλάσει η φαντασία του συγγραφέα. Στα ελληνικά δεν εκδόθηκε, για προφανείς λόγους. Πέρασε έτσι σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητο, παρόλη την αδιαμφισβήτητη συμβολή του στη διαμόρφωση της διεθνούς κοινής γνώμης για τα συγκεκριμένα πρόσωπα και πράγματα: στο κάτω-κάτω της γραφής, πόσοι αναγνώστες ανά την υφήλιο διάβασαν τον εν λόγω SAS και πόσοι τα σχετικά πορίσματα της Βουλής, τις εκθέσεις των πρωταγωνιστών ή τις κατά καιρούς μεταγενέστερες αποκαλύψεις;

Τη διαφωνία του με τη μη έκδοση του βιβλίου στα ελληνικά εκφράζει κι ένας από τους πρωταγωνιστές της υπόθεσης Οτζαλάν, ο αρχιπλοίαρχος ε.α. Αντώνης Ναξάκης, που ενημέρωσε σχετικά τον «Ιό» και είχε την καλοσύνη να μας προμηθεύσει ένα αντίτυπο του βιβλίου. «Πρόκειται, φυσικά, για ένα μυθιστόρημα και πολλά απ' όσα γράφονται εκεί είναι φανταστικά και εντελώς προκατειλημμένα κατά του ΡΚΚ και του ίδιου του Οτζαλάν», μας εξηγεί. «Σε ορισμένα σημεία, μάλιστα, μπορεί κανείς να πει ότι είναι σκληρό πορνό. Ορισμένα σημεία του, όμως, στέκουν. Οπως όταν λέει ότι η ελληνική κυβέρνηση, ο Πάγκαλος δηλαδή, υποχρεώθηκε να με πουλήσει κι εμένα και τον Οτζαλάν. Αυτό το πορνικό βιβλίο, λέει την αλήθεια σ' αυτό το σημείο. Γι' αυτό πιστεύω πως πρέπει να βγει και στα ελληνικά». 

Ο καλός, ο χαζός και οι όμορφες

Το ζήτημα είναι, βέβαια, εξαιρετικά λεπτό. Ο κ. Ναξάκης, είναι αλήθεια, παρουσιάζεται μέσα στο βιβλίο (μετονομασμένος σε 'Μίλο Λάμπρου') με ένα τρόπο που σίγουρα δεν τον φέρνει σε δύσκολη θέση: «ένας άντρας αεικίνητος, που ανήκει στο 'παλιό ΠΑΣΟΚ', την άκρα αριστερά της ελληνικής αριστεράς» και «έχει βοηθήσει πολύ το ΡΚΚ σε αυτή τη χώρα» (σ. 73), «έχει οργανώσει πολύ καλά την άφιξη του Οτζαλάν» στο Ελληνικό, είναι «πανούργος» (σ. 95) και διαθέτει έναν τεράστιο φάκελο στην ΕΥΠ με πληροφορίες για δραστηριότητες «ενός τετάρτου του αιώνα» (σ. 120). Σύμφωνα με τον (φανταστικό;) σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα, είναι «ένας ακραίος, αυτό που λένε εδώ ένας 'εθνικιστής'. Η αγαπημένη του ευχή είναι ένας πόλεμος με την Τουρκία» (σ. 76). Πάνω απ' όλα, όμως, είναι καθαρός -κι αυτό σ’ έναν κόσμο όπου τα πάντα πουλιούνται κι αγοράζονται: «Ο Μίλος Λάμπρου δεν τα έκανε όλα αυτά για χρήμα, ούτε για την αναγνώριση, ούτε για τη δόξα. Κυρίως από μίσος προς τους Τούρκους, καθώς και από αλληλεγγύη προς έναν 'επαναστάτη'» (σ. 162). Μοναδικό λάθος του, σε όλο το βιβλίο, είναι ότι συγκατάνευσε για την αποστολή του Οτζαλάν στην Κένυα, την οποία φέρεται να θεωρεί σαν «τη λιγότερο κακή λύση» (σ. 167). Ολοι, όμως, ξέρουμε πως αυτό είναι ένα λάθος που όντως διαπράχθηκε...

Η αιτία αυτής της εξαιρετικά διακριτικής μεταχείρισης (για τα δεδομένα ενός Ζεράρ ντε Βιλιέ) θα πρέπει ίσως να αναζητηθεί στο σνομπάρισμα που ο απόστρατος αντιναύαρχος επιφύλαξε στον πολυπράγμονα συγγραφέα, όταν αυτός αναζητούσε στην Αθήνα «στοιχεία» για την υπόθεση. Ο δημιουργός του SAS θέλησε να μιλήσει μαζί του αλλά ο κ. Ναξάκης, υποψιασμένος, αρνήθηκε. «Γνώριζα φυσικά τα βιβλία του», μας εξηγεί, «και ήξερα ότι ωραιοποιεί τη δράση της CIA και παράλληλα χτυπάει κάθε απελευθερωτικό κίνημα. Εντάξει, διάβαζα τα βιβλία του, όπως διάβαζα παλιά και το Playboy. Αλλά αρνήθηκα να τον δω». Η αποφασιστική αυτή στάση είχε απτά αποτελέσματα, όπως διαπιστώνει κανείς διαβάζοντας τη συνέντευξη που παραχώρησε εκείνες τις ημέρες ο Ζεράρ ντε Βιλιέ στο «Εψιλον» (14/3/99). 

Η εκτίμησή μας αυτή επιβεβαιώνεται, μεταξύ άλλων, και από την αντιμετώπιση που ο γάλλος συγγραφέας επιφύλαξε σε δύο άλλους συμπατριώτες μας, οι οποίοι δέχτηκαν να μιλήσουν μαζί του -και που ο ίδιος, στην προαναφερθείσα συνέντευξή του, θεωρεί τυπικούς εκπροσώπους «των Ελλήνων που βοήθησαν τον Οτζαλάν»: τη συγγραφέα Βούλα Δαμιανάκου και το βουλευτή της ΝΔ, Πάνο Καμμένο.

Η κυρία Δαμιανάκου ήταν, ως γνωστόν, αυτή που φιλοξένησε στο σπίτι της τον «Από» κατά το κρίσιμο διάστημα ανάμεσα στην είσοδό του στην Ελλάδα και την τελική αναχώρησή του για την Κένυα. Στο βιβλίο που εξέδωσε αργότερα σχετικά με την υπόθεση, αναφέρεται -με κάποια αμηχανία, είναι αλήθεια- στην εμπειρία από τη συνάντησή της με τον ντε Βιλιέ. Σύμφωνα με τη δική της αφήγηση, αν και ενημερώθηκε έγκαιρα περί τίνος επρόκειτο, δεν απέφυγε να δεχτεί εκείνον που της παρουσιάστηκε σαν «ο αρσενικός Αγκάθα Κρίστι της Γαλλίας» (σ.240). Αντίθετα, τον υποδέχτηκε με ύμνους για τα μνημειώδη ρεπορτάζ μιας αριστερής συμπατριώτισσάς του, της δημοσιογράφου Μαντλέν Ριφό, το 1965 στις ζούγκλες του Βιετνάμ. Φαίνεται όμως ότι το κήρυγμα δεν έπιασε και πολύ τόπο. Η «ηρωίδα του ΚΚΕ» 'Βούλα Μανιάκη' (σ. 122), η μυθιστορηματική δηλαδή εκδοχή της Δαμιανάκου στο «SAS contre PKK», είναι μεν μια σεβάσμια «ηλικιωμένη κυρία» (σ. 102) που περιορίζεται στο σερβίρισμα του τσαγιού και σε πολιτικές συζητήσεις με τον φιλοξενούμενό της, προκαλώντας τη «συγκίνησή του για το ζήλο της» (σ. 119), δύσκολα όμως θα μπορούσε να ξεφύγει από τη νόρμα που η πένα του ντε Βιλιέ επιφυλάσσει σε κάθε γυναίκα: «Η Βούλα», διαβάζουμε, «δεν δίστασε ούτε ένα λεπτό [να δεχτεί στο σπίτι της τον Οτζαλάν]. Αυτό της θύμιζε τα χρόνια της παρανομίας στον εμφύλιο πόλεμο, όταν ήταν νέα κι όμορφη κι έκρυβε κομμουνιστές αντάρτες, με τους οποίους κάποιες φορές έκανε έρωτα, για να τους εμψυχώσει» (σ. 103). Κατόπιν εορτής, η παλαίμαχη αγωνίστρια θα εκφράσει ανυπόκριτα τη οργή της για το παραπάνω απόσπασμα, όπως και για ένα άλλο που θέλει τον Οτζαλάν να κάνει έρωτα με τη γραμματέα του μέσα στο σπίτι της, «έργα και ημέρες μιας χιτλεροκουρούνας σαν τον εν λόγω Ζεράρ, εκπαιδευμένον στη φάρμα της ΣΙΑ, όπου κατήντησε σκέτο ανθρωποειδές κι είναι αδύνατο ν' αναγνωρίσει κανείς σ' αυτόν ανθρώπινη ιδιότητα άλλη απ' τη μιλιά και τη φωνή» (σ. 245). Θα είναι, όμως, κάπως αργά...

Ακόμη πιο προχωρημένες υπήρξαν, ωστόσο, οι εμπνεύσεις του δημιουργού του SAS από την επαφή του με τον Πάνο Καμμένο. Ενα από τα κεντρικά πρόσωπα του βιβλίου είναι ο βουλευτής της ΝΔ 'Σάλβας Καμετερός', «άνδρας μεγαλόσωμος, κάπως παραταϊσμένος, με πρόσωπο έλληνα τσομπάνου» (σ. 80), «εκατομμυριούχος» (σ. 114), κολλητός του σταθμάρχη της CIA και ταυτόχρονα «εθνικιστής, αγρίως αντιτούρκος» και συνδεδεμένος με το ΡΚΚ (σ. 83). Ο Ζεράρ ντε Βιλιέ τον βάζει να διασκεδάζει «αλά ελληνικά» μέχρι πρωίας σε συγκεκριμένο ξενυχτάδικο της Συγγρού, αγκαλιά με διάφορες πουτάνες («pornas», στο πρωτότυπο), σνομπάροντας επιδειχτικά την πανέμορφη μνηστή του -που κι αυτή απ' την πλευρά της τον βλέπει με αηδία, καθώς στην πραγματικότητα είναι μέλος της 17Ν που διά του αρραβώνα της «κάνει εισοδισμό» στο περιβάλλον της αμερικάνικης πρεσβείας (σ. 138)! Σύμφωνα με το βιβλίο, ο 'Καμετερός' είναι αυτός που νοίκιασε το «Φάλκον» με το οποίο ο Ναξάκης έφερε στην Ελλάδα τον Οτζαλάν, χωρίς καν να του κάνουν την τιμή να τον πληροφορήσουν για τη γιάφκα όπου φιλοξενούνταν ο Από: «Το ΡΚΚ τον χρησιμοποιούσε, χωρίς να τον εμπιστεύεται. Ηταν αυτό που οι υπηρεσίες παραπληροφόρησης της KGB αποκαλούσαν κάποτε 'ένας χρήσιμος ηλίθιος'» (σ. 114).

Εντυπωσιακή είναι ωστόσο η ολοκληρωτική απουσία της μορφής του ταγματάρχη Σάββα Καλεντερίδη από το βιβλίο. Υπάρχει βέβαια κάποιος πράκτορας της ΕΥΠ, ο 'Διόνυσος Σταυρίδης', όμως αυτός έχει εντελώς διαφορετικά εξωτερικά χαρακτηριστικά -«σωματώδης, μάλλον κακοντυμένος, φαλακρός, με χοντρά γυαλιά από όστρακο πάνω σε μια κυρτή μύτη» (σ. 82)- και, το κυριότερο, στην πραγματικότητα πρόκειται για «τυφλοπόντικα» της CIA, με την οποία συνεργάζεται στενά στην καταδίωξη του Οτζαλάν. Για τον δικηγόρο 'Βασίλη Σελενό', πάλι, κολλητό του βουλευτή της ΝΔ, δεν μαθαίνουμε παρά κάποια όργια σε ξενυχτάδικα και τις απλουστευτικές μέχρι γελοιότητας πολιτικές εκτιμήσεις του: αν οι Τούρκοι επιτεθούν στην Ελλάδα λόγω των S-300, δηλώνει, «θα ζητήσουμε τη βοήθεια των Αμερικανών», καθώς -σε αντίθεση προς τους εξ ανατολών νατοϊκούς γείτονές μας- «εμείς είμαστε χριστιανοί» (σ. 86)! Εντελώς περιθωριακή είναι επίσης η φιγούρα της ελληνοαμερικανίδας δημοσιογράφου του MEGA 'Ουρανίας Ζάννη', που η CIA προσφέρει στο Μάλκο ως βοηθό (σ. 78-9), αλλά γρήγορα σκοτώνεται από τη 17Ν και το ΡΚΚ (σ. 110). Οι μόνοι Ελληνες, τέλος, που εμφανίζονται με τα πραγματικά τους ονόματα, ίσως επειδή δεν αποτελούν παρά μόνο σκιές προορισμένες να αυξήσουν την αληθοφάνεια του κειμένου, είναι ο βουλευτής Κώστας Μπαντουβάς, ο κύπριος δημοσιογράφος Λάζαρος Μαύρος και ο αρχηγός της ΕΥΠ Χαράλαμπος Σταυρακάκης. 

SAS και σαδιστές 

Ας έρθουμε, όμως, στην υπόθεση του βιβλίου και τον τρόπο που αυτό χειρίζεται την πρόσφατη ιστορική εμπειρία. Σε γενικές γραμμές, η πλοκή ακολουθεί χωρίς παραλλαγές το κλασικό μοτίβο που ο Ζεράρ ντε Βιλιέ χρησιμοποιεί σταθερά, από το 1965 μέχρι σήμερα. Η αυτού γαληνοτάτη υψηλότης, ο αυστριακός πρίγκηπας Μάλκο Λίνγκε ή SAS, πράκτορας της CIA με το κομμάτι προκειμένου να βγάλει τα έξοδα του πύργου του, αναλαμβάνει να καταδιώξει για το καλό της υπηρεσίας τον Οτζαλάν χωρίς να ανακατευτούν άμεσα στο παιχνίδι οι ελληνικές αρχές ή να εκτεθούν υπερβολικά οι ΗΠΑ. Το έναυσμα έχει δοθεί με το κάρφωμα της επικείμενης άφιξης του Από στην Αθήνα από κάποιο υψηλόβαθμο στέλεχος του ΡΚΚ στην Ευρώπη, ονόματι 'Κεντάλ', το οποίο θέλει να εκδικηθεί το φόνο του νεαρού αδελφού του από την οργάνωση. Ο τελευταίος, «στενός συνεργάτης του προέδρου» (σ. 10), είχε συλληφθεί στα πράσα ενώ έκανε έρωτα με την όμορφη 'Γκουλιζέρ', γραμματέα κι ερωμένη του Από. Βασανίστηκε απάνθρωπα ως πράκτορας του εχθρού και στο τέλος σκοτώθηκε από τον ίδιο τον αδεργό του, που ήταν υποχρεωμένος ν’ αποδείξει έτσι τη νομιμοφροσύνη του στον αρχηγό (σ. 36-7). 

Ο Μάλκο έρχεται στην Αθήνα, διεισδύει στους χώρους των αριστερών και δεξιών εθνικιστών που συνεργάζονται με το ΡΚΚ, και με τη βοήθεια του 'Κεντάλ' και διάφορων τοπικών «επαφών» της CIA μεταξύ των ελλήνων δημοσιογράφων και της ΕΥΠ, κατορθώνει να εντοπίσει το κρησφύγετο του Οτζαλάν. Από κει και πέρα, η πρεσβεία ενημερώνει τη ΜΙΤ για την παρουσία του Από στην Ελλάδα, και η ελληνική κυβέρνηση, έντρομη, δέχεται να συνεργαστεί για την παράδοσή του (σ. 183). Η ιδέα για την αποστολή του στο Ναϊρόμπι ανήκει στον ίδιο το Μάλκο, κατά τη διάρκεια σχετικής σύσκεψής του με τον εδώ σταθμάρχη της CIA (σ. 164). Ύστερα από διάφορες περιπέτειες στην κενυατική πρωτεύουσα, ο Οτζαλάν θα συλληφθεί τελικά όχι βγαίνοντας από την ελληνική πρεσβευτική κατοικία (όπως συνέβη στην πραγματικότητα) αλλά σε ένα Safari Lodge του εθνικού πάρκου Αμποσέλι, όπου έχει καταφύγει κατευθυνόμενος προς τη γειτονική Τανζανία, εφοδιασμένος με κενυάτικο διαβατήριο στο όνομα 'Φαήλος Ζωγράφος' (σ. 273). Για ανταμοιβή, ο Μάλκο παραδίδει στον αρχηγό της κενυάτικης ΕΥΠ 5.000.000 δολάρια του ΡΚΚ, που προορίζονταν να χρηματοδοτήσουν τη φυγή του Από (σ. 281). Στην τελική πράξη του έργου, η «κακιά» 'Εβίν' (στέλεχος του ΡΚΚ, το μυθιστορηματικό ισοδύναμο της Ντιλάν Κιλίτς) σκοτώνει τον καταδότη 'Κεντάλ' στο ξενοδοχείο του κι αμέσως μετά σκοτώνεται από το Μάλκο σε μονομαχία (σ. 284).

Τυπικό στοιχείο της συνταγής του ντε Βιλιέ, κι εδώ όπως σε κάθε βιβλίο του, η παρουσίαση των «αντιπάλων» του SAS ως ένα συνονθύλευμα μανιακών, σεξουαλικά καταπιεσμένων (αλλά κατά βάθος αχαλίνωτων) και τυφλά υποταγμένων στο εχθρικό «κέντρο» -στη συγκεκριμένη περίπτωση, λιγότερο τον Από και περισσότερο την 'Εβίν'. Οι σαδομαζοχιστικές σκηνές βασανισμού των θυμάτων τους (ο αδερφός του 'Κεντάλ', λ.χ., κρεμιέται από τα γεννητικά του όργανα κι εν συνεχεία ευνουχίζεται) εναλλάσσονται με περιγραφές ενός περιρρέοντος αλλά αυστηρά ιεραρχημένου ερωτισμού: «Στα 49 του χρόνια, ο Αμπντουλάχ Οτζαλάν ήταν ένα κτήνος, προικισμένο με μια σιδερένια υγεία και μια σεξουαλική όρεξη χωρίς όρια. Αν δεν ήταν περιτριγυρισμένος από γυναίκες, δεν τα κατάφερνε να συγκεντρωθεί» (σ. 100). Πληροφορούμαστε, άλλωστε, ότι «όπως ένας βεζίρης του παλιού καιρού, ήταν περιστοιχισμένος από ένα πραγματικό χαρέμι! Νεαρές κούρδισσες αγωνίστριες, που πέρασαν από τα μακρινά χωριά τους στην ένοπλη πάλη και, ορισμένες, στην 'προστασία εκ του σύνεγγυς' του ειδώλου τους» -εν μέρει δικαίως, μια και «πρέπει να πούμε πως ο Οτζαλάν έκανε πολλά για τις κούρδισσες» που, «παραγκωνισμένες εξ αιτίας μιας βαριάς παράδοσης, είχαν βρει στο ΡΚΚ, που ενθάρρυνε την προαγωγή και την 'απελευθέρωση' των γυναικών, ένα βαρύνοντα σύμμαχο» (σ. 11). Αλλά κι ο Λασέρ, ο επικεφαλής της οργάνωσης του ΡΚΚ στην Ελλάδα, «είχε μια στέρεη φήμη Δον Ζουάν», καθώς «το μεσογειακό κλίμα έκανε να λιώνει εν μέρει η αιδημοσύνη των μελών του ΡΚΚ» (σ. 108). 

Εντελώς διαφορετική είναι η καρικατούρα των γυναικείων στελεχών του ΡΚΚ -με την εξαίρεση φυσικά της εκλεκτής του αρχηγού, «μιας ζουμερής ξανθιάς με μπλε μάτια και μεγάλα στήθη» (σ. 13). Η 'Εβίν' (Ντιλάν), «μια από τις ριζοσπαστικότερες υψηλά ιστάμενες αγωνίστριες του ΡΚΚ», της οποίας «η ένταση του βλέμματος έκανε να σου σηκώνεται η τρίχα», απεικονίζεται σαν ένα ανέραστο πλάσμα, με «μοναδική κινητήρια δύναμη το μίσος προς τους Τούρκους». Ως σπάνια ανθρώπινη στιγμή της, αναφέρεται το τέλος μιας νικηφόρας, πολύνεκρης μάχης: «Με τα μακριά μαύρα μαλλιά της να πέφτουν μέχρι τη μέση, χόρεψε άγρια, στο ρυθμό ενός πολεμικού τραγουδιού, αποπνέοντας μια πρωτόγονη σεξουαλικότητα. Ψιθυριζόταν πως τελείωσε τη νύχτα μ’ ένα σύντροφο (...). Ομως το πραγματικό πάθος της παρέμενε ο Από, πάνω από τον οποίο επαγρυπνούσε με το πάθος μιας γάτας για τα μικρά της» (σ. 18-9). Ακόμη χειρότερα είναι τα πράγματα με την 'Μπαχάρ Ντουρ', την φύλακα των γραφείων του ΡΚΚ στην Αθήνα: όν τερατόμορφο κι α-σεξουαλικό, «φαρδιά σαν βαρέλι, με πρόσωπο άχαρο και πρησμένο, με μάτια γουρλωτά εξαιτίας μιας εξοφθαλμικής βρογχοκήλης, με τα μαύρα μαλλιά της πάντοτε βρόμικα, ντυμένη μ’ ένα πουλόβερ δίχως φόρμα κι ένα παλιό παντελόνι, ήταν το απόλυτο φάρμακο κατά του έρωτα» (σ. 115). 

Ανέραστοι, βίαιοι, κακοί... Για να συμπληρωθεί η εικόνα του «εχθρού» που πάει γυρεύοντας, δεν χρειάζονται παρά μερικές ακόμη πινελιές, παρμένες από το παραδοσιακό ψυχροπολεμικό οπλοστάσιο. Δημιούργημα της KGB (σ. 12), το ΡΚΚ απεικονίζεται σαν μια πανίσχυρη μαφία, πάμπλουτη (σ. 11 & 199) και «με παρακλάδια σε ολόκληρο τον κόσμο» (σ. 269). Κάπου βέβαια ο συγγραφέας τα μπερδεύει με τις ακροστοιχίδες, βαφτίζοντας το μετωπικό ERNK «πολιτιστική» οργάνωση και θεωρώντας τον AGRK, το στρατό του ΡΚΚ, σαν το «νόμιμο» σκέλος του (σ. 10) -ποιος όμως θα προσέξει τέτοιες μικρολεπτομέρειες; Το πιο πιθανό είναι να μείνει στην εκτίμηση ότι η ελληνική κυβέρνηση «φοβάται τα πάντα, και περισσότερο απ’ όλα τους Τούρκους» (σ. 92), τη διαπίστωση ότι «οι Ελληνες είναι αρκετά απατεώνες» για να τους πάρει κανείς στα σοβαρά (σ. 183) ή την εξίσωση Ελλήνων και Τούρκων όσον αφορά «τον καλά μοιρασμένο μεταξύ τους ρατσισμό» (σ. 89). Με τον ίδιο, προφανώς, τρόπο που στο πρόσωπο του κενυάτη κυπατζή διακρίνεται «ένα βάρβαρο χαμόγελο ανθρωποφάγου» (σ. 259).... 

(Ελευθεροτυπία, 14/4/2001)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ