ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΠΓΔ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Στα σύνορα του πολέμου

1.   2.

 

Ο πόλεμος που ξέσπασε στην ΠΓΔ Μακεδονίας δεν περιορίζεται στις βόρειες επαρχίες της. Δέκα χιλιόμετρα από τα ελληνικά σύνορα η βία και το αίμα χωρίζουν τον πληθυσμό της σε δύο αντίπαλες ομάδες, έτοιμες να αλληλοεξοντωθούν.

Μοναδική προοπτική ο ολοκληρωτικός πόλεμος; Την ώρα που η κυβέρνηση «πολιτικής ενότητας» της ΠΓΔ της Μακεδονίας έκανε τα πρώτα της αβέβαια βήματα, η επίσκεψή μας στα «μετόπισθεν» του νέου ακήρυχτου βαλκανικού πολέμου μάς έσβηνε κάθε ελπίδα για ειρηνική εξέλιξη στην περιοχή.

Ο διχασμός μεταξύ της πλειοψηφικής εθνότητας των Σλαβομακεδόνων και της ισχυρής μειονότητας των Αλβανών έχει μεταλλαχθεί σε αγεφύρωτο μίσος. Ανεξάρτητα από τις διαβουλεύσεις κορυφής στα Σκόπια, στη βάση της κοινωνίας ο δρόμος για μια ειρηνική λύση αποκλείεται, πλέον, από τους πάντες.

Τα Μπίτολα (πρώην Βιτώλια ή Μοναστήρι) είναι το δεύτερο σε μέγεθος αστικό κέντρο της χώρας. Με 108.000 κατοίκους, είναι πολύ μεγαλύτερο από τη Φλώρινα, την κοντινότερη ελληνική πόλη, που απέχει μισή ώρα με το αυτοκίνητο και οι κάτοικοί της δεν ξεπερνούν τους 12.000.

Η επικοινωνία ανάμεσά τους υπήρξε πάντα, ακόμη και στις μέρες του Ψυχρού Πολέμου, αρκετά πυκνή. Πολλοί κάτοικοι της ελληνικής πλευράς έχουν απέναντι, όχι μόνο φίλους, αλλά και στενούς συγγενείς -είτε πολιτικούς πρόσφυγες του Εμφυλίου, είτε κατάλοιπα σχέσεων που ανάγονται στην οθωμανική εποχή, πριν από τους βαλκανικούς πολέμους του 1912-13. Οι επισκέψεις των ελλήνων πολιτών εκεί είναι πολύ πιο εύκολες, καθώς από την άνοιξη του 1999 η κυβέρνηση των Σκοπίων έχει καταργήσει τη βίζα.

Οι κάτοικοι των Βιτωλίων, αντίθετα, είναι υποχρεωμένοι να ταξιδεύουν μέχρι τα Σκόπια για να εξασφαλίσουν την πολυπόθητη βίζα που θα τους επιτρέψει την είσοδο στο ελληνικό έδαφος. Το προ πολλού εξαγγελθέν άνοιγμα ελληνικού προξενείου στην πόλη δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί.

Επισκεφθήκαμε τα Μπίτολα, το περασμένο Σαββατοκύριακο, για να ερευνήσουμε την κατάσταση που επικρατεί εκεί, μετά τις αντιαλβανικές ταραχές της Πρωτομαγιάς. Οι Αλβανοί στα Μπίτολα ήταν, ανέκαθεν, μια πολύ μικρή μειονότητα: μόλις 3,5%, όταν το ποσοστό τους στο σύνολο της ΠΓΔΜ κυμαίνεται μεταξύ 23% (επίσημος αριθμός) και γύρω στο 30 % (ανεξάρτητες εκτιμήσεις). Δεν αποτελούσαν, δηλαδή, καμιά απειλή για το συμπαγή σλαβομακεδονικό πληθυσμό της περιοχής.

Και όμως... Με αφορμή το φόνο τεσσάρων νεαρών αστυνομικών από την περιοχή σε ενέδρα του UCK, στο Βέιτσε του Τέτοβο (28 Απριλίου), η πόλη γνώρισε ένα φρενήρες τριήμερο πογκρόμ, με στόχο, όχι μόνο τους Αλβανούς, αλλά εν γένει τους μουσουλμάνους κατοίκους: Περίπου 60 μαγαζιά και περίπτερα καταστράφηκαν από τους «αγανακτισμένους πολίτες», προτού επιβληθεί απαγόρευση κυκλοφορίας («αστυνομική ώρα», στην τοπική ορολογία) μεταξύ 11 μ.μ. και 5 π.μ.

Δυο βδομάδες μετά, τα σημάδια της λαίλαπας είναι ακόμη εκεί: καταστήματα ξεκοιλιασμένα και λεηλατημένα, παράγκες και ολόκληρα κτίρια καμένα ολοκληρωτικά, κόκκινοι σταυροί στις εισόδους, γαλάζια και κίτρινα συνθήματα με σβάστικες, ναζιστικούς κέλτικους σταυρούς και τα ονόματα των τεσσάρων σκοτωμένων αστυνομικών.


Μια πετυχημένη προβοκάτσια

Σε όλη την πόλη, τα μοναδικά σχεδόν γκράφιτι που συναντά κανείς στους τοίχους είναι εκείνα που ζητούν την εξόντωση των Αλβανών και καλούν τους πολίτες να «γαμήσουν την Αλβανία».

Το πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι η πλήρης αδράνεια των αρχών της πόλης, όσον αφορά τα ίχνη των ταραχών: ούτε καθάρισμα των χώρων, ούτε σφράγισμα των μαγαζιών, ούτε σβήσιμο των συνθημάτων. Λες και κάποιος θέλει να υπενθυμίζει διαρκώς στους κατοίκους, που κατακλύζουν τους δρόμους και τις γειτονικές καφετέριες, ότι η χώρα βρίσκεται σε πόλεμο και πως ο «εσωτερικός εχθρός» έχει παταχθεί και οφείλει να παραμείνει ακριβώς έτσι...

Τι συνέβη όμως ακριβώς;

Μιλήσαμε για τα γεγονότα και την τωρινή κατάσταση με τους διευθυντές των δύο πιο σημαντικών μέσων ενημέρωσης της πόλης.

«Ολα ξεκίνησαν με την κηδεία των αστυνομικών», μας λέει ο διευθυντής του Radio Bitola Ντίμε Σπάσεφσκι. «Στην πόλη υπήρχε μεγάλη συγκίνηση και οργή, ιδιαίτερα όταν μεταδόθηκε από τα ΜΜΕ η πληροφορία ότι τα πτώματα των σκοτωμένων είχαν ακρωτηριαστεί από τους τρομοκράτες. Τα πρώτα σπασίματα έγιναν μετά την κηδεία, γύρω στις 6 μ.μ., από συγγενείς των νεκρών και συμπαραστάτες τους. Γύρω στις 9 μ.μ., ένα μεγάλος πλήθος ξεκίνησε από την κεντρική πλατεία της πόλης, διέσχισε τη βασική οδό και, στη συνέχεια, μοιράστηκε σε μικρότερες ομάδες που χτυπούσαν σε διάφορα σημεία. Συνολικά, στις επιθέσεις μετείχαν κάπου 2.000 άτομα, ως επί το πλείστον νέοι. Η αστυνομία δεν μπόρεσε να αντιδράσει, γιατί έχασε τον έλεγχο της κατάστασης και το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών της βρισκόταν στο βόρειο τμήμα της χώρας, πολεμώντας τους τρομοκράτες. Το επόμενο βράδυ, οι επιθέσεις συνεχίστηκαν από μια μικρότερη ομάδα. Σε όλη τη διάρκεια των επεισοδίων, οι οργανωμένες ομάδες απλώς έσπαζαν τις βιτρίνες κι έβαζαν φωτιά, χωρίς να προβαίνουν σε λεηλασίες. Υπήρξαν φυσικά και κλοπές, αλλά αυτές έγιναν στη συνέχεια, από τσιγγάνους των περιχώρων. Συνολικά, καθετί που ανήκε σε Αλβανούς της πόλης χτυπήθηκε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο».

Με βάση ποια κριτήρια έγινε η επιλογή των στόχων; «Οι ομάδες που τα έσπασαν εκτιμούσαν ότι οι ιδιοκτήτες τους βοηθούσαν τον UCK με λεφτά και παιδιά, τα οποία στέλνονταν να γίνουν τρομοκράτες», εξηγεί ο συνομιλητής μας. 

Τι είδους στοιχεία υπήρχαν επ' αυτού, εκτός απ' την εθνικότητα ή το θρήσκευμα των θυμάτων; «Κυκλοφορεί μια φήμη ότι η αστυνομία εφοδίασε τους ηγέτες των επιτιθέμενων με πληροφορίες για τους ιδιοκτήτες. Οτι έδιναν λεφτά στους τρομοκράτες ή έχουν παιδιά που σπουδάζουν στο πανεπιστήμιο του Τέτοβο, στη Μάλα Ρέσιτσα».

Αυτό το τελευταίο, η ιδιότητα δηλαδή του φοιτητή στο μη αναγνωρισμένο από τις αρχές της ΠΓΔΜ -αλλά καθόλα υπαρκτό- αλβανικό πανεπιστήμιο της χώρας, θεωρείται πλέον από τη σλαβομακεδονική πλειοψηφία ταυτόσημο με τη συμμετοχή στο αποσχιστικό αντάρτικο...

Στη διάρκεια των ταραχών, κάποιοι ιδιοκτήτες δοκίμασαν να αμυνθούν, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό ενός 20χρονου σλαβομακεδόνα φοιτητή. Οι αμυνόμενοι βρέθηκαν, οικογενειακά, στη φυλακή.

Διαφορετική ήταν η εξέλιξη της επίσημης ανάκρισης για τα γεγονότα: το σπίτι του εισαγγελέα που την ανέλαβε έγινε παρανάλωμα του πυρός μέσα σε ένα 24ωρο. Η επίσημη εκδοχή της αστυνομίας κάνει λόγο για «βραχυκύκλωμα», το μήνυμα όμως έγινε αντιληπτό απ' όλους.

Στα σοβαρότερα έντυπα της ΠΓΔΜ δημοσιεύθηκε η πληροφορία ότι το αντιαλβανικό πογκρόμ οργανώθηκε (και σε μεγάλο βαθμό διεκπεραιώθηκε) από παρακρατικές οργανώσεις που έχουν αρχίσει να συγκροτούνται, με βάση τα αντίστοιχα παραδείγματα του κροατικού και του βοσνιακού πολέμου. 

«Τα επεισόδια της περασμένης εβδομάδας στα Μπίτολα είναι έργο ομάδας η οποία αποτελείται εν μέρει από υπαλλήλους μιας σκοπιανής υπηρεσίας ασφαλείας κι εν μέρει από τους "κομιτατζήδες", οπαδούς της σκοπιανής ποδοσφαιρικής ομάδας "Βαρντάρ"», υποστηρίζει λ.χ. η έγκυρη «Ντνέβνικ» (5.5.01), επικαλούμενη πηγές του υπουργείου Εσωτερικών (και Δημόσιας Τάξης).

Η ομάδα αυτή, που αποτελείται κυρίως από κατοίκους της πόλης των Σκοπίων αλλά στην οποία συμμετέχει και κόσμος από τα Μπίτολα και την Οχρίδα, «έχει κάπου 1.000 με 1.500 ανθρώπους οι οποίοι είναι καλά οπλισμένοι». Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, άλλοι νεοσύστατοι παρακρατικοί σχηματισμοί είναι τα «Μακεδονικά Λιοντάρια», «ομάδα που οργανώθηκε με υπόδειγμα τις "Τίγρεις" του Αρκάν» (και γκράφιτι της οποίας είδαμε στους δρόμους της πόλης Στρούγκα, που κατοικείται από ισοδύναμες αριθμητικά κοινότητες Αλβανών και Σλαβομακεδόνων), το «Γκριζοπούλι» και το «Εθνικό Μακεδονικό Μέτωπο». 

Μολονότι διακριτικότερο, στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το ρεπορτάζ του περιοδικού «Σταρτ» (11.5.01) για τα γεγονότα:

«Από πολλές πηγές πληροφορούμαστε ότι στη δεύτερη "αυθόρμητη" νύχτα οργής και "απόδοσης δικαιοσύνης" συμμετείχαν μια σαρανταριά νεαροί από μια σκοπιανή εταιρεία σεκιούριτι (προσκείμενη στην εξουσία), καθώς και μια εξηνταριά "λιονταράκια" που είχαν έρθει από τη Στρώμνιτσα».

Τα τελευταία αυτά είναι η νεολαία του κυβερνητικού κόμματος VMRO - η δε Στρώμνιτσα βρίσκεται στην άλλη άκρη της ΠΓΔΜ, δίπλα στα βουλγαρικά σύνορα! 

Οι συνομιλητές μας από τα τοπικά ΜΜΕ διαψεύδουν κατηγορηματικά αυτά τα δημοσιεύματα: «Οι καταστροφές ήταν απολύτως αυθόρμητες», υποστηρίζει ο διευθυντής της (μοναδικής) τοπικής εφημερίδας «Μπίτολσκι Βέσνικ», Μέντε Μλαντένοφσκι.

Οσο για τα ναζιστικά σύμβολα στους τοίχους των κατεστραμμένων μαγαζιών, αυτά «τα έκαναν νεαρά άτομα από την πόλη και τα γύρω χωριά» και όχι κάποια συγκροτημένη οργάνωση. Σε τελική ανάλυση, εκτιμά, το πογκρόμ της Πρωτομαγιάς «ήταν μια αναμενόμενη αντίδραση για ό,τι έγινε στο Βέιτσε» αλλά και διότι δεν εκφράστηκαν συλλυπητήρια από τους Αλβανούς της πόλης.

Η ανεπιθύμητη ειρήνη

Η συζήτηση με τον κ. Μλαντένοφσκι για τη γενικότερη κατάσταση είναι αποκαλυπτική για το κλίμα που επικρατεί στο εσωτερικό της σλαβομακεδονικής πλειονότητας.

«Οι αλβανοί τρομοκράτες», μας ξεκαθαρίζει ευθύς εξαρχής, «δεν βρίσκονται μονάχα στο Κουμάνοβο αλλά και μέσα στην κυβέρνηση. Ολα τα αλβανικά κόμματα θέλουν την απόσχιση της δυτικής Μακεδονίας και, ως εκ τούτου, στηρίζουν τους τρομοκράτες του λεγόμενου UCK. Η συμμετοχή τους στην κυβέρνηση είναι το χειρότερο λάθος. Ετσι και αποφασιστεί καταστολή των τρομοκρατών, θα τους ειδοποιήσουν μέσα σε 2 λεπτά».

Μοναδική λύση, κατ' αυτόν, είναι ένας «ολοκληρωτικός πόλεμος» για το ξεκαθάρισμα της ΠΓΔΜ από την παρουσία της ανεπιθύμητης «πέμπτης φάλαγγας» που αποτελεί το 30 % του πληθυσμού.

Τις απόψεις του συμμερίζονται σχεδόν όλοι οι Σλαβομακεδόνες με τους οποίους ήρθαμε σε επαφή. Πάγιο επιχείρημα που επιστρατεύεται είναι πως οι Αλβανοί στην ΠΓΔΜ είχαν περισσότερα από όσα θα μπορούσε να ζητήσει μια καλοπροαίρετη μειονότητα: πλήρη αναγνώριση της εθνικής τους υπόστασης, δικά τους δημοτικά και γυμνάσια, θέσεις εργασίας στο δημόσιο τομέα, πολιτικά κόμματα, βουλευτές και υπουργούς, ακόμη και ποσοστώσεις για την προνομιακή είσοδό τους στα ΑΕΙ! Με όλα αυτά τα δεδομένα, η επιλογή των όπλων φαίνεται (και σε μεγάλο βαθμό είναι) απόλυτα ακατανόητη, ερμηνεύσιμη μονάχα ως απόδειξη ενός ακραίου και αχαλίνωτου αλβανικού εθνικισμού. 

Μια διαφορετική εικόνα μας προσφέρει, ωστόσο, η περιγραφή του συνομιλητή μας για τον τρόπο με τον οποίο κρατήθηκαν τα Μπίτολα «καθαρά από Αλβανούς» -σε αντιδιαστολή προς την πρωτεύουσα που, σήμερα, στεγάζει το μεγαλύτερο τμήμα της ανεπιθύμητης πληθυσμιακής ομάδας:

«Πριν από περίπου 20 χρόνια, το δημοτικό μας συμβούλιο αποφάσισε να απαγορεύσει την αγορά γης και σπιτιών από Αλβανούς μέσα στην πόλη. Καθένας που ήθελε να πουλήσει ακίνητα, έπρεπε να το γνωστοποιήσει πρώτα στις αρχές και ήταν υποχρεωμένος να τα πουλήσει στο δημόσιο, αν ήθελε το τελευταίο. Ετσι μείναμε καθαροί και δεν γίναμε σαν τα Σκόπια». Το ίδιο ακριβώς άγχος για τη διατήρηση της εθνικής καθαρότητας οδήγησε, τον περσινό Απρίλιο, σε μαζικές απεργίες και διαδηλώσεις ενάντια στην κυβερνητική απόφαση για τη λειτουργία μιας αλβανικής τάξης στο γυμνάσιο της πόλης. Μπροστά στον ξεσηκωμό της τοπικής κοινωνίας, η κυβέρνηση αναδιπλώθηκε. 

Σήμερα, μετά το πογκρόμ, η πόλη είναι «καθαρότερη» από ποτέ. 

«Υπάρχουν πληροφορίες ότι περίπου 2.000 Αλβανοί έχουν φύγει από τα Μπίτολα και πήγαν να μείνουν με συγγενείς τους, είτε στα χωριά, είτε σε άλλα μέρη της χώρας», μας λέει ο διευθυντής του Radio Bitola. Το σίγουρο είναι πως το τοπικό αλβανικό δημοτικό σχολείο έπαψε, από τις 3 Μαΐου, να λειτουργεί, λόγω μη προσέλευσης των 228 μαθητών του.

Η «Μπίτολσκι Βέσνικ» κάνει λόγο για «μποϊκοτάζ» και «προειδοποιεί» τους γονείς για τις συνέπειες, όλοι όμως οι συνομιλητές μας απέδωσαν το γεγονός στο φόβο της μειονότητας. Αυτή η τελευταία είναι, άλλωστε, εντελώς αόρατη πλέον. Τα μέλη της αποφεύγουν να κυκλοφορούν στο δρόμο, ενώ πουθενά, στη δίωρη διαδρομή από τα ελληνικά σύνορα μέχρι τη Στρούγκα, δεν είδαμε ούτε ένα αλβανικό σύνθημα γραμμένο σε τοίχο!

Η ανασφάλεια (και ό,τι αυτή συνεπάγεται, στο παρόν ή το άμεσο μέλλον) ενισχύεται από την απαγόρευση κυκλοφορίας αλλά και από τη δραστική αλλαγή των νοοτροπιών. «Μέχρι τις αρχές της χρονιάς, οι Μακεδόνες δεν κάναμε διάκριση σε ποιον ανήκει το μαγαζί που θα καθήσουμε», μας εξηγεί ο κ. Σπάσεφσκι. «Μετά, όμως, την εμφάνιση της πρώτης ομάδας τρομοκρατών στο Τανούσεφτσι, ο κόσμος άρχισε αυθόρμητα να μποϊκοτάρει τα μαγαζιά των Αλβανών». Σιγά σιγά, το μέτρο επεκτάθηκε, για να συμπεριλάβει και τους υπόλοιπους μουσουλμάνους -Τούρκους, Πομάκους (Τορμπεσήδες, στην τοπική ορολογία) και γόνους μεικτών γάμων. 

Για το τωρινό κλίμα, αποκαλυπτικές είναι οι αντιδράσεις απέναντι στις «υπερβολικές ευαισθησίες» της Ευρώπης: «Οι ακροατές μας διαμαρτύρονται έντονα για την αναμετάδοση του μακεδονικού δελτίου ειδήσεων του BBC και της Ντόϊτσε Βέλε», μας πληροφορεί ο διευθυντής του Radio Bitola.

«Δεν μπορούν να δεχτούν ότι οι αλβανοί τρομοκράτες αποκαλούνται "ένοπλες ομάδες" και "αντάρτες". Εμείς τους λέμε "τρομοκράτες", "εγκληματίες" ή, απλά, "τέρατα"». Η αλλαγή του κλίματος έχει επηρεάσει ακόμη και το μουσικό πρόγραμμα του κρατικού ραδιοσταθμού: «Εκτός από μακεδονικά, παίζουμε επίσης ευρωπαϊκά κι ελληνικά τραγούδια. Παλιότερα παίζαμε κι αλβανικά, αλλά όχι τώρα πια». Οι καιροί ανήκουν στη δημοσιογραφική ανατροφοδότηση του εθνικού μίσους: οι ιατροδικαστικές φωτογραφίες των σκοτωμένων αστυνομικών, λ.χ., «διέρρευσαν» στο «ιδιωτικό» site ενός Αυστραλομακεδόνα, στο Ιντερνετ, και από εκεί στις σελίδες του σκοπιανού ταμπλόιντ «Βέστι» (12.5.01). Η αναδημοσίευσή τους στον τοπικό τύπο αποτελούσε, τις μέρες που ήμασταν εκεί, αντικείμενο εκτενούς συζήτησης. 

Με τις απόψεις των «εκσυγχρονιστών» και αντισοσιαλιστών συνομιλητών μας ταυτίζεται ολόκληρη η τοπική κοινωνία.

Ακόμα και ο Αλεξάντερ Πόποφσκι, εκπρόσωπος των πολιτικών προσφύγων του εμφυλίου πολέμου, στους οποίους ακόμα απαγορεύεται ο επαναπατρισμός, δήλωσε εθελοντής για να πολεμήσει κατά των «αλβανών τρομοκρατών».

«Πολλοί Αλβανοί που ζουν εδώ έχουν στο μυαλό τους το μαύρο όνειρο της Μεγάλης Αλβανίας», μας λέει. Για το πογκρόμ εις βάρος των μουσουλμάνων της πόλης, ο κ. Πόποφσκι υποστηρίζει ότι δεν ήταν ένδειξη εθνικισμού: «Απλώς, η νεολαία εξεγέρθηκε τη μέρα της κηδείας των αστυνομικών. Δίπλα στα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Εγώ έχω πολλούς φίλους Αλβανούς».

Η γυναίκα του Βασιλική ισχυρίζεται ότι όλοι οι αλβανοί καταστηματάρχες υποστήριζαν κρυφά τους «τρομοκράτες». «Εμείς, σαν σύλλογος των Μακεδόνων του Αιγαίου», μας λέει ο κ. Πόποφσκι, «καταδικάζουμε κάθε πόλεμο, κάθε βία. Πρώτοι καταδικάσαμε την επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία, παρότι δεν θέλαμε την πολιτική του Μιλόσεβιτς τον οποίο θεωρούμε ψυχοπαθή και εγκληματία».

Ο εθνικός διαχωρισμός είναι αδύνατον να αποφευχθεί: «Σ' αυτό το κράτος υπάρχει μέρος να ζουν και Τούρκοι και Αλβανοί, σαν πολίτες της Μακεδονίας. Αυτός όμως που παίρνει το όπλο ενάντια στους Μακεδόνες, απ' το δικό του όπλο θα σκοτωθεί».

Το μαύρο όνειρο

«Εμείς υποστηρίζουμε τη διατήρηση των συνόρων» καταλήγει ο κ. Πόποφσκι. «Αν πέσουν τα σύνορα σήμερα στη Μακεδονία, η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι ήσυχη. Πρώτη η Ελλάδα έπρεπε να αναγνωρίσει τη Μακεδονία με το όνομά της. Γιατί η χώρα μας είναι το πρώτο ανάχωμα της Ελλάδας κατά των Αλβανών».

Η συζήτησή μας τελειώνει με το δίκαιο παράπονο για τη διατήρηση σε ισχύ των υπουργικών αποφάσεων που απαγορεύουν την επιστροφή σε όλους τους πολιτικούς πρόσφυγες που είναι πολίτες της ΠΓΔ της Μακεδονίας. Ισως η άρση αυτών των αντιδημοκρατικών διατάξεων να δημιουργήσει, σήμερα, ένα ακόμα πιο φιλελληνικό κλίμα στον πληθυσμό της περιοχής.

Κυριακή απόγευμα, πίσω στη Φλώρινα. Τις μελαγχολικές σκέψεις ενισχύει η θλιβερή εικόνα της στρατιωτικής μπάντας που παρελαύνει στους πεζόδρομους της πόλης, μπροστά από τις καφετέριες του κέντρου. Η μπάντα παιανίζει εθνικά θούρια, ακολουθούμενη από μικρό στρατιωτικό άγημα.

Πρόκειται για ένα μέτρο που αποφάσισε ο διοικητής του Α' Σώματος Στρατού, εδώ και λίγα χρόνια, για να ενισχύσει το «εθνικό φρόνημα» των κατοίκων. Το άγημα συνοδεύεται από ένα τσούρμο παιδιά που προσποιούνται ότι, κι αυτά, παρελαύνουν. Εικόνα Αγγελόπουλου με ολίγο Κοστουρίτσα.

Αν εξαιρέσουμε αυτή την εικόνα, που παραπέμπει σε σκηνές της δεκαετίας του '50, η ζωή στην ελληνική πλευρά των συνόρων δεν έχει διαταραχθεί. Οι εφημερίδες εξακολουθούν να ασχολούνται με τα τοπικά προβλήματα, στις καφετέριες συζητούν για το θρίαμβο του ΠΑΟΚ.

Ομως, οι κάτοικοι έχουν τ' αφτιά τους ανοιχτά στα μηνύματα που έρχονται από τα «μέσα» (όπως αποκαλείται στο νομό η ΠΓΔ της Μακεδονίας).

Πολλοί έχουν συγγενείς εκεί και πληροφορούνται τα γεγονότα. Μαθαίνουν ότι όλοι οι γνωστοί τους έχουν, ήδη, προμηθευτεί όπλα και είναι έτοιμοι να τους μιμηθούν. Μας αναφέρουν ότι είναι ήδη συγκροτημένες ορισμένες οπλισμένες παρακρατικές ομάδες στο γειτονικό κράτος, έτοιμες να «ανταποδώσουν» τα χτυπήματα των Αλβανών. Μαθαίνουμε ότι έχει συγκροτηθεί και κάποια ημιπαράνομη «Επιτροπή Εθνικής Σωτηρίας», με προφανή σκοπό να καλύψει την «ολιγωρία» των αρχών. 

Το μίσος διαπερνά και την ελληνική πλευρά. Μπολιάζεται με το γνωστό αντιαλβανικό κλίμα που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια σ' όλη την Ελλάδα και καταλήγει σε εθνικό φανατισμό. Μιλούν για τους Αλβανούς με τους όρους του κλασικού ρατσισμού: «είναι βάρβαροι, εγκληματίες, πρέπει να εξοντωθούν». Καταγγέλλουν τον πρωθυπουργό ως "αμερικανόδουλο και αλβανόφιλο"», επειδή παρέδωσε την ελληνική σημαία στον μικρό Οδυσσέα Τσενάι.

Η οδυνηρή μας έκπληξη οφείλεται στο γεγονός ότι οι συνομιλητές μας είναι άνθρωποι που ανήκουν σε προοδευτικούς πολιτικούς χώρους και έχουν οι ίδιοι υποστεί τους ρατσιστικούς διωγμούς του ελληνικού κράτους και των υπηρεσιών του.

«Ονειρεύομαι την ώρα που οι κομιτατζήδες θα πολεμούν τους Αλβανούς στην Ηπειρο», μας λέει ένας φίλος μας που ανήκει στην αριστερά. Στο σημείο αυτό ταυτίζονται οι δυο πληθυσμιακές ομάδες της ελληνικής Μακεδονίας που συγκρούονται, εδώ και οκτώ δεκαετίες: οι Πόντιοι και οι «ντόπιοι». Παρόμοιο είναι το κλίμα και σε μεγάλο τμήμα της νεολαίας. Ολοι περιμένουν κάποιο σύνθημα ή ένα απλό πρόσχημα για να ξεσπάσουν. 

Είναι παράδοξο, αλλά εκείνος που αμφισβητεί περισσότερο από κάθε άλλον αυτό το αντιαλβανικό μένος είναι ο άνθρωπος που είχε χαρακτηριστεί ως «πράκτορας» των Σκοπιανών.

Ο εκπρόσωπος του «Ουράνιου Τόξου» κ. Παύλος Βοσκόπουλος αντιδρά στο φιλοπόλεμο κλίμα και θεωρεί ότι πρέπει να εξαντληθούν όλες οι δυνατότητες για μια ειρηνική και συμβιβαστική λύση.

Οι επίσημοι εκπρόσωποι των κομμάτων είναι απορροφημένοι στα τοπικά προβλήματα, εφόσον την ευθύνη για την εθνική πολιτική έχουν οι κεντρικοί κομματικοί μηχανισμοί στην Αθήνα.

Είναι, όμως, πολύ αμφίβολο αν τα αθηναϊκά επιτελεία έχουν συνειδητοποιήσει την εκρηκτικότητα της κατάστασης. Και πολύ φοβόμαστε ότι είναι, ήδη, πολύ αργά. 

(Ελευθεροτυπία, 20/5/2001)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ