Η ΔΥΣΗ ΥΜΝΕΙ ΤΟΥΣ ΙΣΛΑΜΙΣΤΕΣ


Μουτζαχεντίν του φιλελευθερισμού

1.   2.   


Τώρα δεν θέλουν ούτε να τους ακούσουν. Ομως πριν από λίγα χρόνια τους θαύμαζαν, τους επαινούσαν, τους κολάκευαν. Για τη φιλελεύθερη Δύση οι ακραίοι ισλαμιστές ήταν τότε οι καλύτεροι σύμμαχοί τους.
 

Προτού εξελιχθούν σε «τέρατα», άξια να δεχτούν κάθε δίκαια «ευγενή» και «ατέρμονη» ανταπόδοση, οι ισλαμιστές του Αφγανιστάν είχαν κερδίσει την εμπιστοσύνη, τη βοήθεια και το θαυμασμό της φιλελεύθερης Δύσης. 

Τα μεγαλύτερα συντηρητικά μέσα ενημέρωσης σ' όλο τον κόσμο δεν έχαναν την ευκαιρία κατά τη δεκαετία του '80 να υποστηρίξουν τους «μουτζαχεντίν», δημοσιεύοντας κάθε λογής μυθοποιήσεις για την αφγανική αντίσταση, και υιοθετώντας άκριτα τον ισλαμικό φονταμενταλισμό ως μοναδικό αντίδοτο στις «σοσιαλιστικές» και «εκσυγχρονιστικές» ιδέες των Σοβιετικών.

Η υποστήριξη αυτή δεν παρέμενε στην απλή -και δικαιολογημένη- συμπάθεια προς ένα λαό, ο οποίος αντιστέκεται σε μια ξένη εισβολή και σε ένα καταπιεστικό εσωτερικό καθεστώς. Προχωρούσε στην ιδεολογική «ουσία» της αντιπαράθεσης, εξαίροντας την «ισλαμική αντίσταση» ως «κήρυγμα ελευθερίας», απέναντι στον «άθεο κομμουνισμό». 

Στην Ελλάδα, ο πολιτικός συσχετισμός της περιόδου της «Αλλαγής» δεν επέτρεπε τα πρώτα χρόνια της σοβιετικής κατοχής (1980-1982) την ανάπτυξη παρόμοιου ιδεολογικού ρεύματος. Ομως μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1980, άρχισαν δειλά-δειλά να εμφανίζονται και εγχώριοι «φιλελεύθεροι μουτζαχεντίν».

* Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του ανυπόκριτου θαυμασμού και της ταύτισης με τους σημερινούς αποδιοπομπαίους είναι το βιβλίο του δημοσιογράφου Πέτρου Κασιμάτη, ο οποίος επισκέφτηκε την περιοχή του Πασαβάρ στο Πακιστάν, την περίοδο που «έκλεινε» το Αφγανικό.

* Ο συγγραφέας δεν παραλείπει να προβάλει τη δήλωση ενός από τους συνομιλητές του ότι «οι Αφγανοί είναι ερωτευμένοι με την ελευθερία» και μας μεταφέρει την άποψή του ότι «όπου και να πάτε μην ξεχάσετε ότι εδώ στην Κεντρική Ασία πολεμάμε ένα ανελεύθερο καθεστώς κι εμποδίζουμε την εξαγωγή του κόκκινου στρατού εδώ στις περιοχές που έκτισε ο Μέγας Αλέξανδρος».

* Ο συγγραφέας αναφέρει ασχολίαστο το γεγονός ότι οι μουτζαχεντίν έχουν κηρύξει «τζιχάντ». Δείχνει απόλυτη κατανόηση για την κήρυξη του «ιερού πολέμου», εφόσον «ιερός» θεωρείται ο αγώνας εναντίον των εισβολέων. Και δέχεται αδιαμαρτύρητα όλα τα πρώτα δείγματα γραφής του υπό εκκόλαψη θεοκρατικού καθεστώτος, όπως ο αποκλεισμός των κοριτσιών από τα σχολεία των προσφύγων.

Για τη συμμετοχή της KGB και των Σοβιετικών στον εξοπλισμό του καθεστώτος της Καμπούλ ο συγγραφέας παρουσιάζεται απολύτως ενημερωμένος. Σκοτεινή, όμως, μένει για τον αναγνώστη η σχέση των ισλαμιστών ανταρτών με τους Αμερικανούς και τη CIA. Υπάρχει μόνο μια «ξερή» αναφορά σε όπλα που έρχονται από το «εξωτερικό». 

Πράγματα λίγο ώς πολύ αναμενόμενα από έναν δημοσιογράφο, ο οποίος είχε συνδέσει την καριέρα του με μια άλλη θλιβερή ιστορία των αμερικανικών «υπηρεσιών»: το βρόμικο πόλεμο των Κόντρας εναντίον της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης της Νικαράγουας. 

* Μεγαλύτερο, όμως, ενδιαφέρον έχει η εισαγωγή στο βιβλίο. Την υπογράφει ο Κώστας Καραμανλής και έχει γραφτεί τον Οκτώβριο του 1988. Ο σημερινός πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας δεν μασάει τα λόγια του: «Σε όλα τα μέρη του κόσμου όπου τα μέσα ενημέρωσης και οι δημοσιογράφοι δεν είναι κατευθυνόμενοι, το δράμα του Αφγανιστάν έγινε ευρύτερα γνωστό. Σε όλα τα μέρη του κόσμου, του ελεύθερου, του δημοκρατικού κόσμου, με εξαίρεση την Ελλάδα. Της Ελλάδας της οποίας η κρατική τηλεόραση βάφτισε τους ήρωες της αφγανικής αντίστασης φανατικούς θεοκράτες και ακροδεξιούς μισθοφόρους».
Το γεγονός δηλαδή ότι οι προκάτοχοι των Ταλιμπάν χαρακτηρίζονταν θεοκράτες, θεωρείται από τον κ. Καραμανλή απόδειξη ότι η Ελλάδα δεν ανήκει στον «ελεύθερο κόσμο»! Οι διατυπώσεις του κ. Καραμανλή είναι γεμάτες θαυμασμό και πάθος για τους «άοπλους Αφγανούς», γι' αυτό το «φτωχό, σκληροτάχηλο λαό που δεν συμβιβάστηκε, αλλά πολέμησε για την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και τις παραδόσεις του». Αποφεύγει, βέβαια, να μας πει τι ακριβώς είναι αυτές οι παραδόσεις. Γιατί τότε θα ήταν υποχρεωμένος να μιλήσει για τον αναδυόμενο φονταμενταλισμό και την ιδεολογική του στήριξη από την κατά τα άλλα χριστιανική Δύση.

Εκείνη την εποχή ο κ. Καραμανλής δεν ήταν ακόμα βουλευτής. Είχε όμως τοποθετηθεί στη θέση του προέδρου της ΚΙΠΑΕΑ (Κίνηση για τον Πολυμερή Αφοπλισμό, την Ελευθερία και την Ασφάλεια). Ανάλογες σκέψεις διατύπωναν όλα τα στελέχη της ΚΙΠΑΕΑ που συγκροτήθηκε ως αντίπαλο δέος των ισχυρών εκείνη την εποχή οργανώσεων ειρήνης των κομμάτων της αριστεράς. Η ΚΙΠΑΕΑ, βέβαια, δεν διέθετε ποτέ μαζική βάση μελών. Είχε περισσότερο τη μορφή ενός νεοφιλελεύθερου θινκ τανκ και έφερε τη σφραγίδα του ιδρυτή και πρώτου της προέδρου, του Ανδρέα Ανδριανόπουλου.

* Το Μάρτιο του 1986 η ΚΙΠΑΕΑ οργάνωσε πανευρωπαϊκό συνέδριο στην Αθήνα με θέμα «Ελευθερία στο Αφγανιστάν». Στην ομιλία του ο γνωστός αναλυτής (και σύμβουλος των προέδρων της Νέας Δημοκρατίας) Γιάννης Λούλης «ανέλυσε τη σχέση ολοκληρωτικών συστημάτων και επεκτατισμού τονίζοντας πως τα συστήματα αυτά στηρίζονται: α) στη βία, β) σε αυστηρά ιεραρχικές δομές, γ) μορφές στρατικοποιημένης και στρατευμένης κοινωνίας και δ) σε μεσαιωνικές ιδεολογίες και είναι φυσικό να εξάγουν τη βία έξω από τα σύνορά τους με σκοπό να επιβάλλουν την ιδεολογία τους και τις πολιτικο-κοινωνικές δομές τους. Αυτό ακριβώς έχει συμβεί με την επεκτατική δράση του σοβιετικού ολοκληρωτισμού στο Αφγανιστάν». («Απογευματινή», 10.3.1986).

Ειρωνεία της ιστορίας: τα τέσσερα αυτά χαρακτηριστικά του σοβιετικού καθεστώτος που διακρίνει ο κ. Λούλης είναι σαν να φωτογραφίζουν το σημερινό φονταμενταλιστικό καθεστώς των Ταλιμπάν.

Για τους φιλελεύθερους όμως της ΚΙΠΑΕΑ ο (αφγανικός) ισλαμισμός ήταν τότε ο απόλυτος σύμμαχος. Απέφευγαν, μάλιστα, να του δώσουν κάποιο χαρακτηρισμό που θα παρέπεμπε σε θρησκευτικό φανατισμό. Αρκούνταν στη γενική ονομασία «μαχητές της ελευθερίας», παραποιώντας τη λέξη μουτζαχεντίν, η οποία κατά λέξη σημαίνει «μαχητής του τζιχάντ», δηλαδή του ιερού πολέμου του Ισλάμ (βλ. λεξικά Webster και Collins).

* Τη σημαία του αγώνα υπέρ των ισλαμιστών ανταρτών κραδαίνει εκείνη την εποχή και η ομάδα του περιοδικού «Εποπτεία» του γνωστού Παναγιώτη Δρακόπουλου, σημερινού μυστικοσύμβουλου του κ. Χριστόδουλου: «Κάποιοι φιλισταίοι της πολιτικής ψαρεύουν στα θολά νερά, ακολουθώντας μια δήθεν εξισωτική λογική, του τύπου "αν τρομοκράτες είναι οι Παλαιστίνιοι, τότε τρομοκράτες είναι και οι Αφγανοί αντάρτες"». (τ. 113, Ιούνιος 1986). Προφανώς για το συντάκτη της «Εποπτείας» οι Παλαιστίνιοι ως «μαρξιστές» είναι τρομοκράτες, ενώ οι ισλαμιστές Αφγανοί είναι απλώς «αντάρτες».

* Σε άλλο τεύχος του περιοδικού φιλοξενείται συνέντευξη ενός εκπροσώπου της αφγανικής ισλαμικής αντίστασης. Η Ζηνοβία Δρακοπούλου που παίρνει τη συνέντευξη δεν φείδεται κολακειών: «Γνωρίζετε ασφαλώς ότι οι δυτικές χώρες όπως και οι μουσουλμανικές θαυμάζουν τον αγώνα του αφγανικού λαού... Τι συνέβη και άρχισε αυτός ο εκπληκτικός αγώνας;» (τ. 131, Φεβρουάριος 1988).

* Στον ίδιο ιδεολογικοπολιτικό χώρο βρισκόταν το περιοδικό «Επίκεντρα», με συχνές -και κολακευτικές- αναφορές στους ισλαμιστές του Αφγανιστάν. Είναι αποκαλυπτικό το σχόλιο της σύνταξης του περιοδικού (τ. 48, Ιαν.-Φεβ. 1986): «Ο λαός του Αφγανιστάν απέδειξε ότι δεν είναι ευάλωτος στην όποια ιδεολογική επίθεση. Ηδη πολύ πριν την εισβολή, οι Αφγανοί είχαν μια ενστικτώδη αρνητική στάση απέναντι στο σοβιετικό καθεστώς. Είχαν ακούσει για αθεϊσμό, για τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας και της περιουσίας. Αυτή ήταν η βάση της αντίστασης ενάντια στο φιλοσοβιετικό μαρξιστικό καθεστώς μετά το πραξικόπημα του Απριλίου του 1978 και το κίνητρο για τη λαϊκή εξέγερση μετά τη σοβιετική στρατιωτική εισβολή στις 27 Δεκεμβρίου 1979. Ενας λαϊκός πόλεμος που ακόμα συνεχίζεται. Ενας πόλεμος για την πίστη και την ελευθερία. Η ιδεολογική επανάσταση απέτυχε. Η προπαγάνδα έγινε μπούμερανγκ στα χέρια των εμπνευστών της».

Να, λοιπόν, που ο φιλελεύθερος φανατισμός οδηγεί στην εξιδανίκευση του πολέμου «για την πίστη και την ελευθερία». Ποια πίστη και ποια ελευθερία; Αυτή η γοητεία του ισλαμικού αντάρτικου και η αποσιώπηση του φονταμενταλιστικού του χαρακτήρα διαπερνούν και τα εβδομαδιαία δημοσιογραφικά όργανα του φιλελεύθερου χώρου.

* Τα «Επίκαιρα» μιλούν για τους «αγέρωχους πολεμιστές των ορέων», οι οποίοι υψώνουν «απέναντι στον κατακτητή το τείχος της ψυχής ενός λαού, με τη θρησκεία, τον πολιτισμό και τις παραδόσεις του που συγκροτεί την αφγανική αντίσταση». Ανάλογα δημοσιεύματα φιλοξενούνται και στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», ο οποίος εξαντλεί όλο το αντιαραβικό και αντιμουσουλμανικό του μένος στη Λιβύη του Καντάφι.

* Αντιθέτως, οι ισλαμιστές του Αφγανιστάν εμφανίζονται απλώς ως «πατριώτες» (3.1.85). Και δημοσιεύεται -μεταξύ άλλων- και μια συνέντευξη του ισλαμιστή Σαγιέντ Αχμάντ Γκελαϊνί στον Αθανάσιο Παπανδρόπουλο.

Ο Γκελαϊνί, βέβαια, εμφανίζεται ως μετριοπαθής και φιλοδυτικός ισλαμιστής. Πουθενά στο κείμενο δεν πληροφορούμαστε ότι τη δύναμή του την αντλούσε από τη δήλωση ότι είναι απευθείας απόγονος του Μεγάλου Προφήτη.

* Από κοντά και τα έντυπα της άκρας δεξιάς. Το «Ελληνικόν Αύριον» του σημερινού βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Κιλτίδη και άλλων τεταρταυγουστιανών της Θεσσαλονίκης προβάλλει ως υπόδειγμα τους «αφγανούς αντάρτες που ρεζίλεψαν τον ρωσικό στρατό με τα παλιοντούφεκά τους» (τ. 21, Μάρτιος 1980).

Αυτός ο ανυπόκριτος θαυμασμός προς τη δράση των ισλαμιστών δεν σταματά ούτε μπροστά σε ενέργειες που σε κάθε άλλη περίσταση θα χαρακτηρίζονταν τρομοκρατικές. Αντιγράφουμε από τα -κατά τα άλλα μετριοπαθή- «Επίκεντρα»:

«Στις αρχές του μηνός (σ.σ. Ιανουάριος 1985) οι Ρώσοι οργάνωσαν στο ξενοδοχείο Ιντερκοντινένταλ της Καμπούλ μια συνάντηση 81 αντιπροσώπων από 44 χώρες, που ανήκουν σε μια από τις οργανώσεις του Κομμουνιστικού μετώπου, το Συνέδριο της Αφρό-Ασιατικής Ειρήνης και Αλληλεγγύης. Οι μαχητές της ελευθερίας κατόρθωσαν να "χαιρετήσουν" την έναρξή του εκτοξεύοντας τέσσερις πυραύλους από τα περίχωρα της πόλης με στόχο το ξενοδοχείο». (τ. 42, Ιαν.-Φεβρ. 1985). Ο θαυμασμός σε μια ενέργεια που αν δεν είναι «τρομοκρατική», τουλάχιστον συνιστά ένα κλασικό έγκλημα πολέμου, είναι ενδεικτικός για την πλήρη ταύτιση του πολιτικο-ιδεολογικού χώρου με τους ισλαμιστές.

Η Διεθνής του φιλοϊσλαμισμού

Θα ήταν, ωστόσο, λάθος να νομίσουμε πως όλος αυτός ο θαυμασμός των εγχώριων φιλελευθέρων για τον ιερό πόλεμο των Αφγανών υπήρξε δική τους πρωτοτυπία.

Πρόκειται, αντίθετα, για μια τυπική περίπτωση (στρεβλής, ως συνήθως) υιοθέτησης ιδεών και προτύπων που μεσουρανούσαν τη δεκαετία του '80 στις δυτικές χώρες. Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς τα γνωστά ευρωπαϊκά περιοδικά της εποχής, για να διαπιστώσει την έκταση στην οποία οι μουτζαχεντίν επιστρατεύονται ως υπόδειγμα «αντίστασης στον ολοκληρωτισμό». Με κάποιες αναπόφευκτες, εννοείται, ιδεολογικές ταχυδακτυλουργίες: ο ισλαμικός χαρακτήρας του αντάρτικου δεν αποσιωπάται μεν, «διασκεδάζεται» όμως - είτε με την ανακάλυψη κάποιων (ο Αλλάχ να τις κάνει) «μετριοπαθών» τάσεών του, είτε με την προσφυγή στον εξωτισμό, όπου όλα ανάγονται στην «ιδιοπροσωπία» της κατεχόμενης χώρας και του λαού της. Με αποτέλεσμα ακόμη και οι πιο φρικαλέες βαρβαρότητες να «δικαιολογούνται» στο όνομα της «τοπικής ιδιαιτερότητας». 

* Τα παραδείγματα αφθονούν. «Καθυστερημένο, σίγουρα, αλλά αυθεντικό, το πραγματικό Αφγανιστάν ήταν καλώς ή κακώς ανεξάρτητο. Σήμερα, δεν είναι τίποτα», αποφαίνεται κατηγορηματικά το «Point» (24.3.80).

Οταν ο αντάρτης φύλαρχος Αμίν Βαρντάκ, φεουδάρχης της ομώνυμης επαρχίας με «κάπου 800.000 υπηκόους», επισκέπτεται τα γραφεία του «Figaro Magazine» για μια συνέντευξη, περιγράφεται με θαυμασμό ως «ταπεινός και μυστηριώδης, όπως ένας άνθρωπος του Μεσαίωνα» (7.3.81). Ο ίδιος δηλώνει πως «ο κομμουνισμός είναι ο εχθρός του ισλάμ, αλλά ο Αλλάχ είναι μεγάλος και θα αποφασίσει ποιος θα νικήσει»· το περιοδικό συμπεραίνει, στο σχετικό μεσότιτλό του, ότι πρόκειται απλά για «μια ελεύθερη χώρα».

Οσο για τον τίτλο του άρθρου, αυτός θα βγει από τον (ψευδή) ισχυρισμό του πολέμαρχου ότι στα σοβιετικά στρατεύματα κατοχής συμμετέχουν επίσης Κουβανοί, Τσέχοι, Βούλγαροι κι άλλοι Ανατολικοευρωπαίοι, οπότε οι μουτζαχεντίν «είναι μόνοι τους, ενάντια σε επτά κομμουνιστικές χώρες». Προφανώς, η δήλωσή του πως «οι νέοι δεν έχουν ιδέα τι θα πει μοναρχία ή δημοκρατία» αλλά «μάχονται κάτω από τη μαύρη σημαία του Προφήτη και την πράσινη σημαία του ισλάμ, ενάντια στην κόκκινη σημαία του άθεου τυράννου, που πρέπει να εξολοθρευτεί», δεν κρίθηκε και τόσο εύπεπτη από το παρισινό κοινό - με αποτέλεσμα να καταχωνιαστεί στα ψιλά.

* Από κοντά το «Paris Match», πανηγυρίζει για το ρώσο πιλότο που από τα ύψη «βρέθηκε στο μεσαίωνα» με την κατάρριψη του αεροπλάνου του (17.7.81). Οι μουτζαχεντίν μπορεί να υποβάλλουν τους αιχμαλώτους τους σε «ατέλειωτα βασανιστήρια, προτού τους ρίξουν λεία στα κυνηγόσκυλα», δεν παύουν ωστόσο να είναι «οι μαχητές της ελπίδας» (1.5.81).

Η τελετουργική σφαγή των «προδοτών» και άλλων «συνεργατών του κατακτητή» αποτυπώνεται, επανειλημμένα, σε μακάβρια φωτορεπορτάζ, όπου αιχμάλωτοι δεμένοι πισθάγκωνα πυροβολούνται στο σβέρκο, σφάζονται με χατζάρι, πελεκιούνται με τσεκούρι ή λιθοβολούνται μέχρι θανάτου. Κάπου-κάπου, βέβαια, κρίνεται σκόπιμο να μετριαστεί προληπτικά η ενδεχόμενη δυσφορία του αναγνώστη:

«Είναι Αφγανός», διαβάζουμε στο «Paris Match» για ένα μελλοθάνατο κομμουνιστή που οδηγείται στον τόπο της εκτέλεσης, «και όποιες και να 'ναι οι πολιτικές του απόψεις, έχει την ίδια αδιαφορία μπροστά στο θάνατο». Πάλι καλά... Γιατί το βρετανικό «NOW!» δεν έχει το παραμικρό πρόβλημα να διαπιστώσει (30.11.79) πως «οι αντάρτες του Αφγανιστάν είναι ένας ζεστός και φιλικός λαός, αν και ικανοί να γδέρνουν ζωντανούς σοβιετικούς στρατιώτες στον ιερό τους πόλεμο».

* Υπάρχουν, άλλωστε, σοβαροί λόγοι να συστρατευτεί κανείς με το ισλαμικό αντάρτικο. «Μια αναμέτρηση ανάμεσα στο ισλάμ και το σοβιετικό ιμπεριαλισμό είναι μια θαυμάσια εξέλιξη» διαπιστώνει το «NOW!» (24.4.81), ενώ το γαλλικό «Paris Match» καταναλώνει τρεις πυκνογραμμένες σελίδες για να πείσει το κοινό του ότι άλλο πράγμα οι ισλαμιστές της Τεχεράνης (τους οποίους σύμπασα η Δύση καταγγέλλει) κι άλλο οι αφγανοί μουτζαχεντίν, που διατυπώνουν «το πρώτο "όχι" των αποικιοκρατούμενων λαών της σοβιετικής αυτοκρατορίας» (18.1.80).

* Για απαιτητικότερα (και πιο πολυφωνικά) γούστα, το σοβαρό «L' Express» μας πληροφορεί ότι «τα κινήματα του Πεσαβάρ περιλαμβάνουν από προοδευτικούς διανοούμενους έως το πιο ακραίο ισλάμ» (12.1.80) και πως η αντίσταση είναι διχασμένη ανάμεσα στους «φονταμενταλιστές» και τους «υπερασπιστές της παράδοσης» -με βασικό εκπρόσωπο των τελευταίων, έναν «απόγονο του Προφήτη» που ισχυρίζεται πως υπερασπίζεται «τα συμφέροντα του ελεύθερου κόσμου» (31.12.82)! 

Τη μερίδα του λέοντος από την προβολή αυτή αποσπά ο Αχμέτ Σαχ Μασούντ, το «λιοντάρι του Πανσίρ» που δολοφονήθηκε προ ημερών. Απόφοιτος του γαλλικού λυκείου της Καμπούλ, ξέρει πώς να αποσπά το θαυμασμό των δυτικών ΜΜΕ. «Στρατηγός, διοικητής, δήμαρχος, δάσκαλος και προστάτης των ψυχών σε ένα και μόνο πρόσωπο» κατά το γερμανικό «Stern», «πιστεύει στη σιδερένια πειθαρχία: τους στρατιώτες που κάπνιζαν μυστικά χασίς ή έκλεβαν κάποιο όπλο από τα λάφυρά τους, τους χτυπούσε με τα ίδια του τα χέρια και μετά τους φυλάκιζε» (28.6.84).

* Διαδοχικές αναλύσεις θα τον εμφανίσουν σαν εκφραστή της «νέας αντίστασης», υπέρμαχο της ενότητας «υπεράνω κομματικών, φυλετικών, εθνοτικών και θρησκευτικών διχασμών» («L' Express» 23.12.83), «αντίπαλο των ακραίων ισλαμιστών» («Le Nouvel Observateur» 24.6.88) ακόμη και εκπρόσωπο ενός «ισλαμικού εκσυγχρονισμού» (Olivier Roy «L' Afghanistan. Islam et modernite politique», Παρίσι 1992)!

* Εκείνο που όλοι θα «ξεχάσουν» να αναφέρουν είναι πως ο εν λόγω πολέμαρχος, τον οποίο κατόπιν εορτής η «Liberation» θα παρομοιάσει με τον υποδιοικητή Μάρκος των Ζαπατίστας, βγήκε στο κλαρί ήδη από το 1975 (τεσσεράμισι χρόνια πριν από τη σοβιετική επέμβαση και τρία πριν από την άνοδο των κομμουνιστών στην εξουσία) για να πολεμήσει τους «άθεους» εκσυγχρονιστές εθνικιστές που είχαν ανατρέψει τη μοναρχία.

Σε μεγάλο βαθμό, αυτό το μανιχαϊκό μοντέλο καθορίστηκε από τις ίδιες τις συνθήκες παραγωγής της ειδησεογραφίας γύρω από το συγκεκριμένο αντάρτικο. Δυο μόλις βδομάδες μετά τη σοβιετική εισβολή, οι αρχές του Αφγανιστάν διέταξαν την απέλαση όλων των ξένων δημοσιογράφων από τη χώρα· με εξαίρεση λιγοστών «ημετέρων», οι τελευταίοι δεν θα επιστρέψουν στην Καμπούλ πριν από το 1986. 

* Με δεδομένες την έκταση, τη γεωφυσική διαμόρφωση και τις πρωτόγονες συγκοινωνίες της χώρας, το επίκεντρο της διεθνούς «ενημέρωσης» μεταφέρθηκε έτσι στην παραμεθόρια πακιστανική πόλη Πεσαβάρ, όπου είχαν το στρατηγείο τους οι υποστηριζόμενες από τη CIA οργανώσεις των μουτζαχεντίν.

«Κατά το μεγαλύτερο μέρος του πολέμου, οι περισσότεροι ρεπόρτερ βρήκαν ασφαλέστερη τη στήριξη σε "δυτικές διπλωματικές πηγές του Πακιστάν", δηλαδή αξιωματούχους του προξενείου των ΗΠΑ στο Πεσαβάρ ή της πρεσβείας τους στο Ισλαμαμπάντ», διαβάζουμε σε έναν απολογισμό με βάση τα διαθέσιμα αμερικανικά αρχεία (NSA «Afghanistan: the making of U.S. policy», 1991). Δημοσιογράφοι που τόλμησαν να κριτικάρουν τις συνέπειες αυτής της πρακτικής, όπως η Μαίρη Ουίλιαμς Ουόλς της «Wall Street Journal», αντιμετωπίσ τηκαν με εξοστρακισμό. 

* Σε ένα ευρύτερο επίπεδο, η χειραγώγηση της κοινής γνώμης οργανώθηκε με βάση ειδική προεδρική Οδηγία του Ρέιγκαν (αρ. 77 της 14.1.83) «Για τη διαχείριση της δημόσιας διπλωματίας σχετικά με ζητήματα εθνικής ασφαλείας». Μια συντονιστική Διυπηρεσιακή Ομάδα Εργασίας για το Αφγανιστάν συνεδρίαζε στην Ουάσιγκτον δύο φορές το μήνα, «συζητώντας για τους τρόπους με τους οποίους θα αυξηθεί η κάλυψη του πολέμου από τα ΜΜΕ και θα προκληθεί συμπάθεια και υποστήριξη προς τους μουτζαχεντίν». Για την επιτυχία του εγχειρήματος, αψευδής μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί η ομοιομορφία των επίμαχων δημοσιογραφικών «ανταποκρίσεων».

(Ελευθεροτυπία, 30/9/2001)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ