Η ΣΥΜΜΑΧΟΣ ΣΑΟΥΔΙΚΗ ΑΡΑΒΙΑ


ΝΑΤΟ, CIA και σαρία

1.   2.   


Ενας "Πόλεμος των πολιτισμών" ανάμεσα σε Δύση και σε Ισλάμ δεν πρόκειται να γίνει. Η χειρότερη ισλαμική θεοκρατία της Γης αποτελεί τον στυλοβάτη της τρέχουσας "αντιτρομοκρατικής" σταυροφορίας. 
 

Δώδεκα από τους 19 αυτόχειρες αεροπειρατές-βομβιστές της 11ης Σεπτεμβρίου προέρχονταν από την ίδια χώρα της Μ. Ανατολής. 

Μην πάει ο νους σας στο καθυστερημένο Αφγανιστάν, που ετοιμάζεται να δεχτεί τα πυρά της νέας διεθνούς σταυροφορίας. Η κοινωνία, στους κόλπους της οποίας εκκολάφθηκε η μαζική τρομοκρατία των 6.500 νεκρών του Παγκοσμίου Κέντρου Εμπορίου, δεν είναι άλλη από τη Σαουδική Αραβία, το χαϊδεμένο παιδί και προπύργιο της Δύσης στην καρδιά του αραβικού κόσμου. Γεγονός καθόλου συμπτωματικό. Παρ' όλη τη «διακριτικότητα» που επιδεικνύουν απέναντί της τα δυτικά ΜΜΕ, η εν λόγω χώρα δεν παύει να είναι το πιο ακραίο θεοκρατικό καθεστώς της Γης -και κάτι παραπάνω: ο βασικός, εδώ και τέσσερις δεκαετίες, «εξαγωγέας» του ακραίου ισλαμισμού ανά την υφήλιο. 

Πολύ φυσιολογικά, λοιπόν, οι αρχές του Ριάντ απαγόρευσαν τις τελευταίες εβδομάδες κάθε επιτόπιο ρεπορτάζ σχετικά με τους δράστες της τετραπλής αεροπειρατείας των ΗΠΑ. Αλλιώς όπως επισημαίνει και ο Ρόμπερτ Φισκ στην «Independant» (27.9.01), διακινδύνευαν να αποκαλυφθεί πανηγυρικά ότι «το Αφγανιστάν απλά γαλουχεί ό,τι παρήγαγε η Σαουδική Αραβία». Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Ενα οικογενειακό βασίλειο

Η Σαουδική Αραβία είναι η μοναδική χώρα του κόσμου που -ακόμη και στην ονομασία της- διακηρύσσει ότι πρόκειται για οικογενειακό φέουδο: «σαουδική», τουτέστιν ιδιοκτησία του Οίκου των Σαούντ, των φυλάρχων που εξορμώντας το 1902 από το Ριάντ κατέλαβαν μέσα σε μια εικοσαετία το μεγαλύτερο μέρος της χερσονήσου, επιβάλλοντας μια σιδερένια δικτατορία κι ένα ακραίο ισλαμικό καθεστώς. 

«Φύλακας των Αγίων Τόπων, της Μέκκας και της Μεδίνας», ο βασιλιάς ασκεί απόλυτη εξουσία - εκτελεστική, νομοθετική και, σε τελευταίο βαθμό, δικαστική:

* Διορίζει και παύει κατά βούληση τους υπουργούς, τους τοπικούς διοικητές, τους δικαστικούς, τα στελέχη των κρατικών υπηρεσιών και του στρατού, καθώς και τα μέλη της 90μελούς «Συμβουλευτικής» που δέησε να συστήσει το 1992, τριάντα ολόκληρα χρόνια μετά την εξαγγελία της. 

* Απονέμει χάρη στους καταδικασμένους και, αντίστροφα, λειτουργεί ως «συνήγορος του πολίτη», ακροώμενος κάθε παραπονούμενο...

* Υπουργικό συμβούλιο και προϋπολογισμό η χώρα απέκτησε μόλις το 1958 -μέχρι τότε η τσέπη του κράτους και του μονάρχη συνέπιπταν απόλυτα. Πρόκειται όμως για θεσμούς μάλλον «τεχνικούς», ενώ η πραγματική εξουσία ανήκει στην αυλή (diwan) των μυστικοσυμβούλων του βασιλιά. 

* Με δυο λόγια, βρισκόμαστε μπροστά σε μια απίστευτη διαπλοκή των επίσημων κι ανεπίσημων θεσμών με την ευρεία βασιλική οικογένεια: Τα 4.000 αρσενικά μέλη της τελευταίας μονοπωλούν ουσιαστικά τις διοικητικές θέσεις, με τους αμφιθαλείς κι ετεροθαλείς αδελφούς του μονάρχη να μοιράζονται μεταξύ τους τα βασικά πόστα. 

Ο πρίγκιπας Αμπντουλάχ είναι διάδοχος του θρόνου, α' αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και διοικητής της εθνοφρουράς. Ο πρίγκιπας Σουλτάν β' αντιπρόεδρος και υπουργός Αμυνας. Ο πρίγκιπας Ναΐφ υπουργός Εσωτερικών, ο πρίγκιπας Σαλμάν κυβερνήτης του Ριάντ, ο πρίγκιπας Σαούντ υπουργός Εξωτερικών, ο πρίγκιπας Μιτίμπ υπουργός Δημοσίων Εργων, ο πρίγκιπας Αμπντελαζίζ υπουργός Εσωτερικών κ.ο.κ. Κάποιες καλές θέσεις έχουν φυλαχτεί και για τους ανιψιούς: ο γιος λ.χ. του Σαλμάν, πρίγκιπας Μπαντάρ, είναι από το 1983 πρεσβευτής στην Ουάσιγκτον.

Οι επιπτώσεις αυτής της ασφυκτικής οικογενειοκρατίας είναι προφανείς: σοβαροί κατά τα άλλα πολιτικοί αναλυτές προσπαθούν να ερμηνεύσουν τις όποιες πολιτικές εξελίξεις με βάση τη θέση στην ενδοοικογενειακή ιεραρχία της μιας ή της άλλης μητρογονικής γραμμής (των αμφιθαλών, δηλαδή, απογόνων της κάθε συζύγου του ιδρυτή της δυναστείας). 

Επί της ουσίας, βέβαια, τέτοιου είδους βυζαντινολογίες εύκολα διαψεύδονται από τα γεγονότα. Μέχρι πρότινος π.χ., η «ομάδα των Σουντάιρι» (οι 6 ομοθαλείς αδελφοί του νυν βασιλιά Φαχντ) προβαλλόταν ως η κατ' εξοχήν υπέρμαχος μιας «εκσυγχρονιστικής», φιλοδυτικής πολιτικής, σε αντίθεση προς τον διάδοχο Αμπντουλάχ, που θεωρούνταν «εθνικιστής» και αντιδυτικός. 

Ομως είναι ο ίδιος ο Αμπντουλάχ που, επισκεπτόμενος την Ουάσιγκτον (Σεπτ. 1998), εισηγήθηκε το άνοιγμα της σαουδικής οικονομίας στις πολυεθνικές και, στις 20.2.2000, επέβλεψε τη φιλελευθεροποίηση της νομοθεσίας για τις ξένες επενδύσεις!

Στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας, η δικτατορία είναι ασφυκτική: Πολιτικά κόμματα, επαγγελματικές ενώσεις, «μη κυβερνητικές οργανώσεις» και συνδικάτα είναι απόλυτα απαγορευμένα. Τα διοικητικά συμβούλια και οι συντακτικές επιτροπές των εφημερίδων διορίζονται από το Υπουργείο Πληροφόρησης. Η λογοκρισία είναι δρακόντεια. Η πολιτική αστυνομία (moubahith) πανταχού παρούσα. 

Οι απεργίες έχουν απαγορευθεί με νόμο το 1956, μετά τη νικηφόρα κινητοποίηση των εργατών πετρελαίου το 1953, και οι εργασιακές σχέσεις βρίσκονται στο Μεσαίωνα. 

Τα 2/3 του εργατικού δυναμικού της χώρας (κάπου 5 εκατομμύρια στα 7) είναι ξένοι μετανάστες -ως επί το πλείστον Υεμενίτες, Πακιστανοί και Φιλιππινέζοι. Μπαίνοντας στη χώρα παραδίδουν το διαβατήριό τους και για να ξαναβγούν πρέπει να έχουν τη γραπτή συναίνεση του «σπόνσορα» (kafil) και εργοδότη τους. Χωρίς τη συμφωνία του τελευταίου, τους απαγορεύεται άλλωστε να αλλάξουν δουλειά, αυτός όμως έχει κάθε δικαίωμα να τους «υπενοικιάσει». Τα παραπάνω ισχύουν ακόμη και για τους 180.000 ευρωπαίους και 92.000 αμερικανούς τεχνικούς που εργάζονται στη χώρα.

Ο ισλαμικός Μεσαίωνας

Αυτά όσον αφορά τις «κοσμικές» πλευρές της σαουδαραβικής κοινωνίας. Οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν σχεδόν μεταμοντέρνες, αν συγκριθούν με την επισημοποιημένη θεοκρατία που συνιστά την ιδεολογική βάση του καθεστώτος. 

Ηδη από τα μέσα του ΙΗ' αι., καθοριστικό νομιμοποιητικό στήριγμα του Οίκου των Σαούντ υπήρξε η συμμαχία με τον ιεροκήρυκα Ουάχαμπ και τη σχολή που αυτός ίδρυσε (βαχαμπιστές). Πρόκειται για μια ακραία, συντηρητική εκδοχή φονταμενταλισμού, που ερμηνεύει το Κοράνι κατά γράμμα, επαγγελλόμενη την «κάθαρση» του ισλάμ από τον «εσωτερικό εχθρό» και την επιστροφή στις αρχές του 7ου αι. μ.Χ., ως προϋπόθεση και εφαλτήριο για τη συντριβή της «ιουδαιοχριστιανικής Ρώμης» και την παγκόσμια κυριαρχία.

Επίσημα, ως «σύνταγμα» της χώρας ισχύει το... Κοράνι -και ως έννομη τάξη η σαρία. Επιφορτισμένοι με την ερμηνεία των Γραφών και την καθοδήγηση ή το σωφρονισμό των πιστών, οι ουλεμάδες αποτελούν έτσι το μοναδικό πόλο εξουσίας που είναι διακριτός από τη βασιλική αυλή. Θεολόγοι, κατηχητές και ιεροκήρυκες, αλλά επίσης δικαστές και δικηγόροι, η τάξη τους αριθμεί, μαζί με τις οικογένειές τους, κάπου 7-10.000 άτομα. Αντίθετα με το Ιράν, όμως, η αυτονομία τους απέναντι στην πολιτική εξουσία είναι περιορισμένη. Από το 1971, την ηγεσία τους έχει αναλάβει ένα Ανώτατο Θεολογικό Συμβούλιο, διορισμένο από το μονάρχη. 

Ο συμβιβασμός αυτός, βέβαια, κάθε άλλο παρά περιορίζει την εξουσία των ουλεμάδων πάνω στην κοινωνία. Μέχρι το θάνατό του, το Μάιο του 1999, ο επικεφαλής του Συμβουλίου, μεγάλος μουφτής Αμπντελαζίζ μπεν Μπαζ, ήταν μια από τις πιο ισχυρές κι επίφοβες προσωπικότητες της χώρας. 

Οι φήμες θέλουν ακόμη και τον παντοδύναμο βασιλιά Φεϊζάλ (1964-75) να τρέμει μήπως ο μουφτής ανακαλύψει ότι είχε εισαγάγει λαθραία μια -απαγορευμένη τότε- τηλεόραση στο παλάτι του! 

Για τους παραβάτες του ισλαμικού νόμου ισχύει άλλωστε (κι εφαρμόζεται σε εκτεταμένη κλίμακα) το γνωστό ποινικό δίκαιο των δημόσιων αποκεφαλισμών, ακρωτηριασμών και λιθοβολισμών μέχρι θανάτου (βλ. διπλανή στήλη). Επιπλέον, κάθε άλλη θρησκευτική λατρεία είναι ολοκληρωτικά απαγορευμένη.

Οι επιπτώσεις αυτής της θεοκρατίας στην κοινωνική ζωή είναι καταθλιπτικές. Εκτός από το αλκοόλ και το κάπνισμα, στη Σαουδική Αραβία είναι απαγορευμένα επίσης το τραγούδι, η μουσική, ο χορός και ο κινηματογράφος. 

Ο διαχωρισμός των φύλων είναι απόλυτος: άντρες και γυναίκες απαγορεύεται να κάθονται μαζί δημόσια. Δουλεύουν, νοσηλεύονται και σπουδάζουν χωριστά (ακόμη και στο πανεπιστήμιο, όπου οι φοιτήτριες παρακολουθούν τις παραδόσεις από κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης). 

Μια γυναίκα που συνομιλεί δημόσια με άντρες που δεν είναι συγγενείς της αντιμετωπίζει δίωξη για «πορνεία». Επισήμως κατώτερες, οι γυναίκες υφίστανται πρόσθετες απαγορεύσεις: μεταξύ άλλων, δεν μπορούν να βγουν από τη χώρα χωρίς να συνοδεύονται από κάποιο αρσενικό συγγενή πρώτου βαθμού ή να οδηγήσουν οποιοδήποτε όχημα -από αυτοκίνητο μέχρι ποδήλατο. 

Οσο για το δικαίωμα στην εκπαίδευση, αυτό τους «παραχωρήθηκε» μόλις τη δεκαετία του '60, ως «δώρο» στην αγαπημένη σύζυγο του βασιλιά Φεϊζάλ. Τα περισσότερα όμως επαγγέλματα (και ολόκληροι τομείς, όπως η δημοσιογραφία ή το πολυτεχνείο) παραμένουν κλειστά γι' αυτές. Μολονότι αποτελούν πια την πλειονότητα του φοιτητικού πληθυσμού, οι κοπέλες μπορούν να εργαστούν μονάχα ως δασκάλες ή νοσοκόμες.

Το σεβασμό των κατοίκων προς όλες αυτές τις μεσαιωνικές απαγορεύσεις διασφαλίζει μια ειδική αστυνομία, η «Διεύθυνση Καταστολής της Διαφθοράς και Διάδοσης της Αρετής» (muttawa' in). Τα όργανά της φορούν πολιτικά, είναι εφοδιασμένοι με ειδικές ταυτότητες μισθοδοτούνται απ' το Δημόσιο και υπολογίζονται μεταξύ 5 και 20.000. 

Καθήκον τους είναι αφενός μεν να επιβλέπουν το κλείσιμο όλων των καταστημάτων τις ώρες προσευχής και την καθολική προσέλευση των αντρών στα τζαμιά, αφετέρου δε να συλλαμβάνουν (ή να τιμωρούν επιτόπου) όσους -και όσες- παραβιάζουν κατά την κρίση τους τις ενδυματολογικές προδιαγραφές ή τους κανόνες συμπεριφοράς του ισλαμικού νόμου. Πρόκειται για το πιο επίφοβο, αλλά και το πιο επιρρεπές στην αυθαιρεσία, σώμα καταστολής του βασιλείου.

Ενας δυτικός φίλος

Ενα τόσο απάνθρωπο κι οπισθοδρομικό καθεστώς θα ήταν λογικό να προσελκύσει το σταθερό ενδιαφέρον των δυτικών ΜΜΕ και όσων κυβερνήσεων δηλώνουν ότι κόπτονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: μια άκρως διακριτική «κατανόηση» της σαουδαραβικής «ιδιαιτερότητας». 

Είναι προφανές ότι η οικονομική και γεωπολιτική σημασία του καθεστώτος είναι τέτοια, που επισκιάζει κάθε ευαισθησία για τη μοίρα των υπηκόων του:

* Το υπέδαφος της Σαουδικής Αραβίας περιέχει το 1/4 των γνωστών αποθεμάτων πετρελαίου της υφηλίου. Μέχρι το 1988, η εκμετάλλευσή τους γινόταν ως επί το πλείστον από αμερικανικές εταιρείες (Mobil, Esso, Chevron, Texaco), συνασπισμένες στην τοπική κοινοπραξία της ARAMCO. Εκτοτε η πετρελαϊκή βιομηχανία εθνικοποιήθηκε, η χώρα όμως εξακολουθεί να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στη διατήρηση της τιμής του πετρελαίου στα επιθυμητά για τον διεθνή καπιταλισμό επίπεδα. 

* Εξίσου καθοριστική υπήρξε η σημασία της και για έναν άλλο τομέα της δυτικής οικονομίας: την παραγωγή όπλων. Με το 1/3 του προϋπολογισμού της να πηγαίνει στους εξοπλισμούς (και τις μίζες για τα εμπλεκόμενα μέλη της βασιλικής οικογένειας), η σαουδαραβική μοναρχία λειτούργησε σε όλη τη δεκαετία του '90 ως μάννα εξ ουρανού για τις πολεμικές βιομηχανίες που το τέλος του Ψυχρού Πολέμου απειλούσε με ύφεση.

* Σημαντική υπήρξε, επίσης, η διαχρονική συμπόρευση του Οίκου των Σαούντ με την αμερικανική δεξιά σε παγκόσμια κλίμακα. Εκτός από τη στήριξη των αφγανών μουτζαχεντίν, το Ριάντ προσέφερε και άλλες εκδουλεύσεις στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου -χρηματοδοτώντας λ.χ. τους Κόντρας της Νικαράγουα ή την UNITA της Αγκόλα όταν το Κογκρέσο είχε απαγορεύσει στην αμερικανική κυβέρνηση κάθε σχετική βοήθεια. 

Ακόμη και η προσπάθεια της βαχαμπίτικης θεοκρατίας να επεκταθεί διεθνώς, αναπαράγοντας τη δική της εκδοχή του Ισλάμ σε όλο το μουσουλμανικό κόσμο, ξεκίνησε με την αμέριστη συμπαράσταση της Δύσης -ως μηχανισμός καταπολέμησης του κομμουνισμού και του νασερικού αντιιμπεριαλισμού. 

Ο Παγκόσμιος Μουσουλμανικός Σύνδεσμος, που δρα από το 1962 με έδρα την Τζέντα, μετέφρασε και εισήγαγε λαθραία εκατομμύρια έντυπα ισλαμικής φιλολογίας στις μουσουλμανικές Δημοκρατίες της ΕΣΣΔ και τα Βαλκάνια. Μια άλλη, λιγότερο ορατή πτυχή αυτής της κατήχησης ήταν η επιδότηση τζαμιών και ισλαμικών σχολείων (και η συνακόλουθη συγκρότηση φονταμενταλιστικών πυρήνων) στην ίδια τη Δύση, ανάμεσα στη μαύρη μειονότητα των ΗΠΑ και τους τριτοκοσμικούς μετανάστες.

Μοιραία, όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, η αντίδραση στο καθεστώς δεν μπορούσε παρά να βγει από το ίδιο ολοκληρωτικό καλούπι. 

Μέχρι το 1982, οι όποιες αντιστάσεις προέρχονταν είτε από ομάδες κομμουνιστών και αράβων εθνικιστών είτε από τη συμπαγή σιιτική μειονότητα της πετρελαιοπαραγωγού ζώνης (400.000 άτομα), η οποία -ως «αιρετική»- τελεί υπό μόνιμη περιθωριοποίηση και καταπίεση. 

Μετά το 1990, ωστόσο, η βασική πρόκληση προς την εξουσία ξεκινά από τον ίδιο το σκληρό πυρήνα της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων: τους θεοκράτες ουλεμάδες. Σε μια συγκυρία σημαδεμένη από τη ραγδαία μείωση των κρατικών εσόδων λόγω της χαμηλής τιμής του πετρελαίου, την πτώση του βιοτικού επιπέδου (από 28.600 δολάρια το 1981, το κατά κεφαλήν εισόδημα βρίσκεται σήμερα στα 7.000) και τη συνακόλουθη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους αλά σαουδικά (που εξαγόραζε τη συναίνεση της πλειονότητας των άεργων γηγενών), η πρόκληση αυτή γρήγορα έμελλε να μετατραπεί σε άμεση απειλή. 

Ο εσωτερικός εχθρός

Πόσο μάλλον, αφού η διαπλοκή της με ένα αξιόλογο τμήμα του κρατικού μηχανισμού και της εγχώριας ελίτ μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη.

* Το πρώτο δείγμα αυτής της ενδοσυστημικής αντίστασης υπήρξε η κατάληψη του Μεγάλου Τεμένους της Μέκκας (20.11.1979). Μερικές εκατοντάδες ένοπλοι, οι οποίοι αυτοαποκαλούνταν «Αδελφοί» (Ikhwan), όπως ακριβώς και η εμπροσθοφυλακή των βαχαμπιτών στις αρχές του αιώνα, χρησιμοποίησαν την αυγή του μουσουλμανικού 15ου αι. για να καταγγείλουν τη «διαφθορά» του καθεστώτος και να κηρύξουν την έλευση του Μεσσία στο πρόσωπο ενός απ' αυτούς. 

* Η απάντηση υπήρξε άμεση: η εξέγερση πνίγηκε στο αίμα με τη βοήθεια των αντιτρομοκρατικών μονάδων της γαλλικής GIGN (που μυήθηκαν -τυπικά- στο ισλάμ προκειμένου να τους επιτραπεί να εισβάλουν στους Ιερούς Τόπους). 

Σύμφωνα με τον επίσημο απολογισμό, 127 αστυνομικοί και 177 στασιαστές -ανάμεσά τους κι ο αυτόκλητος Μεσσίας- θα σκοτωθούν κατά την εκκαθάριση του Τεμένους. Αλλοι 170 πιάνονται αιχμάλωτοι, απ' τους οποίους 63 θα αποκεφαλιστούν δημόσια σε διάφορες πόλεις στις 6 Ιανουαρίου. Το μήνυμα της «εκ των ένδον» αμφισβήτησης του Οίκου του Σαούντ είχε, ωστόσο, δοθεί.

* Ακολούθησε ο πόλεμος του Κόλπου, με την παρουσία 500.000 ξένων στρατιωτών στα «άγια χώματα» του Ισλάμ. Ο μεγάλος μουφτής μπορεί να «νομιμοποίησε» θεολογικά την παρουσία τους, πολλοί ιεροκήρυκες όμως αρνήθηκαν να τον ακολουθήσουν. Με διαδοχικές «ανοιχτές» επιστολές τους προς το βασιλιά Φαχντ, εκατοντάδες επώνυμοι ουλεμάδες υποβάλλουν το 1991-92 ένα πλήρες αντιπολιτευτικό πρόγραμμα: καταπολέμηση της διαφθοράς, ισότητα όλων των πιστών (των μελών της βασιλικής οικογένειας συμπεριλαμβανομένων) απέναντι στον ισλαμικό νόμο, λογοδοσία των αξιωματούχων, αναδιανομή του πλούτου, περιστολή των εξουσιών της muttawa' in αλλά και ενίσχυση του θρησκευτικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης, περισσότερη λογοκρισία και δημιουργία ισχυρότερων ενόπλων δυνάμεων. Εκλαϊκευμένα υπό μορφήν κηρύγματος, τα αιτήματα αυτά θα διαδοθούν, με παράνομες κασέτες, σε όλη τη χώρα.

Για την κοσμοθεωρία και τους στόχους της αντιπολίτευσης, αποκαλυπτικό είναι το ηχογραφημένο μήνυμα ενός από τους ηγέτες της, του Σαφάρ αλ-Χαουάλι, ηγέτη του Κινήματος Ισλαμικής Αναβίωσης: τα δυτικά στρατεύματα στην αραβική χερσόνησο σήμαναν την έναρξη της τελικής αναμέτρησης ανάμεσα στους «σταυροφόρους» και το Ισλάμ, προϋπόθεση όμως για τη νίκη του τελευταίου είναι το προηγούμενο ξεκαθάρισμα των γραμμών του, με τη συντριβή του εσωτερικού εχθρού: «Ο Θεός μας έφερε αυτή την κρίση, επειδή δεν τον φοβόμαστε πια. Δεν υπακούμε στο Κοράνι. Τα ΜΜΕ μας είναι γεμάτα διαφθορά. Οι τράπεζές μας δεν είναι ισλαμικές. Οι γυναίκες μας δεν ακολουθούνε τον ισλαμικό νόμο, ούτε κι εμείς. (...) Αδελφοί, ο πόλεμος ενάντια στη Ρώμη δεν θα κρατήσει ένα ή δυο χρόνια. Πρέπει να ετοιμάσουμε μια καινούρια γενιά που πιστεύει στο Θεό, που δεν θα φοβάται ούτε θα θαυμάζει τη Δύση» («NPQ» 3.1991). 

Στην αμφισβήτησή του, το καθεστώς απαντά με καταστολή - αρχικά ήπια (απολύσεις, διώξιμο από το Ανώτατο Θεολογικό Συμβούλιο όσων δεν καταδίκασαν τους «αυθάδεις»), στη συνέχεια άγρια (συλλήψεις, βασανιστήρια). Η ίδρυση μιας «Επιτροπής για την Αποκατάσταση των Δικαιωμάτων της Σαρία» από έξι διαπρεπείς ουλεμάδες, το Μάρτιο του 1993, αντιμετωπίζεται με φυλάκιση των ιδρυτών της. Το ίδιο και η δημιουργία, το 1994, μιας ριζοσπαστικότερης «Συμβουλευτικής Μεταρρυθμιστικής Επιτροπής» από τους Χαλέντ αλ-Φαουάζ και Οσάμα Μπιν Λάντεν (που χάνει τη σαουδαραβική υπηκοότητα). 

Με τη σειρά του, το κίνημα θα κλιμακώσει κι αυτό την αναμέτρηση: από τις μαζικές διαδηλώσεις του Σεπτεμβρίου 1994, κάποια τμήματά του περνάνε το 1995-96 σε πολύνεκρες βομβιστικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στόχων. 

Οι «υπεύθυνοι» συλλαμβάνονται, βασανίζονται, ομολογούν και αποκεφαλίζονται -έτσι, τουλάχιστον, υποστηρίζουν οι αρχές. Μάταια η αμερικανική πρεσβεία εκλιπαρεί για μια ανάκριση των μελλοθάνατων από το FBI. Τα στεγανά είναι πλήρη, ενισχύοντας τις υποψίες για την έκταση και τις διασυνδέσεις του φαινομένου. 

Το πιο χειροπιαστό αποτέλεσμα αυτής της αμφισβήτησης είναι, άλλωστε, η ενίσχυση του θεοκρατικού χαρακτήρα του καθεστώτος. «Εθιμικές» απαγορεύσεις και καταναγκασμοί του παρελθόντος απέκτησαν, μέσα στη δεκαετία του '90, θεσμική ισχύ. 

Σε τελική ανάλυση, ποιος θα μπορούσε να διαμαρτυρηθεί;

(Ελευθεροτυπία, 7/10/2001)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ