Η ΝΕΑ ΨΥΧΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ


Η κατάμαυρη Βίβλος του Κομμουνισμού

1.   2.   


Η μόδα έφτασε και εν Ελλάδι! Μεταφράστηκε και στη χώρα μας το βιβλίο που διαφημίστηκε σε όλο τον κόσμο ως «τελική ταφόπλακα» στον κομμουνισμό και τα εγκλήματά του. Δυστυχώς, η επιστημονική και ιστορική του εγκυρότητα δεν είναι βεβαίως και πολύ μεγαλύτερη από τα προπαγανδιστικά φυλλάδια του ψυχρού πολέμου. 
 

Εκδόθηκε την 80ή επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης και γρήγορα αναδείχθηκε σε διεθνές μπεστ-σέλερ, κυκλοφορώντας σε περισσότερες από 20 γλώσσες και πουλώντας 700.000 αντίτυπα σ' ολόκληρο τον κόσμο. 

Ο λόγος για την περίφημη «Μαύρη Βίβλο του Κομμουνισμού», συλλογικό έργο μιας ομάδας γάλλων ιστορικών και δημοσιογράφων, υπό την επιμέλεια του Στεφάν Κουρτουά. Στις αρχές του καλοκαιριού κυκλοφόρησε και στη χώρα μας, με εκτενή εισαγωγή του Δημήτρη Δημητράκου κι ένα σύντομο επίμετρο από τον Ριχάρδο Σωμερίτη. 

Οι αιτίες της κυκλοφοριακής αυτής επιτυχίας υπήρξαν πολλές: 

* Πρώτα το καλό μάρκετινγκ, συμπυκνωμένο στην απλότητα του μηνύματος: σύμφωνα με το συντονιστή της έκδοσης, υπήρξε «η πρώτη φορά που επιχειρείται μια προσέγγιση του κομμουνισμού μέσω της εγκληματικής του διάστασης» (σ. 42), χωρίς πρόσθετες επιπλοκές. 

* Ακολούθησε η πανηγυρική υποδοχή του από τα ΜΜΕ και μεγάλο μέρος της συντηρητικής και της «μεταμοντέρνας» διανόησης: «πρώτος σφαιρικός και επιστημονικός απολογισμός του κομμουνισμού» κατά τη Liberation, «αριστοτεχνικό έργο, επιμελώς ντοκουμενταρισμένο και νηφάλια γραμμένο» σύμφωνα με τη Wall Street Journal, διαφημίζεται από το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο Amazon.com σαν «ένα έργο Ιστορίας και κοινωνικής κριτικής που προκαλεί τη σκέψη και αξίζει το μεγαλύτερο δυνατό αναγνωστικό κοινό». 

* Από κοντά και το δικό μας Βήμα, διαπιστώνει κι αυτό (21.10.2001) πως «η "Μαύρη Βίβλος" δεν αποτελεί ένα ατεκμηρίωτο κατηγορητήριο κατά του κομμουνισμού», αλλά «μια συνεισφορά στην αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας» για «τις εγκληματικές ενέργειες των διαφόρων κομμουνιστικών καθεστώτων, που σαν πανώλη εξαπλώθηκαν από τη Β. Κορέα ώς την Καμπότζη και από την ΕΣΣΔ ώς τη Νικαράγουα». 

Οσο για τους αντιφρονούντες, όσους έσπευσαν να καταθέσουν τη διαφωνία τους για τη φιλοσοφία του πονήματος ή για την ακρίβεια των γραφομένων, αυτοί καταδικάζονται προληπτικά - σαν «συνένοχοι» των εγκληματιών ή θύματα «του καθεστώτος αυτο-αποπληροφόρησης και εθελοτυφλίας που κυριαρχεί σε κύκλους διανοουμένων» (σ. 15). 

Ειδικά για τη χώρα μας, μάλιστα, το επίμετρο της ελληνικής έκδοσης αποφαίνεται σχετικά πως, από το 1974 και μετά, ζούμε «στην πιο απίστευτη έλλειψη μνήμης» όχι μόνο της αριστεράς αλλά και της ευρύτερης «ρωσόπληκτης κοινής γνώμης»: «Ο ψυχρός πόλεμος έχει τελειώσει παντού στη Γη εκτός από την Ελλάδα. Είναι καιρός να θυμηθούμε τις αλήθειες. Αυτές καταγράφει η "Μαύρη Βίβλος". Και μάλιστα με πολλά κενά. Απόδειξη ότι χρειάστηκε να συμπληρωθεί με ένα κεφάλαιο για τα "δικά μας". Τόσο διπλοκλειδωμένα ήταν στα σκοτεινά χρονοντούλαπα της Ιστορίας, που δεν τα βρίσκουν οι ξένοι ερευνητές» (σ. 779-80). 

Δικαίωση του ναζισμού

Η πολιτική συγκυρία κάτω από την οποία γράφτηκε το βιβλίο είναι άλλωστε πολύ συγκεκριμένη: εποχή του μεγάλου απεργιακού κύματος του Δεκεμβρίου του 1995, της εκλογικής ήττας της γαλλικής δεξιάς και της επιστροφής των σοσιαλιστών στην κυβέρνηση, σε συμμαχία μάλιστα με τους κομμουνιστές. 

Στην εισαγωγή του έργου, ο Κουρτουά δεν κρύβει καθόλου την απογοήτευσή του για τις εξελίξεις, αποδίδοντάς τις μάλιστα στην «προσκόλληση» της κοινωνίας «στην ιδέα της επανάστασης»: 

«Τα σύμβολά της -η κόκκινη σημαία, ο ύμνος της Διεθνούς, η υψωμένη γροθιά- αναδύονται με την ευκαιρία κάθε ευρύτερου κοινωνικού κινήματος. Ο Τσε Γκεβάρα ξαναγίνεται της μόδας. Επαναστατικές ομάδες δραστηριοποιούνται ανοιχτά και εκφράζονται με κάθε νομιμότητα» (σ. 60). 

Καιρός, λοιπόν, για μια νέα δίκη της Νυρεμβέργης που -όπως ζητά εδώ και χρόνια ο Λεπέν- θα θέσει εκτός «κάθε νομιμότητας» όσους αμφισβητούν τον καπιταλισμό. Η εισαγγελική αυτή λογική διαπερνά την εισαγωγή του βιβλίου και αφορά κάθε κομμουνιστή, χωρίς εξαίρεση: αυτός καθεαυτός ο κομμουνισμός είναι «εγκληματογόνος ιδεολογία», διαβάζουμε, και αρκεί η προσφυγή στον καναδικό (!) Ποινικό Κώδικα για να θεωρηθεί ως «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας» ακόμα και η απλή «ενθάρρυνση» των «αυθαίρετων κοινωνικών διακρίσεων με καθαρά ιδεολογικά κριτήρια (μπουρζουαζία- προλεταριάτο)» (σ. 50 και 772). 

Καθόλου συμπτωματικά, όπως θα δούμε παρακάτω, η «Μαύρη Βίβλος» δεν περιορίζεται στα «εγκλήματα του κομμουνισμού» όπου αυτός κατέκτησε την εξουσία, αλλά περιέχει και ειδικά τμήματα για τα κομμουνιστικά «αδικήματα» της «παγκόσμιας επανάστασης» και της «τρομοκρατίας»... 


Στο ίδιο μήκος κύματος τοποθετούνται και οι συνεργάτες της ελληνικής έκδοσης. «Ο κομμουνισμός δεν ήταν μόνο ένα λάθος αλλά κάτι περισσότερο. Ηταν ένα έγκλημα, και μάλιστα γιγαντιαίων διαστάσεων», αποφαίνεται ο Δ. Δημητράκος (σ. 13), για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι για όλα φταίει «ο ολοκληρωτικός βολονταρισμός» όσων θέλουν ν' αλλάξουν τον κόσμο, καθώς «η εμμονή στην ουτοπία συνδέεται με τον ολοκληρωτισμό» (σ. 14 και 36). 

Η ελληνική έκδοση

Ανάλογη είναι και η αξιοποίηση του βιβλίου στην καθημερινή πολιτική επιχειρηματολογία. Στη «Μαύρη Βίβλο» παραπέμπει λ.χ. ο Ρ. Σωμερίτης, όταν καταγγέλλει την «αμνησία» όσων «προοδευτικών» καταδικάζουν τον τωρινό πόλεμο των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν (Βήμα 21.10.2001). Μερικά χρόνια νωρίτερα, ο Ι. Κ. Πρετεντέρης μας καλούσε από τις στήλες της ίδιας εφημερίδας να διαπιστώσουμε το χάσμα που μας χωρίζει από την πολιτισμένη Εσπερία: 

«Στη Γαλλία έχει ανοίξει η μεγάλη συζήτηση για το αν ο κομμουνισμός είναι έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Στην Ελλάδα, αν κατάλαβα καλά, το βασικό πρόβλημα των κομμουνιστών είναι ότι δεν τους προσκαλεί επαρκώς η ΝΕΤ στις εκπομπές της» (16.11.97). 

Ουσιαστικά, όπως καταγγέλλει η παλαίμαχη σοβιετολόγος, Λιλί Μαρκού, πρόκειται για μια ελάχιστα συγκαλυμμένη προσπάθεια νομιμοποίησης της ακροδεξιάς. 

Ηδη από το 1996, ο Κουρτουά είχε προκαλέσει σκάνδαλο ως «ιστορικός σύμβουλος» ενός τηλεοπτικού ντοκιμαντέρ, το οποίο ισχυριζόταν πως η χιτλερική επίθεση κατά της ΕΣΣΔ αποτελούσε «προληπτική» -δηλαδή αμυντική- κίνηση (Le Monde diplomatique 7/1997, σ. 22-23). Στη «Μαύρη Βίβλο», ο ίδιος αναγνωρίζει τις «όποιες συνεισφορές» της γαλλικής αποικιοκρατίας (σ. 41) και εκφράζει την επιείκειά του για καθεστώτα όπως ο ιταλικός φασισμός, που «σπάνια έφτανε στη δολοφονία», ή ο προπολεμικός ναζισμός, η τρομοκρατία του οποίου «είχε στόχο ορισμένες ομάδες» και μόνο (σ. 53). 

Ταυτόχρονα, διαρρηγνύει τα ιμάτιά του επειδή «η πρόταξη της "μοναδικότητας" της γενοκτονίας των Εβραίων εμπόδισε να αντιληφθούμε κι άλλες πραγματικότητες, παρόμοιας τάξης, στον κομμουνιστικό κόσμο» (σ. 61). 


Το κρεσέντο αποτελεί η αριθμητική σύγκριση του Κουρτουά ανάμεσα στα θύματα των δυο «ολοκληρωτισμών»: «Τα γεγονότα είναι πεισματάρικα και δείχνουν πως οι κομμουνιστές διέπραξαν εγκλήματα που αφορούν περί τα 100 εκατομμύρια άτομα, σε σχέση με τα 25 περίπου εκατομμύρια θύματα του ναζισμού» (σ. 53). Από κοντά ο Δ. Δημητράκος, διαπιστώνει κι αυτός πως «η συνολοποίηση των θυμάτων αποτελεί ένα οδυνηρό πολιτικό μήνυμα» (σ. 23), καταγγέλλει την «υπερμνησία» των ναζιστικών εγκλημάτων σε σχέση με την «αμνησία» των κομμουνιστικών (σ. 790) κι εξυμνεί τον γερμανό «αρνητιστή» Ερνστ Νόλτε (σ. 24). 

Η κολοκυθιά της απάτης

Πώς προέκυψε όμως αυτός ο τρομακτικός αριθμός των «100 εκατομμυρίων» θυμάτων του κομμουνισμού, που αποτελεί όχι μόνο τη νομιμοποιητική βάση αλλά και το βασικό «κράχτη» του βιβλίου; 

Θα υπέθετε κανείς ότι, ύστερα από το άνοιγμα των σοβιετικών και ανατολικοευρωπαϊκών αρχείων την τελευταία δεκαετία, η «Μαύρη Βίβλος» θα στηριζόταν κυρίως σε αδημοσίευτο, αδιάσειστο αρχειακό υλικό. Την ψευδαίσθηση αυτή καλλιεργούν επίσης τόσο η γαλλική όσο και η ελληνική εισαγωγή του βιβλίου (σ. 17, 20, 65). 

Κι όμως! Πηγή αυτών των αριθμών δεν είναι παρά η γόνιμη φαντασία του ίδιου του επιμελητή της έκδοσης. 

Ο ίδιος ο Κουρτουά δεν θα μπορούσε να είναι σαφέστερος: 

«Μπορούμε», γράφει, «να καταρτίσουμε έναν πρώτο αριθμητικό απολογισμό που δεν συνιστά ακόμη παρά μια κατ' ελάχιστον εκτίμηση και θα χρειαζόταν αρκετές διακριβώσεις, ο οποίος όμως σύμφωνα με τις προσωπικές μου εκτιμήσεις, παρέχει μια τάξη μεγέθους και επιτρέπει να αγγίξουμε τη σοβαρότητα του ζητήματος:


**ΕΣΣΔ, 20 εκατ. νεκροί

**Κίνα, 65 εκατ. νεκροί

**Βιετνάμ, 1 εκατ. νεκροί

**Β. Κορέα, 2 εκατ. νεκροί

**Καμπότζη, 2 εκατ. νεκροί

* Λατ. Αμερική, 150.000 νεκροί

**Αφγανιστάν, 1.500.000 νεκροί

**Διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και κομμουνιστικά κόμματα που δεν κατείχαν την εξουσία, μια δεκαριά χιλιάδες νεκροί.

Το σύνολο πλησιάζει τα 100 εκατομμύρια νεκρούς» (σ. 43-44).

Πρόκειται για το προσφιλέστερο, κεντρικά διαφημισμένο και ευρύτερα χρησιμοποιημένο απόσπασμα όλου του βιβλίου, για τη βασική καινοτομία που το ανέδειξε πάνω από τη σωρεία των σχετικών εργασιών που έχουν δημοσιευθεί την τελευταία δεκαετία. Αποτελεσματικότατο από απόψεως μάρκετινγκ, το διάσημο αυτό όσο και αυθαίρετο προσκλητήριο νεκρών διαψεύδεται ωστόσο συχνά, ακόμη κι από τα γραφόμενα στις υπόλοιπες σελίδες του ίδιου του βιβλίου! 

Λίγο μετά τη δημοσίευση της «Μαύρης Βίβλου», δύο από τους συγγραφείς της (Νικολά Βερτ και Ζαν-Λουί Μαργκολέν) θα διαφοροποιηθούν με κείμενό τους στη Monde από το τελικό προϊόν, κάνοντας λόγο για «σοβαρή αντιπαράθεση» με τον Κουρτουά και καταγγέλλοντας τον «καταχρηστικό απολογισμό των θυμάτων, ο οποίος, δεν δικαιολογείται και έρχεται σε αντίφαση με τους αριθμούς των συγγραφέων για την ΕΣΣΔ, την Ασία και την Ανατολική Ευρώπη» (Το Βήμα 23.11.1997). 

Ο ίδιος ο Κουρτουά απέφυγε να απαντήσει, υποστηρικτές του όμως απέδωσαν τη διαφωνία σε «πιέσεις του ιδεολογικού κατεστημένου των πανεπιστημίων», από το οποίο οι Βερτ και Μαργκολέν «εξαρτώνται για τη μελλοντική τους σταδιοδρομία»...

Από τον Στάλιν στον Τσε

Αυτά όσον αφορά τον «εμφύλιο» των συγγραφέων για την επίμαχη αριθμητική. Οσο για τη σχέση της τελευταίας με την πραγματικότητα, αξίζει στ' αλήθεια να δούμε από κοντά την όλη μεθοδολογία:

**Τα κεφάλαια που ασχολούνται με την ΕΣΣΔ, τα σοβαρότερα του βιβλίου και τα μόνα ουσιαστικά όπου έχει γίνει χρήση αρχειακού υλικού, αποφεύγουν να δώσουν οποιοδήποτε συγκεντρωτικό νούμερο για τα θύματα. Συγγραφέας τους είναι ο Βερτ, που δηλώνει ρητά ότι θεωρεί υπερβολικό τον αριθμό του αμερικανού συγγραφέα Κόνκουεστ για τα θύματα των σταλινικών διωγμών (5.000.000). Ο ίδιος δίνει, με βάση συγκεκριμένα έγγραφα, έναν αριθμό 681.692 εκτελέσεων κι 150.000 άλλων θανάτων κατά το αποκορύφωμα των εκκαθαρίσεων, το 1937-38 (σ. 211-7). 

Πρόκειται για μεγέθη ούτως ή άλλως τρομακτικά, «ανεπαρκή» όμως για τη σύγκριση με το ναζισμό που επιδιώκει ο Κουρτουά. Προκειμένου να βγει το επιθυμητό «αποτέλεσμα», θα αθροιστούν έτσι όχι μόνο οι μάξιμουμ «εκτιμήσεις» για τις σταλινικές εκκαθαρίσεις, αλλά και τα θύματα της πείνας κατά τους μεγάλους λιμούς του 1921-22 και 1933-34, μαζί με όλους τους νεκρούς του τριετούς εμφυλίου που ακολούθησε την Οκτωβριανή Επανάσταση.

**Παρόμοια προβλήματα συναντάμε και στο κείμενο για την Κίνα, στην οποία ο Κουρτουά καταλογίζει τα 2/3 των «κομμουνιστικών εγκλημάτων». 

Ο συγγραφέας του (Μαργκολέν) επισημαίνει «ολοκληρωτική σχεδόν απουσία μαζικών φονικών εκκαθαρίσεων στο εσωτερικό του Κομμουνιστικού Κόμματος» αλά σοβιετικά και τονίζει την «απουσία οποιασδήποτε, έστω και λίγο, αξιόπιστης καταγραφής» του αριθμού των θυμάτων του καθεστώτος, προσθέτει όμως ότι «σοβαρές εκτιμήσεις ανεβάζουν σε 6-10 εκατ. τα άμεσα θύματα, συμπεριλαμβανόμενων εκατοντάδων χιλιάδων Θιβετιανών» (σ. 497). 

Για να φτάσουμε στο αστρονομικό νούμερο των 65.000.000, θα χρειαστεί να συνυπολογιστούν κι εδώ τα θύματα του λιμού του 1959-61, ύστερα από την αποτυχημένη προσπάθεια ταχύρυθμης εκβιομηχάνισης που έμεινε γνωστή ως «το μεγάλο άλμα προς τα εμπρός». Επισήμως απόρρητος, ο αριθμός τους υπολογίζεται, κατά τον Μαργκολέν, μεταξύ 20 και 43.000.000. Ακόμη και μ' αυτή την προσθήκη, όμως, ο Κουρτουά πιάνεται να έχει βάλει «καπέλο» τουλάχιστον 12 εκατομμύρια «θύματα». Ανάλογη υπέρβαση σημειώνεται και στους αριθμούς του για την Ανατολική Ευρώπη. 

**Χειρότερα είναι τα πράγματα όσον αφορά τη Βόρεια Κορέα. 

Ο συντάκτης του σχετικού κεφαλαίου, Πιερ Ριγκουλό, ομολογεί ευθαρσώς ότι εξαιτίας της μυστικοπάθειας του καθεστώτος «δεν είμαστε σε θέση να παράσχουμε ολοκληρωμένες πληροφορίες για τις διαστάσεις της καταστολής» εκεί. Εκτός από τους ελάχιστους φυγάδες, εξηγεί, πηγές του είναι κυρίως τα «δεδομένα που συλλέγονται από υπηρεσίες πληροφοριών γειτονικών χωρών κι όλως ιδιαιτέρως της Νότιας Κορέας» (σ. 577-9). 

Παρ' όλ' αυτά, δεν το βάζει κάτω: χωρίς την παραμικρή βιβλιογραφική αναφορά, εκτιμά «με κάθε επιφύλαξη» σε 100.000 τους «νεκρούς των εκκαθαρίσεων» στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος (για τις οποίες γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα) και σε 1.500.000 τους «νεκρούς των στρατοπέδων συγκέντρωσης» (σ. 596). 

Ανακαλύπτει, επιπλέον, άλλα 1.300.000 «θύματα της ένοπλης πάλης». Πρόκειται για το σύνολο των νεκρών του κορεατικού πολέμου (1950-53), ανεξαρτήτως εθνικότητας. Η πλειονότητά τους οφειλόταν στην αμερικανική αεροπορία, που ισοπέδωσε κυριολεκτικά τη χώρα, όμως ο συνεργάτης της «Μαύρης Βίβλου» εκτιμά πως θα πρέπει «χωρίς καμιά αμφιβολία να χρεωθούν στον κομμουνισμό» - υπεύθυνο, κατά τη γνώμη του, για τον πόλεμο (σ. 581). 

**Με τα ίδια, προφανώς, κριτήρια συγκεντρώθηκε και το 1.000.000 των νεκρών του Βιετνάμ: όλα τα θύματα του πολέμου που ρήμαξε τη χώρα μεταξύ 1959-1975, χωρίς ιδιαίτερο ψάξιμο. Οι σχετικές σελίδες περιορίζονται ως επί το πλείστον σε γενικότητες ή ασήμαντες λεπτομέρειες - όπως η διαπίστωση ότι «το ΚΚΒ ξεκίνησε άσχημα», επειδή το 1930 κάποια μέλη του σκότωσαν ένα σύντροφό τους για... ερωτικούς λόγους (σ. 597)! 

Οσο για τον πόλεμο με τις ΗΠΑ, διατυπώνεται η κομψή άποψη ότι «είναι πολύ δύσκολο να αποφανθούμε ποιος ξεπέρασε ποιον στην εφαρμογή τρομοκρατικών μεθόδων» (σ. 602). Δεν λείπουν κάποιες χοντρές ανακρίβειες, όπως η περιβόητη σφαγή «τουλάχιστον 3.000 ατόμων» από τους Βιετκόνγκ κατά την κατάληψη της Χουέ, το Φλεβάρη του 1968. 

Ηδη από το 1973-74, ο καθηγητής Γκάρεθ Πόρτερ έχει τεκμηριώσει ότι η εν λόγω «σφαγή» υπήρξε σε μεγάλο βαθμό κατασκεύασμα των υπηρεσιών ψυχολογικού πολέμου της Σαϊγκόν, στην προσπάθειά τους να αντιστρέψουν τις εντυπώσεις από την επίθεση του Τετ.

**Το αποκορύφωμα της πλαστογράφησης γίνεται στο κεφάλαιο για τη Λατινική Αμερική, που υπογράφεται από τον «ειδικευμένο» δημοσιογράφο Πασκάλ Φοντέν. 

Ο συγγραφέας καταλογίζει 10-17.000 εκτελέσεις στην Κούβα (χωρίς να αναφέρει πηγή) και χρεώνει στο αντάρτικο «Φωτεινό Μονοπάτι» του Περού άλλες 25-30.000 - τα επίσημα στοιχεία της περουβιανής κυβέρνησης (El Pais 20.9.1992) δίνουν συνολικά 24.253 νεκρούς για όλες τις πλευρές: 11.872 αντάρτες, 10.286 πολίτες και 2.095 στρατιώτες ή αστυνομικούς. 

**Για τη συμπλήρωση των 150.000, αθροίζονται προφανώς οι συνολικές απώλειες των πολέμων της Νικαράγουας - της εξέγερσης κατά του δικτάτορα Σομόζα το 1978-79 και του πολέμου που οργάνωσε η κυβέρνηση των ΗΠΑ κατά των Σαντινίστας το 1981-87. 

**Εκεί που γίνεται χαμός είναι, ωστόσο, στους αριθμούς των πολιτικών κρατουμένων: ο συγγραφέας δίνει 15-20.000 για την Κούβα το 1978 (η Διεθνής Αμνηστία την ίδια χρονιά κάνει λόγο για περίπου 2.300) και 20.000 στη Νικαράγουα το 1983, επικαλούμενος έκθεση της Δ. Αμνηστίας η οποία στην πραγματικότητα αναφέρει μόλις 2.500! 

Αντικείμενο ειδικής φροντίδας αποτελεί ο Γκεβάρα, η αίγλη του οποίου ανησυχεί, όπως είδαμε, τον Κουρτουά. «Οπαδός του αυταρχισμού μέχρις εσχάτων», «τυφλωμένος από έναν πρωτόγονο αντιαμερικανισμό», χρεώνεται επιπλέον με «πολυάριθμες εκτελέσεις, προπάντων παλιών συντρόφων στα όπλα, που παρέμειναν δημοκράτες» (σ. 675). Και μάλιστα στο φρούριο της Λα Καμπάνια, τη διοίκηση του οποίου εγκατέλειψε τέσσερις μόνο μήνες μετά τη νίκη της επανάστασης!

Η «τρομοκρατία»

**Ειδικό κεφάλαιο, τέλος, αφιερώνεται στα μη κυβερνητικά Κ.Κ. και την «τρομοκρατία». 

Με τα πρώτα ασχολείται ο ίδιος ο Κουρτουά, σε συνεργασία με τον Ζαν-Λουί Πανέ. Το γεμάτο ανακρίβειες κατηγορητήριο αφορά σχεδόν τα πάντα: από την «καθημερινή πρακτική του ταξικού μίσους» και τη «θεωρητικοποίηση του εμφυλίου πολέμου» μέχρι τη δημιουργία «ομάδων αντιφασιστικής άμυνας» κι «εξουδετέρωσης των αντίπαλων αγωνιστών (ιδιαίτερα της ακροδεξιάς)» (σ. 304-5). 

Για να γίνει αντιληπτό το επίπεδο του πονήματος, καταγράφουμε αναλυτικά σε διπλανή στήλη τα σχετικά με την Ελλάδα. Οσο για την «τρομοκρατία», εκεί το λόγο έχει ο Ρεμί Κάουφερ, που αυτοπαρουσιάζεται ως «ειδικευμένος στην ιστορία των υπηρεσιών πληροφοριών, της τρομοκρατίας και των παράνομων πολιτικών μηχανισμών» και συγγραφέας (1986) του βιβλίου «KGB, στόχος Πρετόρια» -αναφερόμενου, προφανώς, στους «τρομοκράτες» που μάχονταν κατά του απαρτχάιντ (σ.865). Το κείμενό του, ό,τι θα περίμενε κανείς: ολίγος IRA, κάμποσοι Παλαιστίνιοι και ο συνήθης Κάρλος. 

Για να συνοψίσουμε: παρά την πανηγυρική υποδοχή της, η «Μαύρη Βίβλος» συνιστά περισσότερο ένα στρατευμένο, φτηνό κατάλοιπο του ψυχρού πολέμου και σχεδόν καθόλου την ψύχραιμη, αναθεωρητική δουλειά που θα περίμενε κανείς μια δεκαετία μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και το άνοιγμα των αρχείων τους. Αυτό δεν εμπόδισε καθόλου τον Κουρτουά να σταδιοδρομήσει διεθνώς ως ο κατ' εξοχήν «ειδικός» για τον κομμουνισμό του εικοστού αιώνα. 

Στην Ελλάδα, τον απολαύσαμε -ως βασικό «εμπειρογνώμονα»- στην περυσινή σχετική σειρά του Στέλιου Κούλογλου στη ΝΕΤ. 

Υπήρξαν, βέβαια, κι εκείνοι που δεν πήραν χαμπάρι τίποτα: καταγγέλλοντας από τις στήλες του «Ριζοσπάστη» (25.6.2000) τη συγκεκριμένη εκπομπή, επειδή έδωσε το λόγο στους κατά καιρούς «αποστάτες» του ΚΚΕ -όπως ο Β. Νεφελούδης, ο Λ. Κύρκος, ο Λ. Μαυροδειδής, ο Π. Ανταίος κ.ά.-, ο Μάκης Μαΐλης θα σημειώσει, χωρίς κανένα σχόλιο, τις εμφανίσεις «και κάποιου γάλλου ιστορικού». 

Πού να 'ξερε...

(Ελευθεροτυπία, 10/11/2001)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ