ΑΛΚΟΟΛ ΚΑΙ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


Κούβα: Ο τυφώνας Bacardi

1.   2.   

Εχουμε ακούσει για τη συμβολή της McDonalds στην καταστροφή των δασών του Αμαζονίου, για τη συνεργασία της Shell με τη χούντα της Νιγηρίας, για το ρόλο της Chiquita και της ΒΡ στα πραξικοπήματα της Γουατεμάλας και του Ιράν, για τη συμβολή της Mobil στις σφαγές αντιφρονούντων στην Ινδονησία. Τώρα, ήρθε η ώρα να πληροφορηθούμε και το σκοτεινό μητρώο μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής οινοπνευματωδών.
 

Μια πολυεθνική έχει μπει τα τελευταία χρόνια στο στόχαστρο των οργανώσεων και των κινημάτων που μάχονται κατά του οικονομικού στραγγαλισμού της Κούβας από τις ΗΠΑ. Ο λόγος για την Bacardi-Martini, μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής οινοπνευματωδών της υδρογείου - και, ταυτόχρονα, έναν από τους κεντρικούς συντονιστές της εκστρατείας για την ανατροπή του καθεστώτος που εγκαθιδρύθηκε στο νησί μετά τη νικηφόρα επανάσταση του 1959. 

Σε μια σειρά χώρες -Αγγλία, Βέλγιο, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία και Αυστραλία- βρίσκεται σε εξέλιξη μια καμπάνια για το μποϊκοτάζ των προϊόντων της εταιρείας, ως απάντηση στις μόνιμες προσπάθειες της τελευταίας για ενίσχυση, διεύρυνση και επέκταση του εμπάργκο κατά της Κούβας. Η καμπάνια ξεκίνησε από την Ισπανία τον Απρίλιο του 2000, για να επικυρωθεί στη συνέχεια από μια σειρά διεθνείς διασκέψεις στην Αβάνα, στο Βερολίνο και στη Θεσσαλονίκη. 

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το Πανευρωπαϊκό Συνέδριο Αλληλεγγύης που πραγματοποιήθηκε στη συμπρωτεύουσα στις 13-14 Οκτωβρίου 2001 με συμμετοχή 83 αντιπροσώπων από 22 χώρες, το «πρόγραμμα δράσης» που ψηφίστηκε περιλαμβάνει ρητά την «ενημέρωση των ευρωπαϊκών λαών για το ρόλο της εταιρείας Bacardi, υποκινητή μεταξύ άλλων του νόμου Χελμς-Μπάρτον ενάντια στην Κούβα». Πρόκειται για τη νομοθεσία που θέσπισε το 1996 η κυβέρνηση Κλίντον, επισημοποιώντας και -το κυριότερο- διεθνοποιώντας τον υφιστάμενο εδώ και τρεις δεκαετίες αποκλεισμό της ανυπότακτης χώρας. 

Η ανάμειξη της Bacardi στην προώθηση αυτού του νόμου ήταν γνωστή από παλιότερα, οι συνολικές όμως διαστάσεις του ρόλου της έγιναν ευρύτερα αντιληπτές μόλις την περασμένη χρονιά, με την έκδοση ενός αποκαλυπτικού βιβλίου από τον κολομβιανό δημοσιογράφο Ερνάντο Κάλβο Οσπίνα. Διασταυρώνοντας μια πλειάδα δημοσιευμένων πηγών (προσκείμενων ως επί το πλείστον στην αντικαστρική κουβανική εμιγκράτσια του Μαϊάμι) με κάποια πρωτοεμφανιζόμενα ντοκουμέντα, ο συγγραφέας προχωρεί στο συνολικό απολογισμό της διαπλοκής των κατά καιρούς διευθυντικών στελεχών της εταιρείας με τις προσπάθειες ανατροπής του Κάστρο, τη CIA, το σκληρό πυρήνα της αμερικανικής δεξιάς και την ιδιωτικοποιημένη αντικομμουνιστική «Διεθνή» της δεκαετίας του '80. Η έκδοση προλογίστηκε από τον καθηγητή Τζέιμς Πέτρας και χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από σοβαρά έντυπα, όπως η παρισινή «Le Monde Diplomatique». 

Εκ πρώτης όψεως, η ανάμειξη της Bacardi στις προσπάθειες υπονόμευσης και ανατροπής του Κάστρο μπορεί να θεωρηθεί απόλυτα φυσιολογική. Οι ιδιοκτήτες και διευθυντές της διάσημης πολυεθνικής συγκαταλέγονται στους μεγάλους χαμένους της κουβανικής επανάστασης. Πολιτικά ενεργοί στις γραμμές του αντικαστρικού κινήματος της «Μικρής Αβάνας» του Μαϊάμι ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '60, περιμένουν εδώ και μια δεκαετία τη στιγμή που η Κούβα θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού». 

Αυτή η προσδοκία εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την εγκατάλειψη της διακριτικότητας που χαρακτήριζε τις πολιτικές παρεμβάσεις της εταιρείας στο παρελθόν και τη δημόσια πλέον ανάδειξη του πρωταγωνιστικού της ρόλου: δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο νόμος Χελμς-Μπάρτον του 1996 έμεινε γνωστός στην πολιτική αργκό των ΗΠΑ σαν «ο νόμος της Μπακάρντι».

Από την άλλη, αυτές οι κινήσεις δεν θεωρούνται καθόλου άσχετες με την προσπάθεια της Bacardi να αποκλείσει από την αγορά έναν από τους κυριότερους εμπορικούς ανταγωνιστές της: το κουβανέζικο ρούμι Havana Club, που από το 1994 διακινείται διεθνώς από τον γαλλικό κολοσσό Pernod-Ricard, απειλώντας μακροπρόθεσμα την ηγεμονία της στο χώρο. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

* Με έτος ίδρυσης το 1862, η Bacardi παραμένει μέχρι σήμερα σε μεγάλο βαθμό μια «οικογενειακή» εταιρεία. Η μετοχή της δεν έχει εισαχθεί στο χρηματιστήριο, κυρίως λόγω της απροθυμίας «να εκτεθούν δημόσια στο φως οι ιδιωτικές πτυχές της» («El Nuevo Herald» 21.1.2000).

**Σύμφωνα με μια δημοσιογραφική έρευνα του 1996, η διεύθυνσή της εκτιμά ότι υπάρχουν συνολικά 300-400 μέτοχοι σε ολόκληρο τον κόσμο. Από αυτούς, «μέλη της οικογένειας κατέχουν 15 από τις 17 έδρες του Δ.Σ. και 40 εργάζονται σε αυτό που οι παλαίμαχοι υπάλληλοι συνηθίζουν να αποκαλούν "η οικογενειακή συντεχνία Bacardi"» (Alejandro Benes «The spirit of the bat», Cigar Aficionado, φθιν. 1996). 

Το αντάρτικο της CIA

**Βάση εξόρμησης και αρχική έδρα της εταιρείας υπήρξε το Σαντιάγο της Κούβας. Ηδη από το 1957 όμως, δύο ολόκληρα χρόνια πριν από τη νίκη της επανάστασης, η έδρα της έχει μεταφερθεί στις Μπαχάμες, με εργοστάσια παραγωγής στο Πουέρτο Ρίκο, το Μεξικό, την Ισπανία και αλλού.

**Από το 1963, τα κεντρικά γραφεία της έχουν εγκατασταθεί στο Μαϊάμι, τόπο εγκατάστασης του μεγαλύτερου μέρους της κουβανικής εμιγκρέτσιας αλλά και βάση των κάθε λογής αντικαστρικών οργανώσεων.

**Η σχέση της Bacardi με το κίνημα του Κάστρο υπήρξε ταραχώδης:

* Υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Πρίο, που ανατράπηκε από το δικτάτορα Μπατίστα το 1952, ο επικεφαλής της εταιρείας Χοσέ Πεπίν Μπος υποστήριξε αρχικά, όπως και πολλοί άλλοι μεγαλοαστοί, το «Κίνημα της 26ης Ιουλίου». Την ημέρα της εισόδου των ανταρτών στην Αβάνα, τα γραφεία της εταιρείας είχαν στολιστεί με μια τεράστια επιγραφή («Φιντέλ, σε ευχαριστούμε») και ο ίδιος ο Μπος συμμετείχε στην πρώτη επίσκεψη του Κάστρο στις ΗΠΑ, τον Μάιο του 1959, ως μέλους της επίσημης κουβανικής αντιπροσωπείας. 

* Τα πράγματα άλλαξαν άρδην με τη σταδιακή ριζοσπαστικοποίηση της επανάστασης που την έφερε σε άμεση σύγκρουση τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με την «εθνική» αστική τάξη. Τον Οκτώβριο του 1960, η περιουσία της Bacardi στο νησί εθνικοποιήθηκε (όπως και 383 άλλες επιχειρήσεις). Δεδομένου όμως ότι η έδρα της βρισκόταν ήδη στο εξωτερικό, ο τίτλος -και το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών της στοιχείων- παρέμειναν στα χέρια της οικογένειας. 

Για τις δραστηριότητες αυτής της τελευταίας στις γραμμές του αντικαστρικού κινήματος του '60, οι πληροφορίες που διαθέτουμε είναι σχετικά λιγοστές αλλά εξαιρετικά σαφείς:

* Ως εκπρόσωπος της Bacardi, ο Πεπίν Μπος συμμετέχει στις διεργασίες που οδήγησαν στην οργανωμένη από τη CIA εισβολή του Κόλπου των Χοίρων (1961). Ενα εσωτερικό μνημόνιο της CIA, συνταγμένο τρεις βδομάδες πριν από την εισβολή και δημοσιευμένο σε επίσημη έκδοση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, τον αναφέρει ως μέλος του πολιτικού σκέλους των επιδρομέων (Δημοκρατικό Επαναστατικό Μέτωπο, FRD), το οποίο είχε στόχο όχι μόνο την ανατροπή του Κάστρο, αλλά και την «απαγόρευση του Κ.Κ. και το ξερίζωμα του κομμουνισμού και κάθε αντιδημοκρατικής (sic) δραστηριότητας», γενικότερα. Η υπηρεσιακή ταξινόμηση των ηγετών του FRD από τη CIA τον κατατάσσει, πάντως, στους «κεντρώους». 

* Το 1963-64 είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της -υποστηριζόμενης από τις αμερικανικές υπηρεσίες- συνένωσης των διάφορων αντικαστρικών ομάδων σε μια ενιαία Εξόριστη Κουβανική Αντιπροσωπεία (RECE). Χρηματοδότες της τελευταίας ήταν το FBI, η CIA αλλά και η ίδια η Bacardi, που σύμφωνα με μια φιλική της πηγή «κατέβαλλε κάθε μήνα 10.000 δολάρια στην οργάνωση κι άλλα 600 σε καθέναν από τους πέντε ηγέτες της».

* Στρατιωτικοί ηγέτες της RECE ήταν πρώην αξιωματικοί του Μπατίστα και του αποβατικού σώματος του 1961, ενώ από τις τάξεις της θα προέλθουν πάμπολλοι ακροδεξιοί τρομοκράτες με δράση στις ΗΠΑ και τη Λατινική Αμερική τις επόμενες δύο δεκαετίες. Η προσωπική ακτινοβολία του ίδιου του Μπος μεταξύ των εμιγκρέδων παρέμεινε, πάντως, το λιγότερο συζητήσιμη: σύμφωνα με γκάλοπ της «Miami Herald» (28.8.1966), μόλις ένα 0,2% των εξορίστων τον έβλεπε ως ηγέτη του.

* Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία της κουβανικής εμιγκρέτσιας, όπως αυτή καταγράφηκε πρόσφατα από τον περουβιανό δημοσιογράφο Αλβάρο Βάργκας-Λιόσα, στη διάρκεια της δεκαετίας του '60 ο Πεπίν Μπος σχεδιάζει επίσης το βομβαρδισμό των εθνικοποιημένων πετρελαϊκών εγκαταστάσεων της Κούβας από αεροπλάνα Β-26 που έχει αγοράσει, με βάση εξόρμησης την Κόστα Ρίκα. Εντελώς συμπτωματικά, την ίδια ακριβώς περίοδο, ο ίδιος τύπος αεροσκάφους και η ίδια βάση χρησιμοποιούνται επίσης από τη CIA, για τον ίδιο ακριβώς σκοπό.

* Εντυπωσιακότερο είναι, τέλος, ένα ντοκουμέντο του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ με ημερομηνία 15.6.1964, που φέρνει για πρώτη φορά στη δημοσιότητα ο Κάλβο Οσπίνα (σ. 40-42 & 155). Σύμφωνα με αυτό, ο πρόεδρος της Bacardi εισηγήθηκε στη CIA την από κοινού χρηματοδότηση ενός σχεδίου δολοφονίας του Φιντέλ, του Ραούλ Κάστρο και του Τσε Γκεβάρα από «στοιχεία της Μαφίας» με τα οποία ήταν σε επαφή. Η πρόταση προέβλεπε την καταβολή 100.000 δολαρίων από τον Πεπίν Μπος κι άλλων 50.000 από τη CIA, άλλες πηγές όμως αμφέβαλλαν για τον ακριβή προορισμό των χρημάτων. Τελικά, το σχέδιο δεν εγκρίθηκε.

Η αντικομμουνιστική διεθνής 

**Θα χρειαστεί να περιμένουμε ώς το 1981 για να αναβαθμιστούν οι πολιτικές δραστηριότητες της εταιρείας: Τον Ιούλιο αυτής της χρονιάς ιδρύεται το Εθνικό Αμερικανοκουβανικό Ιδρυμα (FNCA), οργάνωση που αποσκοπεί στον εκσυγχρονισμό της δράσης του αντικαστρικού λόμπι και την ένταξη του τελευταίου στην ευρύτερη αντικομμουνιστική εκστρατεία της κυβέρνησης Ρέιγκαν. Ο Πεπίν Μπος, που από το 1976 έχει αντικατασταθεί στην προεδρία της Bacardi από τον Μανουέλ Κουτίγιας (παραμένοντας βασικός μέτοχος μέχρι το θάνατό του το 1994) μετέχει στη Συμβουλευτική Επιτροπή του Ιδρύματος, δίπλα σε γνωστές φυσιογνωμίες της αμερικανικής Νέας Δεξιάς (Τζ. Κιρκπάτρικ, Ρ. Στόουν, Τζ. Χελμς).

Ο Κουτίγιας και άλλα μέλη της οικογένειας στελεχώνουν τα κατώτερα όργανα του FNCA. Ενα ανερχόμενο αστέρι, η Κλάρα Μαρία ντελ Βάλιε, το 1989 θα γίνει μέλος του Δ.Σ. και το 1999 εκτελεστική υποδιευθύντρια της οργάνωσης. Θα παραμείνει σ' αυτή θέση και μετά τη διάσπαση του FNCA το καλοκαίρι του 2001, ύστερα από τους κλυδωνισμούς που προκάλεσε στην κουβανική κοινότητα των ΗΠΑ η υπόθεση του μικρού Ελιάν.

**Εξέχοντα στελέχη της Bacardi χρηματοδοτούν σε σταθερή βάση το FNCA, όπως διαπιστώνεται από σχετικές καταχωρίσεις στο επίσημο έντυπό του. Η σημαντικότερη πηγή πόρων του Ιδρύματος θα είναι ωστόσο η ίδια η κυβέρνηση των ΗΠΑ, μέσω του παρακρατικού Εθνικού Ιδρύματος για τη Δημοκρατία (NED) που στήθηκε για την ενίσχυση αντικομμουνιστικών σχηματισμών σε παγκόσμια κλίμακα. 

**Το FNCA, από την πλευρά του, μετέχει ολόψυχα στην προώθηση του «δόγματος Ρέιγκαν» για την ανάσχεση της «αυτοκρατορίας του Κακού» με την υπόθαλψη ένοπλων αντικομμουνιστικών κινημάτων στον Τρίτο Κόσμο - και πρώτα απ' όλα στη Νικαράγουα και την Αγκόλα. Ανακοινώσεις του περηφανεύονται για την «ενεργό συμμετοχή» του στη στήριξη των «μαχητών της ελευθερίας» κατά τις περιόδους που το Κογκρέσο έχει μπλοκάρει την επίσημη αμερικανική βοήθεια προς αυτούς. Τον Μάρτιο του 1988, αντιπροσωπεία του επισκέπτεται πανηγυρικά την «πρωτεύουσα» της αγκολέζικης UNITA, διεκδικώντας δάφνες για την «κατάλληλη εκπαίδευση και πληροφόρηση της κοινής γνώμης των ΗΠΑ» που επέτρεψε τον ανεμπόδιστο εξοπλισμό της.

Ο «νόμος της Μπακάρντι»

Ολα αυτά όμως είναι παλιές ιστορίες και -το κυριότερο- απλές παρωνυχίδες μπροστά στην καταλυτική παρέμβαση της Bacardi στην κουβανική πολιτική των ΗΠΑ μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, με απροκάλυπτο στόχο τον καθολικό αποκλεισμό και στραγγαλισμό της Κούβας μέχρι να επιτευχθεί η πολυπόθητη ανατροπή του Κάστρο. 

**Δυο τυχαίες (και σαφώς ελάσσονες) τέτοιες παρεμβάσεις είναι αποκαλυπτικές για την έκταση του φαινομένου. Τον Μάιο του 1995 η εταιρεία πλήρωσε τα πούλμαν που μετέφεραν χίλιους οπαδούς του FNCA από το Μαϊάμι στην Ουάσιγκτον, για να διαδηλώσουν εναντίον των επαφών της κυβέρνησης Κλίντον με τους ιθύνοντες της Αβάνας. Εξι χρόνια αργότερα, η Bacardi θα αποκλείσει -με την ιδιότητα του σπόνσορα- οποιαδήποτε κουβανική συμμετοχή στο χορευτικό φεστιβάλ σάλσα των ΗΠΑ («Los Angeles Times» 23. 5). 

Το κέντρο βάρους των πολιτικών δραστηριοτήτων της εταιρείας πέφτει ωστόσο στην οργάνωση ενός λόμπι από δικηγορικά γραφεία και εταιρείες μάρκετινγκ, για την προώθηση όλο και σκληρότερων νομοθετικών μέτρων. Αποκορύφωμα αυτής της πολιτικής θα είναι η θέσπιση, το Φεβρουάριο του 1996, του νόμου Χελμς-Μπάρτον, με τον οποίο:

α. Τίθεται ως άμεσος στόχος της πολιτικής των ΗΠΑ η εγκαθίδρυση στην Κούβα ενός «μεταβατικού» καθεστώτος, το οποίο «δεν θα περιλαμβάνει ούτε τον Φιντέλ ούτε τον Ραούλ Κάστρο» και θα ξηλώσει όλους τους μηχανισμούς κυριαρχίας του ΚΚΚ στην πολιτική και κοινωνική ζωή.

β. Παρέχεται στους κουβανούς ιδιοκτήτες εθνικοποιημένων περιουσιών, όσους έχουν αποκτήσει στο μεταξύ την αμερικανική υπηκοότητα, το δικαίωμα να προσβάλουν σε δικαστήρια των ΗΠΑ εταιρείες και υπηκόους τρίτων χωρών που συνάπτουν οικονομικές σχέσεις με την Κούβα, με αντικείμενο αυτές τις περιουσίες. Η ρύθμιση αυτή έχει άμεση εφαρμογή στη διαμάχη της Bacardi με τη γαλλική Pernod, που διακινεί το «αντίζηλο» ρούμι Havana Club. Το 1999 θα συμπληρωθεί με νέο νόμο, ο οποίος ακυρώνει το σχετικό βιομηχανικό «σήμα» της αντίπαλης κουβανικής εταιρείας, μολονότι αυτό ήταν κατοχυρωμένο επίσημα στις ΗΠΑ από το 1974. 

Η διαπλοκή του λόμπι που προώθησε αυτές τις διατάξεις με τη Bacardi, είναι οφθαλμοφανής:

* Συγκροτημένο ως άτυπο συντονιστικό των εταιρειών που έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με το κουβανικό καθεστώς, το Αμερικανοκουβανικό Επιχειρηματικό Συμβούλιο (US-Cuba Business Counsil) υπήρξε, μαζί με το FNCA, ένας από τους κυριότερους προασπιστές του σχετικού νομοσχεδίου.

Επίτιμος πρόεδρός του είναι ο Μανουέλ Κουτίγιας, ενώ στο 5μελές Δ.Σ. συμμετέχουν ένα ακόμη στέλεχος της Bacardi και δυο εκπρόσωποι εταιρειών μάρκετινγκ που δουλεύουν για λογαριασμό της. 

* Ο ακροδεξιός ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Τζέσε Χελμς, που εισηγήθηκε το νομοσχέδιο, υπήρξε συνεργάτης του RECE ήδη από το 1972.

Για τη νομική επεξεργασία του κειμένου, στο γραφείο του εργάστηκαν ο Νικόλας Γκουτιέρες της Adorno & Zeder (πελάτες της οποίας ήταν η Bacardi και παλιότερα ο Πεπίν Μπος), ο Μπράις Κλάγκετ της Covington & Burling (επίσης με πελάτη τη Bacardi και στέλεχος τον τωρινό πρόεδρό της, Τζορτζ Τσιπ Ράιντ), ο Ιγκνάσιο Σάντσες (από το γραφείο Kelley, Drie & Warren, που συμμετέχει στο US-Cuba Business Counsil και εκπροσωπεί την Bacardi στη Ν.Υόρκη, μέλος ο ίδιος του Δ.Σ. του FNCA), ο Ρόμπερτ Φριρ (της Freer & McGarry, επίσης του US-Cuba Business Counsil) και ο Οτο Ράιχ της Brock Group, με τον οποίο ασχολούμαστε δίπλα. 

* Υστερα από το σχηματισμό της κυβέρνησης Μπους, μια νέα κλιμάκωση των πιέσεων βρίσκεται σε εξέλιξη. Στις 15 Μαΐου 2001, ο Χελμς κατέθεσε στη Γερουσία νέο νομοσχέδιο, το οποίο προβλέπει την παροχή αμερικανικής βοήθειας σε κουβανούς αντικαθεστωτικούς, στο πρόπλασμα της υπό διαμόρφωση νέας αστικής τάξης της χώρας («ανεξάρτητοι αυτοαπασχολούμενοι Κουβανοί», κατά την επίσημη διατύπωση) και σε «προγράμματα του NED τα οποία σχετίζονται με την Κούβα».

(Ελευθεροτυπία, 16/12/2001)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ