ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ

Εργασία στα χρόνια της ΟΝΕ

1. / 2.   

Επρεπε να ολοκληρωθεί η ένταξη στην ΟΝΕ, να πανηγυρίσουμε την είσοδο στη ζώνη του ευρώ, για να διαπιστώσουμε εκ των υστέρων ότι οι θυσίες που χρειάστηκαν αυτά τα χρόνια έγιναν μόνο από τον κόσμο της εργασίας. Η απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων παράγει νέα φτώχεια και δυστυχία.
 

Ο κοινωνικός δυϊσμός ανάμεσα σε απασχολούμενους και αποκλεισμένους από την αγορά εργασίας είναι σχετικά προφανής (και πολυσυζητημένος), οι νέες κατηγοριοποιήσεις όμως μέσα στον κόσμο της εργασίας δεν είναι. Δεν έχουν ακόμα συνειδητοποιηθεί όσο θα έπρεπε, αν και ήδη καθορίζουν τη ζωή και το μέλλον πολλών χιλιάδων ανθρώπων, που αύριο όπως όλα δείχνουν θα πολλαπλασιαστούν.

Τα τελευταία 10-15 χρόνια, ο χώρος της μισθωτής απασχόλησης έχει απορυθμιστεί σε μεγάλο βαθμό. Οι πολλαπλές ταχύτητες μέσα στον κόσμο της εργασίας δεν αναφέρονται μόνο στο επίπεδο του εισοδήματος, αλλά πλέον και στο πεδίο των ευρύτερων δικαιωμάτων και συνθηκών (εργασίας και διαβίωσης). Ενα ολοένα και αυξανόμενο κομμάτι της κοινωνίας ζει (έστω και εκ περιτροπής) έναν πραγματικό εργασιακό μεσαίωνα, δίχως πολλά περιθώρια αντίστασης, έξω από τα συνδικάτα, κατακερματισμένο, διασκορπισμένο και απομονωμένο. 

Αυτές οι εξελίξεις ακολούθησαν τις αλλεπάλληλες απελευθερώσεις της οικονομίας, δηλαδή την ελευθερία εγκατάστασης και κυκλοφορίας του κεφαλαίου, το οποίο στο όνομα της ανταγωνιστικότητας (μέσα στον διαρκώς διευρυνόμενο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας) επέβαλε σταδιακά (όπως και στις άλλες χώρες της Ευρώπης) ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις με στόχο την πάση θυσία μείωση του εργατικού κόστους. Η ευελιξία, όπως ονομάστηκε, στην αγορά εργασίας αποτελεί προ πολλού την κεντρική επιλογή της Ε.Ε. για την αντιμετώπιση, μεταξύ των άλλων, και της διογκούμενης ανεργίας, χωρίς ωστόσο να έχει επιδείξει σοβαρά αποτελέσματα σ' αυτό το κρίσιμο μέγεθος.

Τουναντίον στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας δίπλα στους ανέργους (οι οποίοι βλέπουν με αγωνία τα συστήματα πρόνοιας, από τα οποία εξαρτούν κυρίως την επιβίωσή τους, να συρρικνώνονται ή και να καταρρέουν το ένα μετά το άλλο), προστίθενται στρώματα (εξίσου ανασφαλή), τα οποία σχηματίζονται, όχι μόνο από την αθέατη οικονομική δραστηριότητα, που στην Ελλάδα φτάνει στο 30% του ΑΕΠ (και ευνοεί κατά κανόνα τη «μαύρη εργασία»), αλλά και από τις νέες θεσμοθετημένες ευέλικτες μορφές απασχόλησης.

Απορύθμιση τώρα

* Την τελευταία δεκαετία, μια σειρά νόμων που ψηφίστηκαν από την ελληνική Βουλή δίνουν όλο και περισσότερες δυνατότητες στις επιχειρήσεις να μειώσουν το κόστος εργασίας, προφανώς εις βάρος του εισοδήματος και της ποιότητας ζωής των εργαζομένων σ' αυτές. Μεταξύ 1990-1998 μειώνεται το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος κατά 15%, και, την ίδια περίοδο, το μερίδιο της εργασίας στο προϊόν ως ποσοστό της προστιθέμενης αξίας πέφτει από 60% στο 54%. Η κερδοφορία των επιχειρήσεων αυξάνει ολόκληρη τη δεκαετία του '90 και συνεχίζεται, ενώ ο μέσος μισθός στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο 65% του μέσου της Ε.Ε. (με το ωριαίο κόστος δουλειάς στα εργοστάσια να μην ξεπερνά το μισό του μέσου ευρωπαϊκού ωρομίσθιου).

* Σύμφωνα με τη μελέτη του Γιάννη Κουζή (για το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ), το 17% του συνόλου των μισθωτών διαβιώνουν κάτω από το όριο της φτώχειας -και, παράλληλα, οι μισθολογικές ανισότητες διευρύνονται συνεχώς. Αν σ' αυτούς προσθέσουμε και τους νεόπτωχους που παράγει το σύστημα της δήθεν «ανεξάρτητης εργασίας» (που δεν καταχωρίζονται στην κλασική μισθωτή σχέση), οδηγούμαστε σε δυσοίωνα συμπεράσματα για την τύχη του (ανεκπλήρωτου) στόχου της «κοινωνικής συνοχής».

* Οπως παραδέχεται ο ειδικός γραμματέας του υπουργείου Εργασίας, Χρόνης Πολυχρονίου, επικεφαλής του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, υπάρχει πλήθος εργαζομένων που εμφανίζονται να εντάσσονται στις νέες «ανεξάρτητες μορφές απασχόλησης», οι οποίες, ωστόσο, υποκρύπτουν πάγια εργασιακή σχέση που οι επιχειρήσεις θέλουν (και καταφέρνουν) να αποφύγουν για ευνόητους οικονομικούς λόγους.

* Από την πλευρά του, ο κ. Κουζής υπογραμμίζει: «Η ανάπτυξη των μορφών απασχόλησης με το καθεστώς των συμβάσεων έργου ή των ανεξάρτητων υπηρεσιών είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Ελλάδα. Οι συμβάσεις μη εξαρτημένης εργασίας, με προφανές αποτέλεσμα τη μη υπαγωγή τους στην εργατική νομοθεσία, χρησιμοποιούνται συχνά προκειμένου να προσδώσουν νομικό περιεχόμενο σε μια συμβατική σχέση που έχει όλα τα γνωρίσματα της μισθωτής εργασίας, με στόχο την καταστρατήγηση των εργασιακών δικαιωμάτων».

* Το ποσοστό των συναινούντων εργαζομένων σ' αυτές τις «ευέλικτες» θέσεις εργασίας [«αυτοαπασχολούμενοι» με Δελτία Παροχής Υπηρεσιών (ΔΠΥ), φασόν, συμβάσεις περιορισμένου χρόνου, δανειζόμενοι από υπεργολαβικές εταιρείες, συμβάσεις μερικής απασχόλησης, εργαζόμενοι με διευθετούμενο χρόνο εργασίας κ.λπ.] είναι ανεξακρίβωτο.

Σύμφωνα, όμως, με όλες τις εκτιμήσεις, πρέπει να είναι περιορισμένο και να περιλαμβάνει εκείνες τις εξαιρετικές περιπτώσεις πολιτών που έχουν την πολυτέλεια (και τις άλλες πηγές εισοδήματος και ασφάλισης) ώστε να μπαινοβγαίνουν στην αγορά εργασίας, περίπου όποτε το επιθυμούν. Αρα, η προσχώρηση στις «ευέλικτες» μορφές εργασίας της συντριπτικής πλειονότητας των Ελλήνων, όπως ακριβώς και η... αποδοχή της ανασφάλιστης απασχόλησής τους, δεν συνιστά επιλογή τους.

* Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι η μερική απασχόληση στην Ελλάδα είναι σχετικά χαμηλή (συγκριτικά με άλλες χώρες της Ε.Ε.) γύρω στο 7%, ενώ κοντά στο 13% κινείται η προσωρινή απασχόληση. Στον τομέα των υπηρεσιών (και το Δημόσιο) οι συμβασιούχοι (περι)ορισμένου χρόνου (αυτοί που μπορούν να απολυθούν χωρίς αποζημιώσεις μόλις λήξει η σύμβασή τους) αποτελούν το 25% (!), ενώ στη βιομηχανία το ποσοστό τους κινείται γύρω στο 14%. Οι πιο πρόσφατες μετρήσεις των υπηρεσιών της Επιθεώρησης Εργασίας δείχνουν εντυπωσιακή αύξηση των ελαστικών μορφών απασχόλησης κατά 27,3% μέσα σε ένα χρόνο (2000-2001). Ωστόσο, σχεδόν στο σύνολό τους, αυτοί οι εργαζόμενοι στη χώρα μας δεν ικανοποιούνται σ' αυτό το σύστημα από τις συνθήκες εργασίας, το εισόδημα, την εξαιρετικά χαμηλή ασφαλιστική κάλυψη και κυρίως από το στρες που τους δημιουργεί η αβεβαιότητα για το αύριο.

Ελευθερία στις απολύσεις

Δυστυχώς, όλες αυτές οι δυσμενείς εξελίξεις δεν κατανοήθηκαν όταν άρχισαν να επιβάλλονται (μέσα στο κλίμα θριάμβου του νεοφιλελευθερισμού), δεν κουβεντιάστηκαν εγκαίρως και πάντως δεν συνάντησαν ιδιαίτερες αντιστάσεις.

* «Είναι χαρακτηριστικό», γράφει ο Γιαννής Κουζής, «ότι σημαντικές αλλαγές που επέρχονται στον τομέα των εργασιακών σχέσεων, παρά τον ισχυρισμό της Πολιτείας ότι αποτελούν προϊόν τριμερούς διαλόγου, όχι μόνο δεν συνιστούν αποτέλεσμα συναινέσεων, αλλά τυγχάνει και να μην έχουν ουδόλως αποτελέσει αντικείμενο διαλόγου». Με λίγα λόγια, η απορύθμιση του συνολικού τοπίου στον τομέα της εργασίας πέρασε αθόρυβα, όπως ακριβώς υπαγορεύτηκε από το συμφέρον των επιχειρήσεων και το επιχείρημα της «ανταγωνιστικότητας της οικονομίας».

* Οι θεσμικές παρεμβάσεις ξεκίνησαν με τον αναπτυξιακό νόμο 1892/90 και συνεχίστηκαν με τον 2639/98 και τον 2874/2000. Μέσω αυτών των νόμων, διαμορφώνεται το πλαίσιο για τη μερική απασχόληση, εισάγεται η λειτουργία πρόσθετων ομάδων εργαζομένων το Σαββατοκύριακο (4η βάρδια), προβλέπεται η εκ περιτροπής εργασία, παρέχεται η δυνατότητα υπογραφής επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων με αντικείμενο τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας και, τέλος, οργανώνεται το δικαίωμα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (που αποτελούν και την συντριπτική πλειονότητα στην Ελλάδα) στις... ελεύθερες απολύσεις. 

* Ολα τα παραπάνω, αν συνδυαστούν με τις άλλες νομικές δυνατότητες που παρέχονται στις επιχειρήσεις (διαθεσιμότητα προσωπικού, συμβάσεις περιορισμένου χρόνου, συμβάσεις «ανεξάρτητης εργασίας», «δανεισμός προσωπικού», φασόν κ.ά.), μπορεί να οδηγήσουν σε ακραία φαινόμενα απορύθμισης με απρόβλεπτες κοινωνικές συνέπειες. 

Ας δούμε ένα υποθετικό υπόδειγμα σύγχρονης, φαινομενικά μικρομεσαίας, επιχείρησης που αξιοποιεί το πλαίσιο λειτουργίας των νέων κανόνων, καθ' όλα νόμιμα, χωρίς να χρειάζεται να πολυνοιάζεται για την ποιότητα της ζωής των υπαλλήλων της:

* Εφόσον έχει δικαίωμα «ελεύθερων» απολύσεων αν απασχολεί κάτω από 20 εργαζόμενους με σύμβαση αορίστου χρόνου, δεν προσλαμβάνει ποτέ ούτε έναν παραπάνω. 

* Για το κεντρικό ολιγάριθμο έμμισθο προσωπικό (όσους προσλαμβάνει με συμβάσεις αορίστου χρόνου):

1. Εξατομικεύει τις αμοιβές έτσι ώστε, από τη μία, να ικανοποιεί με υψηλούς μισθούς τα στελέχη από τα οποία αποσπά άπειρο χρόνο (εθελοντικής) υπερεργασίας και, από την άλλη, να κρατά στα πολύ χαμηλά επίπεδα που προβλέπουν οι συλλογικές συμβάσεις τις αμοιβές του υπόλοιπου κατώτερου προσωπικού (υψηλών όμως προσόντων) -το οποίο συναινεί εξ ανάγκης στην παροχή όσων περισσότερων ωρών (φτηνής) υπερεργασίας,

2. Οταν αρχίζει να πέφτει η απόδοσή τους μετά την εντατική εκμετάλλευση λίγων χρόνων ή όταν οι εργαζόμενοι θεμελιώσουν δικαίωμα αυξήσεων των αμοιβών τους, με βάση τις συλλογικές συμβάσεις, τους αλλάζει με φρέσκους και οικονομικότερους από τον απέραντο και εύφορο κήπο της αγοράς εργασίας.

* Ανάλογα με τις επιδιώξεις της επιχείρησης, το κεντρικό προσωπικό μπορεί να υποστηρίζεται από μεγάλο αριθμό «ευέλικτων» εργαζομένων (που κατά εποχές θα αυξομειώνεται, χωρίς όμως κόστος αποζημιώσεων και ακριβά ασφάλιστρα), οι οποίοι εμφανίζονται είτε με σύμβαση μικρής διάρκειας, είτε με μερική απασχόληση, είτε ως εποχικό προσωπικό (πολύ συχνά εισαγόμενο), είτε ως παρέχοντες «ανεξάρτητες υπηρεσίες» (ΔΠΥ), είτε με το σύστημα φασόν κ.λπ. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, η επιχείρηση δεν έχει υποχρέωση να σεβαστεί ορισμένη ποσόστωση στην οργανική σύνθεση του προσωπικού της, δηλαδή αναλογία εργαζομένων με το ένα ή το άλλο καθεστώς απασχόλησης. 

* Ολες τις υπηρεσίες συντήρησης των εγκαταστάσεων (τεχνική υποστήριξη, καθαριότητα), αλλά και ολόκληρες μονάδες παραγωγής ή προσωπικό εργοταξίων, όπως και πολλές άλλες αποκαλούμενες βοηθητικές εργασίες (κλητήρες, ταχυδρόμοι κ.λπ.) ενοικιάζονται από άλλες επιχειρήσεις (ένα είδος λίζινγκ ανθρώπων), και προφανώς η επιχείρηση του παραδείγματός μας δεν έχει καμιά υποχρέωση απέναντί τους. Ούτε καν για τις συνθήκες υγιεινής και ασφάλειάς τους κατά την εργασία τους.

* Δεν χρειάζονται ειδικές γνώσεις οικονομίας για να αντιληφθούμε ότι η πιο πάνω επιχείρηση θα έχει επιτύχει τη μέγιστη συμπίεση του εργατικού κόστους και συνεπώς θα αυξάνει με ιλιγγιώδη ρυθμό τα κέρδη της και θα συσσωρεύει κεφάλαια τα οποία, όμως, καθώς διαθέτει απεριόριστη ελευθερία, δικαιούται να τα τζογάρει σε όποιο σημείο του πλανήτη κρίνει προσφορότερο. Κανείς δεν μπορεί να την υποχρεώσει να τα επενδύσει δημιουργικά (με αίσθημα... κοινωνικής ευθύνης) επιτόπου, προσφέροντας τις πολυπόθητες νέες θέσεις εργασίας.

Μαύρη ευελιξία

* Γίνεται κατανοητό ότι η «ευελιξία», ακόμα και σε μια αγορά μισθωτής εργασίας σαν την ελληνική με τις εξαιρετικά χαμηλές αμοιβές, όπως προβλέπουν οι Εθνικές Συλλογικές Συμβάσεις, είναι ελκυστική γιατί είναι φτηνή, εξασφαλίζει εντατικοποιημένη εργασία, αλλά και γιατί δεν εντάσσεται στους ελέγχους της Επιθεώρησης Εργασίας. Η εργατική νομοθεσία, όπως σημειώσαμε και παραπάνω, δεν ασχολείται με την «ανεξάρτητη απασχόληση», τη μέθοδο φασόν κ.λπ. 

* Ακόμα χειρότερα είναι τα πράγματα με τις καθημερινές καταστρατηγήσεις των στοιχειωδών δικαιωμάτων εργαζομένων που θεωρητικά προστατεύονται από τη σχετική εργατική κι ασφαλιστική νομοθεσία.

* Ο Γιάννης Κουζής, αναλύοντας τις αντιφατικές προθέσεις των πρόσφατων νόμων -και πέρα από τις επιπτώσεις των θεσμοποιημένων «ευέλικτων» μορφών εργασίας-, συμπεραίνει: «Επιχειρείται, χωρίς μέχρι σήμερα ουσιαστικά αποτελέσματα, η αντιμετώπιση των αρνητικών συνεπειών του εκτεταμένου φαινομένου της παράνομης απασχόλησης και της παραβίασης της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας. Στο πλαίσιο αυτό εκδηλώνεται η προσπάθεια εκσυγχρονισμού της Επιθεώρησης Εργασίας (ν. 2639/98, άρθρα 6-17) με τη δημιουργία του ΣΕΠΕ (Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας), σε συνδυασμό και με την εκ νέου υπαγωγή στην αρμοδιότητα του υπουργείου Εργασίας μετά το αποτυχημένο εγχείρημα υπαγωγής τους στην τοπική αυτοδιοίκηση. Η πρωτοβουλία αυτή υλοποιείται με ιδιαίτερα αργούς ρυθμούς, γεγονός που συντηρεί τις ανεξέλεγκτες καταστάσεις σε περιοχές της αγοράς εργασίας».

* Εσκεμμένη ή όχι, η χρονική σύμπτωση της διάλυσης της Επιθεώρησης Εργασίας ακριβώς κατά την περίοδο των αναδιαρθρώσεων στην οικονομία και την απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων, συνετέλεσε στη διαμόρφωση του εργασιακού μεσαίωνα. Εκείνη την περίοδο διογκώθηκε η «μαύρη εργασία», ιδίως των μεταναστών, τότε ξεπέρασε κάθε προηγούμενο η εισφοροδιαφυγή (περίπου το 25% των εργαζομένων είναι ανασφάλιστοι) και βεβαίως πολλαπλασιάστηκαν τα εργατικά ατυχήματα (17.000 κάθε χρόνο, εκ των οποίων 10% είναι θανατηφόρα), καθώς υποβαθμίστηκαν περαιτέρω οι συνθήκες υγείας και ασφάλειας στην εργασία. Το αντάλλαγμα για όλα αυτά ήταν, θα πουν οι αφ' υψηλού οπαδοί της απελευθέρωσης της οικονομίας, η ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ και την ευρωζώνη.

* Σήμερα, το ΣΕΠΕ εκ των πραγμάτων καλείται να ξεμπλέξει το κουβάρι των εργασιακών σχέσεων και, αν ήταν δυνατόν, όπως μας είπε (βλ. διπλανή στήλη) ο κ. Πολυχρονίου, «να δώσει ποιότητα και αξιοπρέπεια στους εργαζόμενους». «Να γίνει ο Συνήγορός τους».

Φιλόδοξος ο στόχος που ανέλαβαν από το καλοκαίρι του 1999 οι 700 επιθεωρητές εργασίας, όταν οι ίδιοι γράφουν στον πρόσφατο απολογισμό της δραστηριότητάς τους ότι «το ΣΕΠΕ ξεκίνησε τη λειτουργία του με πολλά προβλήματα. Ελλειψη προσωπικού, υλικοτεχνικής υποδομής και προβλήματα στέγασης των υπηρεσιών του». Τα περισσότερα απ' αυτά τα προβλήματα δεν έχουν λυθεί.

Με βάση τα στοιχεία του 2000, οι τεχνικές και υγειονομικές επιθεωρήσεις του ΣΕΠΕ πραγματοποίησαν 33.084 ελέγχους σε επιχειρήσεις σε όλη την Ελλάδα και σε 2.294 περιπτώσεις επιβλήθηκαν κυρώσεις (μηνύσεις, πρόστιμα, διακοπές εργασιών). Την ίδια χρονιά, οι κοινωνικές επιθεωρήσεις του ΣΕΠΕ, που ασχολούνται με τη διακρίβωση των όρων εργασίας, του ωραρίου, των αμοιβών και των ασφαλιστικών εισφορών, έκαναν 41.006 ελέγχους επιχειρήσεων και επέβαλαν 5.785 κυρώσεις (μηνύσεις και πρόστιμα).

Τα στοιχεία για το 2001 εμφανίζουν αύξηση των καταγγελιών κατά 30%. Το δε 44,5% του συνόλου των αναφορών που έφτασαν στις κοινωνικές επιθεωρήσεις του ΣΕΠΕ αναφέρεται στη μη καταβολή δεδουλευμένων αμοιβών! Ακολουθούν οι παραβιάσεις ωραρίων και ρεπό! Από τις περίπου 15.000 διαφορές που προέκυψαν, το 25% στάλθηκε στον εισαγγελέα.

Θα είχε ενδιαφέρον αυτή η υψηλή εγκληματικότητα των εργοδοτών να προσμετρηθεί εγκαίρως στις σχετικές εγκληματολογικές στατιστικές και τα ερωτηματολόγια των δημοσκοπήσεων, ώστε να φανεί ποια είναι τελικά η πραγματική αιτία της ανασφάλειας των λαϊκών στρωμάτων. 

Ιλουστρασιόν αθλιότητα

Ενώ, λοιπόν, συνδικάτα και ΣΕΠΕ με τις λιγοστές τους δυνάμεις προσπαθούν να μπαλώσουν τις χιλιάδες τρύπες της καθημερινής αθλιότητας του απορυθμισμένου εργασιακού τοπίου, καλούνται ταυτόχρονα να παρακολουθήσουν τα ευρωπαϊκά σεμινάρια περί του «well being», ακόμα και στους πολυτελείς χώρους εργασίας. Εκεί δεν μιλούν βέβαια για κράνη, γάντια, αναθυμιάσεις, θορύβους και πτώσεις από σκαλωσιές. Ούτε για μη καταβολή δεδουλευμένων και «μαύρη εργασία».

Μοιάζει να αποτελεί ειρωνεία η ενασχόληση με τις σύγχρονες στρατηγικές για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής κατά την εργασία στο σύγχρονο γραφείο, τις νέες επαγγελματικές ασθένειες ή την εργονομία των θέσεων μπροστά στις οθόνες των υπολογιστών, όταν εδώ μιλάμε για συνθήκες περίπου όπως της περιέγραφε ο Ντίκενς. Κι όμως δεν είναι.

Η υπερεκμετάλλευση της εργασίας (σωματικής και πνευματικής), ο φόβος της ανεργίας (ή της απότομης υποβάθμισης στην επαγγελματική ιεραρχία) και η συστηματική εξουθένωση του εργαζομένου διαπερνά ολόκληρο το φάσμα της απασχόλησης. Στον ίδιο ανησυχητικό βαθμό, ακόμα και όταν πρόκειται για ανθρώπους που κατέχουν τις περιζήτητες (και καλοπληρωμένες) θέσεις στα κέντρα των πλούσιων μητροπόλεων, βλέπει κανείς σημάδια επαγγελματικής ανασφάλειας, απομόνωσης, έλλειψης προσωπικού χρόνου και δυστυχίας. Αυτά είναι τα σημάδια μιας άλλης, μιας νέας φτώχειας. 
 

(Ελευθεροτυπία, 16/6/2002)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ