Η ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΜΕΝΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ


Οι γιάφκες του Καραμανλή

1. / 2.   

Μια από τις πιο επικίνδυνες παράπλευρες απώλειες στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας είναι το ξαναγράψιμο της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας και ιδιαίτερα της περιόδου της μεταπολίτευσης.  
 

Οποιος παρακολουθεί τις αναλύσεις για τις συνθήκες γένεσης της 17Ν και την ανασύνθεση του βιογραφικού του Γιωτόπουλου μένει με την εντύπωση ότι αυτομάτως με την επιστροφή του Καραμανλή αποκαταστάθηκε η δημοκρατία και αμέσως επικράτησε ηρεμία στον τόπο. Μόνο δυο τρεις τρελοί και εγκληματίες (δηλαδή οι «παππούδες» της τρομοκρατίας), βεβαρημένοι από σκληρά οικογενειακά βιώματα δεν κατάλαβαν ότι η Ελλάδα είχε πλέον οριστικά μπει στο δρόμο της ευρωπαϊκής δημοκρατικής σταθερότητας.

Πρόκειται για ιστορική παραχάραξη. Η πτώση της δικτατορίας τον Ιούλιο του 1974 δεν είναι ένα στιγμιαίο γεγονός. Η σταθεροποίηση του νέου καθεστώτος απαίτησε μήνες και χρόνια. Ο φόβος επιστροφής της χούντας αλλά και η σύγκρουση με τους θαλερούς μηχανισμούς της αποτέλεσαν επί χρόνια της διακηρυγμένες σταθερές όλων των πολιτικών κομμάτων έως τα τέλη της δεκαετίας του '70. Ολα αυτά όμως πρέπει να ξεχαστούν, προκειμένου να δοθούν τα απαραίτητα εξωπολιτικά χαρακτηριστικά στους συλληφθέντες ως τρομοκράτες και να αποπολιτικοποιηθούν οι διαδικασίες που οδήγησαν στη στερέωση της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας.

Τις ίδιες μέρες του καλοκαιριού και του φθινοπώρου του '74 που οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ αναζητούν συσκέψεις για τη δημιουργία τρομοκρατικών ομάδων στην Ελλάδα, σύσσωμο το εκκολαπτόμενο αλλά και το παλαιοκομματικό πολιτικό προσωπικό βρισκόταν σε κατάσταση ημιπαρανομίας. Πρώτος πρώτος ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. 

* «Ο Κ. Καραμανλής και ο υπουργός Αμύνης Ευ. Αβέρωφ αντιμετώπιζαν νύχτα και μέρα τον κίνδυνο της απαγωγής ή και της δολοφονίας τους», γράφει ο Μιλτιάδης Εβερτ. «Χαρακτηριστικό είναι ότι ο πρωθυπουργός αναγκαζόταν να κοιμάται όχι στη "Μεγάλη Βρεταννία", όπου εγκαταστάθηκε μόλις επέστρεψε από το Παρίσι, αλλά σε σπίτια -πάντα διαφορετικά- ή σ' ένα μικρό κότερο που βρισκόταν ανοιχτά του Σαρωνικού» («Καραμανλής, ο αναμορφωτής», σελ. 94). 

* Τις πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνει ο στενός συνεργάτης του Καραμανλή Γεώργιος Ράλλης: «Μερικά βράδια ο Καραμανλής δεν κοιμόταν στη "Μεγάλη Βρεταννία-, ενώ κάποιο βράδυ κοιμήθηκε στο πλοίο ενός φίλου του για να μην τον συλλάβουν». 

* Ο Τάκης Λαμπρίας θυμάται για εκείνες τις μέρες ότι «στελέχη της ΕΟΚΑ Β' (της οργανώσεως που βαρυνόταν με το εγκληματικό πραξικόπημα κατά Μακαρίου) επιχειρούσαν ν' αναστατώσουν την Αθήνα, σχεδιάζοντας εκτός από προκλήσεις και δολοφονίες» («Στη σκιά ενός μεγάλου», εκδ. Μορφωτική Εστία, Εστία 1989, σελ. 270).

* Ο διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Καραμανλή Αγγελος Βλάχος προσφέρει και τη δική του μαρτυρία για την πλωτή «γιάφκα»: «Εμαθα ότι είχε περάσει δυο τρεις νύχτες στην Βουλιαγμένη, ίσως στο σκάφος της Αννας Γουλανδρή-Χορν, της οποίας ο άνδρας ήταν φίλτατος και έμπιστός του» («Αποφοίτηση 1974», εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 2001, σελ. 134). Στο ίδιο αυτοβιογραφικό κείμενο, ο παλαίμαχος διπλωμάτης περιγράφει τη φημολογία που έφτανε ακόμα και στην κορυφή της κυβέρνησης: «Κυκλοφόρησε λ.χ. ότι μερικοί ταγματάρχες είχαν πάει στον Γκιζίκη απαιτώντας να καλέσει, ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, τον Καραμανλή και να του ζητήσει την παραίτησή του. Αν ο Πρωθυπουργός αρνιόταν, τότε θα τον συνελάμβαναν. Η φημολογία σταματούσε εκεί. Μετά την σύλληψη του Καραμανλή τι θα γινόταν; Εκτέλεση; Εξορία;» (σελ. 149). 

Το πραξικόπημα της πιτζάμας

Επτά μήνες μετά την κατάρρευση της χούντας, όλοι οι κομματικοί μηχανισμοί κινητοποιήθηκαν. Κλείστηκαν παράνομα ραντεβού και τα στελέχη των κομμάτων έψαξαν για σίγουρα σπίτια-γιάφκες. Ηταν το περίφημο «πραξικόπημα της πιτζάμας» στις 24 Φεβρουαρίου 1975, η τελευταία δηλαδή οργανωμένη προσπάθεια των Ιωαννιδικών να ανακτήσουν την εξουσία, ή τουλάχιστον να επιβάλουν στους τότε κρατούντες κάποιο συμβιβασμό και να εξασφαλίσουν την ατιμωρησία τους. Ο Αβέρωφ ως υπουργός Αμυνας εκμεταλλεύτηκε την κίνηση αυτή για να ενισχύσει τη δική του συντηρητική ομάδα και να διευρύνει τα στηρίγματά του στο στρατό. 

Μέσα σ' αυτό το κλίμα, όλα τα πολιτικά κόμματα διατηρούσαν επί μήνες ή και χρόνια μηχανισμούς «επαγρύπνησης», δηλαδή οργανωτικές μορφές για το πέρασμα στην παρανομία, στην περίπτωση που επανακάμψουν οι χουντικοί. Οργανωμένη βάση είχαν βέβαια μόνο τα κόμματα της αριστεράς και ήταν φυσικό να διατηρήσουν τον παράνομο μηχανισμό τους, εφόσον επί μήνες επικρατούσε απόλυτη ανασφάλεια. 

Ο δημοσιογράφος Θανάσης Σκαμνάκης, μέλος του Γραφείου του Κ.Σ. της ΚΝΕ και γραμματέας της οργάνωσης της Σπουδάζουσας από τα χρόνια της χούντας και το πρώτο διάστημα μετά την πτώση της, θυμάται:

* «Για πολλά χρόνια μετά την κατάρρευση της χούντας το ενδεχόμενο ενός πραξικοπήματος, μιας βίαιης επιστροφής στο παρελθόν, παρέμενε ζωντανό και όριζε πολλά στοιχεία της πολιτικής δράσης. Μέχρι περίπου το φθινόπωρο, αν δεν με απατά η μνήμη, και ενώ η οργάνωση της Σπουδάζουσας είχε συγκροτήσει και παράταξη στα πανεπιστήμια και είχε ανοιχτή δράση, εξακολουθούσαμε να έχουμε παράλληλους παράνομους πυρήνες, που λειτουργούσαν με όλους τους κανόνες της συνωμοτικότητας, έτοιμοι να βγουν αμέσως στην παρανομία αν χρειαστεί. Αλλά και στη συνέχεια, ακόμα και όταν άλλαξε αυτό το σχήμα, εξακολουθούσαμε να διατηρούμε ένα τμήμα που έμενε "παράνομο", έτοιμο για κάθε ενδεχόμενο.

»Το ότι δεν ήταν προϊόν φαντασίας αποδείχτηκε και από την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος της 23ης Φεβρουαρίου του 1975. Η ιδέα της απειλής ωστόσο δεν ήταν εμμονή των κομμουνιστών, που ας πούμε είχαν το σύνδρομο καταδίωξης, ύστερα από 30 σχεδόν χρόνια παρανομίας. Και στο χώρο του ΠΑΣΟΚ κυριαρχούσε αυτή η ανησυχία, κυρίως στα στελέχη που προέρχονταν από το αντιδικτατορικό κίνημα. 

»Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '80 κάθε στέλεχος του ΚΚΕ είχε και κάποιο σπίτι να καταφύγει σε περίπτωση ανάγκης και σε μια περίπτωση (με το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση) χρειάστηκε να κάψουμε αρχεία και να φυλαχτούμε, καθώς υπήρχαν πληροφορίες προερχόμενες και από στελέχη του κυβερνώντος κόμματος για κινήσεις ακροδεξιάς στρατιωτικής εκτροπής». 

Η λειψή αποχουντοποίηση

Ο αστυνομικός μηχανισμός ήταν ο τελευταίος που υπέστη κάποιας μορφής «κάθαρση» μετά τη δικτατορία. Οπως αποδεικνύεται από έγγραφα που δημοσιεύτηκαν εκείνη την εποχή, η χωροφυλακή και η αστυνομία παρακολουθούσε μέχρι και το Δεκέμβρη του 1977 τα μέλη της ΚΝΕ, επειδή θεωρούσε την οργάνωση «αντεθνική» και φυσικά φακέλωνε όλους τους δραστήριους αριστερούς. Το 1975, η αστυνομία γιόρτασε τα «50 χρόνια δίωξης του κοινωνικού εγκλήματος». Για όποιον δεν καταλαβαίνει, υπάρχει και η περήφανη επεξήγηση «Βράχος στην κόκκινη πλημμυρίδα». 

Η τρομοκρατία βέβαια ήταν παρούσα τα χρόνια της μεταπολίτευσης. Βομβιστικές ενέργειες, γιάφκες, συνθήματα, προκηρύξεις. Ομως οι δράστες δεν ήταν αριστεροί που συνέχιζαν την ένοπλη δράση από την περίοδο της δικτατορίας, αλλά χουντικοί και νεοναζί βομβιστές, σε συνεργασία με ιωαννιδικούς αξιωματικούς και παντοειδείς οργανώσεις. Σε διπλανή στήλη καταγράφουμε έναν ενδεικτικό κατάλογο αυτών των ενεργειών που σημάδεψαν την εποχή. Η αστυνομία δυσκολευόταν να αντιμετωπίσει τη δεξιά αυτή τρομοκρατία, εφόσον οι υποψίες και οι έρευνές της στρέφονταν μόνο προς τα αριστερά. 

Η πολιτική βία την περίοδο της μεταπολίτευσης είχε λοιπόν εντελώς διαφορετική σημασία από ό,τι σήμερα. Είναι πολύ δύσκολο στον σημερινό νέο να κατανοήσει ως πολιτική πράξη μια πολιτική δολοφονία, τη στιγμή που έχει κατακτηθεί από όλη την Ευρώπη η κατάργηση της θανατικής ποινής. Θέση για αυτόκλητους «λαϊκούς εκδικητές» δεν υπάρχει στη σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία. 

Ομως το 1974 τα συνθήματα που συγκινούσαν περισσότερο τις λαϊκές διαδηλώσεις ήταν εκείνα που ζητούσαν αυστηρή τιμωρία των ενόχων: «Οι προδότες στο Γουδί», «Δώστε τη χούντα στο λαό», «ΕΣΑ, ΕΣ-ΕΣ, βασανιστές» και «Φόλα στο σκύλο της ΕΣΑ». Η καταδίκη σε θάνατο των πρωταιτίων του πραξικοπήματος ήταν το ελάχιστο μέτρο για την ικανοποίηση του δημόσιου αισθήματος. Ετσι, η βιασύνη του Καραμανλή να μετατρέψει αυθημερόν τον Αύγουστο του 1975 τις θανατικές ποινές της χουντικής τρόικας σε ισόβια ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από ολόκληρη την αντιπολίτευση. Ο Γεώργιος Μαύρος, αρχηγός της «Ενωσης Κέντρου-Νέες Δυνάμεις» ζήτησε έκτακτη σύγκληση της Βουλής, ο Αντρέας Παπανδρέου ζήτησε διάλυση της Βουλής και εκλογές, καταγγέλλοντας συμπαιγνία Καραμανλή-χούντας, η αριστερά διαμαρτυρήθηκε για την αδικαιολόγητη σπουδή να παραχωρηθεί χάρη. 

Η λαϊκή δυσπιστία επιτάθηκε από τις αστείες ποινές που επιβλήθηκαν σε ελάχιστους από τους βασανιστές της Ασφάλειας. Ας διαβάσουμε προσεκτικά τα λόγια του Θόδωρου Πάγκαλου λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Μάλλιου (Δεκέμβριος 1976): 

* «Ισως το γεγονός αυτό μας δίνει την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι έκανε και στην Ελλάδα την εμφάνισή του το γενικό σήμερα στην Ευρώπη φαινόμενο της "συναίνεσης". Μιας συναίνεσης των πάντων μέσα στο κλίμα της οποίας οι μειοψηφίες εξοντώνονται. (Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία, ΡΑΦ, "Κίνημα 2 Ιούνη" κ.λπ. στη Δ. Γερμανία). Φαίνεται λοιπόν ότι έχει δημιουργηθεί κι εδώ μια σιωπηλή ή και ρητή συναίνεση, ένα βόλεμα, που δεν μπορεί κανείς να το κατακρίνει, μια συσπείρωση γύρω από το συμβιβασμό που έφερε τη δημοκρατία στις 24 Ιουλίου.

»Αυτή η συναίνεση διαταράσσεται ξαφνικά από τις πράξεις ορισμένων που είτε είναι προβοκάτορες ή χαφιέδες, είτε έχουν διαφορετική πολιτική αντίληψη: προχωρούν τις θέσεις που κι εμείς υποστηρίζουμε ώς την άκρη. (Επιδιώκουμε εθνική ανεξαρτησία - αλλά ο Γουέλτς ανενόχλητα από τη χώρα μας διευθύνει όλη τη CIA Μέσης Ανατολής. Οι βασανιστές πρέπει να τιμωρηθούν υποδειγματικά - αλλά ο Μάλλιος κυκλοφορεί ελεύθερος).

»Από τη στιγμή που το κράτος δεν επιτελεί στοιχειώδεις λειτουργίες του, δεν μπορούμε να κρίνουμε την πράξη τυπικά, αλλά μόνο στην ουσία της. Πρέπει ή όχι να δρουν ξένοι πράκτορες στην Ελλάδα; Πρέπει ή όχι να τιμωρούνται οι βασανιστές;

»Ασχετα με το πώς κρίνονται από πολιτική σκοπιά οι εκτελέσεις, νομίζω ότι ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε από τον Τύπο και τους εκπροσώπους των κομμάτων το γεγονός είναι ιδιαίτερα ανησυχητικός. Πουθενά δεν πέρασε η αντίδραση του λαού σ' αυτές τις εκτελέσεις. Αποσιωπήθηκαν εντελώς οι επιδοκιμασίες που, απ' ό,τι ακούω, ήταν άμεσες και έντονες. Και ο Τύπος και οι πολιτικοί έπρεπε να απασχοληθούν μ' αυτές. Να τις χαρακτηρίσουν "αγριότητα", "έλλειψη πολιτικής ωριμότητας", να τις πουν σωστές ή λανθασμένες - πάντως όμως να μην αποκλείσουν το διάλογο με τη μάζα».

Οι «προβοκάτορες»

Οι παραχαράκτες της Ιστορίας στηρίζονται σε ένα πραγματικό γεγονός, δηλαδή τη μειοψηφική συμμετοχή του λαού στην ενεργό αντιδικτατορική αντίσταση, για να συκοφαντήσουν το μεταδικτατορικό μαζικό κίνημα. Ομως αν δεν υπήρχε αυτή η μαζική, αυθόρμητη και μη ελεγχόμενη κινητοποίηση του λαού μετά την ανατροπή της χούντας, είναι αμφίβολο αν οι δημοκρατικοί θεσμοί θα είχαν πραγματικά στερεωθεί. Η ηγεμονία της αριστεράς σ' αυτή την κινητοποίηση ήταν αναμφισβήτητη. Ιδιαίτερα στους νεολαιίστικους και φοιτητικούς χώρους δεν υπήρχε άλλη πολιτική δύναμη, εκτός από τις ποικίλες εκφράσεις της αριστεράς που προέκυψαν από την αντίσταση. Τα στελέχη της δεξιάς νεολαίας είχαν πέσει σε ανυποληψία, εξαιτίας της μαζικής συνεργασίας τους με τη δικτατορία. 

* Το επιβεβαιώνει ο ακραιφνής δημοκράτης αλλά και σκληρός δεξιός Γεώργιος Ράλλης στις «Πολιτικές του Εκμυστηρεύσεις 1950-1989» (εκδ. Προσκήνιο, Αθήνα, 1990): «Το μεγάλο πρόβλημα που με απασχολούσε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας είχα επισημάνει ότι το μέγα έγκλημα της χούντας ήταν η αποκοπή των νέων από τις παλαιότερες γενιές. Τόνιζα ότι η αντίθεση των νέων έναντι της δικτατορίας ήταν ενδεχόμενο να τους παρασύρει σε ακραίες κομμουνιστικές θέσεις. Οταν τον Ιούλιο του 1967 με κάλεσε στο υπουργείο Δημοσίας Τάξεως ο τότε υπουργός Τοτόμης για να με απειλήσει, του είχα επισημάνει αυτό το έγκλημα των δικτατόρων. "Με τις ενέργειές σας διαβάλλετε και υπονομεύετε την παράταξή μας, χρησιμοποιώντας ως επί το πλείστον στελέχη μας σε κυβερνητικές θέσεις, κυρίως τη νεολαία μας. Με την πολιτική αυτή θα δημιουργήσετε ένα νέο ΕΑΜ". Το νέο ΕΑΜ δεν έγινε, αλλά χάσαμε σχεδόν το σύνολο της νεολαίας μας» (σελ. 186). 

Ο τρόπος που επέλεξε η καραμανλική πολιτική ηγεσία των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων για να ξεπεράσει αυτό τον δυσμενή πολιτικό συσχετισμό ήταν να δυσφημήσει τους κοινωνικούς αγώνες της περιόδου, ταυτίζοντάς τους με τη δράση των φασιστών και των χουντικών. Ο νεολογισμός «αριστεροχουντισμός» εφευρέθηκε για να συνδέσει -κατά τις παλιές συνήθειες- τα «δύο άκρα», και να απομονώσει τις πιο ριζοσπαστικές μορφές δράσης των εργαζομένων και της νεολαίας από το ευρύτερο κίνημα. Σ' αυτή την παγίδα έπεσαν και οι ηγεσίες των μεγάλων κομμάτων της Αριστεράς που αντιμετώπισαν με δυσπιστία τις δυναμικές και αυθόρμητες κινητοποιήσεις της περιόδου.

Χαρακτηριστική είναι η έκθεση του υπουργού Δημόσιας Τάξης Αναστασίου Μπάλκου, Ιούνιο 1975 για τις «ανατρεπτικές οργανώσεις» που δρούσαν τότε στην Ελλάδα. Οπως μπορεί να φανταστεί κανείς, ο Μπάλκος υποβαθμίζει το ρόλο των φασιστικών ομάδων και προβάλλει κυρίως τις αριστερές, και πρώτα τα δύο κομμουνιστικά κόμματα και τις νεολαιίστικες οργανώσεις τους:

* «Εναντι των δέκα (10) γενικώς ασημάντων και υποτονικών - πλην ελαχίστων γνωστών εκδηλώσεων - "οργανώσεων" της Δεξιάς (φιλοβασιλικών ή φασιστικών), η Αριστερά παρουσιάζει την ακόλουθον εντυπωσιακήν ανάπτυξιν οργανώσεων, με αξιοσημείωτον πολιτικήν δραστηριότητα, έκδοσιν εντύπων, έντονον προπαγάνδαν εις όλους τους τομείς, ακόμη και εις τα Γυμνάσια.

1. ΚΚΕ (εξωτ.) Ενδεκα (11). Εντυπα εξ (6).

2. ΚΚΕ (εσωτ.) Εννέα (9). Εντυπα πέντε (5).

3. Κινεζόφιλος Αριστερά Δέκα οκτώ (18). Εντυπα οκτώ (8).

4. Τροτσκιστική Αριστερά Ενδεκα (11). Εντυπα εξ (6).

5. Οργανώσεις Νέας Αριστεράς Επτά (7). Εντυπα δύο (2).

6. Νεοαναρχική και υπεραριστερή παράταξις Επτά (7). Εντυπα εν (1)

Σύνολον Οργανώσεων Εξήκοντα τρεις (63). Σύνολο Εντύπων Είκοσι οκτώ (28)».

* Οσο για τη φασιστική «Νέα Τάξη» ο Μπάλκος δηλώνει ότι «παρά τον σχετικόν θόρυβον, το Υπουργείον επιμένει ότι δεν έχει διαπιστωθεί η ύπαρξις "οργανώσεως"». Το δε «Κόμμα της 4ης Αυγούστου» «είναι νόμιμον κόμμα, διά την λειτουργίαν του οποίου έχει κατατεθή υπό του Κ. Πλεύρη σχετική δήλωσις εις Αρειον Πάγον». «Περιπτώσεις ανοχής υπό των Σωμάτων Ασφαλείας παρανόμου δραστηριότηττος των οργανώσεων αυτών ουδέποτε προέκυψεν» («Αστυνομικά Χρονικά», Ιούλιος - Αύγουστος 1975). 

Οι λόγοι της παραχάραξης

Για όλα αυτά δεν μας λένε τίποτα οι πολυλογάδες των παραθύρων και των πολύστηλων αφιερωμάτων στις «πηγές της τρομοκρατίας». Η χρήση της 17Ν για την εμπέδωση αυτής της παραφθαρμένης εικόνας της μεταπολίτευσης δεν έχει βέβαια στόχο την ίδια την τρομοκρατία. Αυτό που διακυβεύεται είναι η οριστική δυσφήμηση της Αντίστασης και της αριστεράς. Είναι χαρακτηριστική η ιδεολογική παρέμβαση του Στέλιου Ράμφου με δύο εκτενή άρθρα στην «Καθημερινή», τα οποία έγιναν δεκτά ως «βαθιά ανάλυση» από έναν «πνευματικό άνθρωπο». Αφού με το πρώτο επιχείρησε την ανατομία ενός ανθρώπου που γνώρισε πριν από 40 χρόνια (δίνοντας επιστημονικοφανή χροιά στις λαϊκές «ψυχαναλύσεις» που μας προσφέρονται στα τηλεοπτικά παράθυρα), επιτέθηκε με το δεύτερο στην αριστερά και την Αντίσταση, ταυτίζοντας την «επικράτηση» των ιδεών της αριστεράς κατά τη μεταπολίτευση με τις μαύρες περιόδους της δεξιάς κυριαρχίας (εμφυλιακά και μετεμφυλιακά χρόνια). Εφτασε μέχρι την απρέπεια να ταυτίσει τις ομολογίες των συλληφθέντων ως τρομοκρατών με τη ματωμένη παράδοση του ελληνικού αριστερού κινήματος: «Πόσοι από τους Ελληνες κομμουνιστές δεν συνεργάσθηκαν στενά με τις Αρχές αφ' ότου συνελήφθησαν; Πόσοι δεν έκαναν στη θέα και μόνο του αστυνομικού δηλώσεις μετανοίας;» Η εμπάθεια δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος για όσους επιχειρούν ιστορικές αναλογίες.

 

ΠΑΥΛΟΣ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ
«Ο παρακαπιταλισμός της μεταπολίτευσης»



Η μεταπολίτευση του 1974 όχι μόνο δεν έφερε στη χώρα την πραγματική δημοκρατία, αλλά άφησε αναλλοίωτες τις «παρακαπιταλιστικές» κοινωνικοοικονομικές δομές του παρελθόντος, με αποτέλεσμα κάθε πισωγύρισμα να είναι δυνατό. Αυτά έγραφε, εν έτει 1977, όχι η 17Ν αλλά ο Παύλος Μπακογιάννης, στο βιβλίο του «Ανατομία της ελληνικής πολιτικής» (εκδ. Παπαζήση).

«Ο τρόπος που έγινε η μεταβίβαση της εξουσίας», διαβάζουμε, «εμπεριείχε το στοιχείο του συμβιβασμού», πράγμα που «επηρέασε αποφασιστικά τις εξελίξεις που ακολούθησαν». Κατ' αρχάς, «εμπόδισε την ολοκληρωτική εκκαθάριση του μηχανισμού άσκησης της εξουσίας από τα φιλοδικτατορικά στοιχεία, με συνέπεια όχι μόνο να καθυστερήσει η εκδημοκράτιση, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις, δεν επέτρεψε να γίνει η αρχή για μια τέτοια εξέλιξη. Ο Κων. Καραμανλής απλά "πειθάρχησε" τις ένοπλες δυνάμεις, χωρίς να τις κάνει ακίνδυνες. Ο στρατός όχι μόνο δεν έχει εκδημοκρατιστεί, αλλά δεν άρχισε καν η διαδικασία εκδημοκράτισης» (σελ. 229-30).

Εξίσου καθοριστική είναι η αναβίωση του προδικτατορικού κατεστημένου: «Με τον τρόπο που έγινε η παράδοση της εξουσίας και η εκλογή των δυνάμεων στις οποίες παραδόθηκε, δεν ξαναφάνηκαν στην πολιτική σκηνή μόνο τα γνωστά και πριν από την 21η Απριλίου 1967 πρόσωπα, αλλά πέρασαν άθικτες και οι δομές της παρακαπιταλιστικής κοινωνίας, που κυριαρχούσαν την εποχή εκείνη και που, σε τελευταία ανάλυση, ήταν αυτές που παρήγαγαν το καθεστώς της 21ης Απριλίου 1967. [...] Αλλαγή έγινε μόνο στον τομέα των τυπικών μορφών άσκησης της εξουσίας, ενώ διατηρήθηκαν τα στεγανά και η διάσταση κράτους και κοινωνίας που χαρακτήριζαν τη μεταπολεμική ζωή του τόπου. Το σύστημα που εγκαθιδρύθηκε, ύστερα από την 24η Ιουλίου 1974, είναι ένα καθεστώς κρατικού πατερναλισμού, με κατοχυρωμένες τις νομικές δυνατότητες αυταρχικής του εξέλιξης, που ενισχύονται ακόμα περισσότερο, με τον τρόπο που ασκεί την εξουσία ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας» (σελ. 232-3, 237).


(Ελευθεροτυπία, 29/9/2002)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ