ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ


Αρθρο 97, παράγραφος 1

1. / 2.   

Ούτε οι δημοκρατίες, ούτε τα αυταρχικά καθεστώτα, ούτε και οι δικτατορίες μπορούν να χωνέψουν την έννοια του πολιτικού εγκλήματος. Μια παλιά συνταγματική αρχή, από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, κινδυνεύει τώρα να πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων, στο όνομα του πολέμου κατά της τρομοκρατίας...  
 

Η συζήτηση περί του πολιτικού ή μη χαρακτήρα των εγκλημάτων της τρομοκρατίας, κυριαρχείται από πρόχειρα και ηθικολογικά στερεότυπα, καταντώντας να φαίνεται σαν μια ανταλλαγή αφορισμών, μεταξύ φανατικών υπερασπιστών, απ' τη μια, και πολέμιων των τρομοκρατών, από την άλλη. 

Κι όμως, λίγο πριν από τη σύλληψη των κατηγορουμένων για τη 17Ν, ελάχιστοι πίστευαν ότι η δράση των τρομοκρατών δεν είχε πολιτικό χαρακτήρα, δίχως αυτή η θέση, που κατά κόρον εκφραζόταν επί 27 χρόνια, να θεωρήθηκε ποτέ «ύβρις» - όπως σήμερα ισχυρίζεται ο υπουργός Δικαιοσύνης Φίλιππος Πετσάλνικος και ολόκληρο σχεδόν το πολιτικοδημοσιογραφικό προσωπικό της χώρας.

Ανάμεσα στις λίγες νηφάλιες φωνές, που επιμένουν στην επιστημονική και την πολιτική τους άποψη για το χαρακτήρα των εγκλημάτων των τρομοκρατών, είναι ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Φοίβος Ιωαννίδης. Κρατούμενος πολλά χρόνια στα κελιά της χούντας, γνωρίζει πολύ καλά τη σημασία και τις ευρύτερες προεκτάσεις που έχει για τη δημοκρατία η εύκολη αποδοχή ή η απόρριψη τέτοιων δύσκολων νομικών εννοιών. Οι απόψεις του κ. Ιωαννίδη δεν είναι σημερινές. Τις υποστήριζε πάντοτε και, όπως είναι γνωστό, και κατά τη «συνοπτική διαδικασία» ψήφισης του πρόσφατου «τρομονόμου» (2928/2001).

* «Ο όρος "πολιτικό έγκλημα" είναι συνταγματικός όρος (σ.σ. άρθρο 97 Σ). Δεν τον γέννησα ούτε εγώ, ούτε κάποιος ιδιόρρυθμος αριστερίζων. Δεν είναι καινοφανής όρος», μας λέει ο κ. Ιωαννίδης, θυμίζοντας την προέλευσή του από τα πρώτα, μετά τη Γαλλική Επανάσταση, συντάγματα. «Τα Συντάγματά μας πάντοτε καθόριζαν και την αρμοδιότητα των δικαστηρίων που εκδικάζουν τα πολιτικά εγκλήματα, καθώς και τη δυνατότητα της κυβέρνησης να παρέχει αμνηστία, ειδικά και μόνο σε αυτά».

* Οπως όμως είναι γνωστό, το Σύνταγμα δεν ορίζει ποιο είναι ακριβώς το πολιτικό έγκλημα. Αυτό έχει αφεθεί στην επιστήμη και στη νομολογία. «Εχουν γραφτεί τόμοι επ' αυτού, έχουν αναπτυχθεί οι τρεις θεωρίες -η υποκειμενική, η αντικειμενική και η μεικτή- και υπάρχει σειρά αποφάσεων ημεδαπών και αλλοδαπών δικαστηρίων». Η υποκειμενική στέκεται στο αν τα κίνητρα του εγκλήματος είναι πολιτικά. Στην αντικειμενική, πολιτικό είναι το έγκλημα που στρέφεται ευθέως κατά της πολιτειακής τάξης, κατά του πολιτεύματος. 

* Τον κ. Ιωαννίδη τον εκφράζει περισσότερο η μεικτή θεωρία, «η οποία δέχεται ως βασικό κριτήριο το κίνητρο, αλλά το συναρτά και με το εάν η συνολική δραστηριότητα του εγκληματία, αμέσως ή εμμέσως, προσβάλλει την πολιτειακή τάξη, την αυθεντία της πολιτείας, το πολίτευμα. Αλλά και τότε, όταν έχουμε σύνθετο ή μεικτό πολιτικό έγκλημα, χρειάζεται να υπάρχει και η αναλογία της πράξης με τον επιδιωκόμενο στόχο».

* Σε κάθε περίπτωση, κανένα δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να κρίνει επιεικέστερα τα πολιτικά εγκλήματα: «Ενα πολιτικό έγκλημα, όταν είναι μεικτό ή σύνθετο, όταν δηλαδή προσβάλλει και άλλα έννομα αγαθά, ενδεχομένως και υψίστης σημασίας όπως είναι η ανθρώπινη ζωή, όταν παραβιάζει τους κανόνες του ποινικού δικαίου, άσχετα αν όντως τα κίνητρα είναι πολιτικά ή η στόχευση είναι κατά του πολιτεύματος, δεν κρίνεται διαφορετικά από το δικαστήριο». 

* Στην περίπτωση των πράξεων των κατηγορουμένων ως μελών της 17Ν, ο συνομιλητής μας θεωρεί ότι πρόκειται για σύνθετα πολιτικά εγκλήματα. «Η δολοφονία ενός πολιτικού, με πολιτική στόχευση, δολοφονία που επιδιώκει και πολιτική παρέμβαση, είναι αναντίρρητα πολιτικό έγκλημα και, αντίθετα απ' ό,τι πιστεύουν ορισμένοι, πιθανόν να κρίνεται πιο αυστηρά από μια ανθρωποκτονία του κοινού ποινικού δικαίου. Μπορεί να τιμωρηθεί βαρύτερα, ενόψει της επικινδυνότητας που εμπεριέχει. Το να αφαιρείται η ζωή ενός ανθρώπου, για λόγους π.χ. ερωτικής αντιζηλίας, ή προσβολής κ.λπ., οσοδήποτε μεγάλο κακό κι αν είναι, είναι μια πράξη προφανώς μεγάλης βαρύτητας, αλλά οι συνέπειές της δεν έχουν τέτοια κοινωνική επικινδυνότητα όσο οι συνέπειες από τη δολοφονία ενός πολιτικού. Διότι, σ' αυτή την περίπτωση, πέρα από την αφαίρεση του πιο πολύτιμου αγαθού, της ζωής ενός οποιουδήποτε ανθρώπου, μπορεί να έχουμε πολλαπλασιαστικές και βαρύτατες συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο. Θυμίζω ότι από τη δολοφονία του αρχιδούκα στο Σεράγεβο οδηγηθήκαμε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο». 

Ολα τα παραπάνω κλονίζουν, ουσιαστικά, κάθε επιχείρημα όσων με πάθος υποστηρίζουν ότι, αν ένα έγκλημα χαρακτηριστεί πολιτικό, αυτομάτως αποκτά ενός είδους ηθικό έρεισμα, σε αντίθεση με τα κοινά ποινικά εγκλήματα. 

* «Κανείς δεν υποστηρίζει ότι επειδή η δολοφονία του αείμνηστου Μπακογιάννη είναι πολιτική δολοφονία, οι ένοχοι θα πρέπει να τιμωρηθούν λιγότερο από όσο στη δολοφονία του αστυφύλακα Μάτη, για να φέρω ένα άλλο παράδειγμα που, κατά τη γνώμη μου, δεν αποτελεί πολιτικό έγκλημα - διότι υπερβαίνει την αναλογικότητα που πρέπει να έχει η δράση και δεν συναρτάται, κατ' ανάγκην, με την πολιτική στόχευση των όποιων άλλων πράξεων».

Η τήρηση του συντάγματος

Η συζήτηση, αναπόφευκτα, έρχεται στο ζήτημα της αρμοδιότητας του δικαστηρίου, στον υφιστάμενο «τρομονόμο», καθώς και στην επίκληση από πολλούς του νόμου 1789/88 με τον οποίο κυρώθηκε η «Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την καταστολή της τρομοκρατίας». 

* «Εάν δεχτεί κανείς ότι οι κατηγορούμενοι έχουν διαπράξει πολιτικά εγκλήματα, τότε, είναι σαφέστατο, το Σύνταγμα ορίζει ότι πρέπει να δικαστούν από μεικτό ορκωτό δικαστήριο και, συνεπώς, η διάταξη του νόμου κατά του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας, που αφαιρεί από το μεικτό ορκωτό την αρμοδιότητα για την εκδίκαση τέτοιων εγκλημάτων και την υπάγει στο αμιγές δικαστήριο των Εφετών, είναι, κατά τη γνώμη μου, αντισυνταγματική». 

* Ως προς την περίφημη Ευρωπαϊκή Σύμβαση, ο κ. Ιωαννίδης είναι κατηγορηματικός, για δύο λόγους: 

«Κατ' αρχήν, καμία σύμβαση, όπως και κανένας νόμος, δεν είναι πάνω από το Σύνταγμα. Η δε συγκεκριμένη σύμβαση δεν αναφέρεται στο ποιο είναι πολιτικό έγκλημα και αν είναι ή δεν είναι η τρομοκρατία πολιτικό έγκλημα. Αναφέρεται μόνο στη δυνατότητα εκδόσεως σε άλλη χώρα».

Οπως είναι γνωστό, πολλά παίζονται γύρω από τον προσδιορισμό της έννοιας «τρομοκρατία», ιδίως στην παρούσα περίοδο, μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Η αδυναμία ενός γενικά αποδεκτού νομικού προσδιορισμού της, κατά τον βουλευτή, υποδηλώνει την πολυπλοκότητα του φαινομένου αλλά και τις επικίνδυνες παρενέργειες που περιέχει κάθε προσπάθεια διαμόρφωσης και δίωξης ενός τέτοιου «ιδιώνυμου εγκλήματος». 

* «Δεν μπορεί να βρεθεί ορισμός κοινά αποδεκτός και τέτοιος που, εγώ που σας μιλώ π.χ., ενώ έχω βάλει βόμβες, ενώ έχω συλληφθεί με όπλα, με αυτόματα, με σφαίρες -την ώρα που σχεδιάζαμε τη δολοφονία του κλιμακίου της χουντικής κυβέρνησης στην Κρήτη-, να μπορώ να απαντήσω ...αν, τελικά, είμαι ή δεν είμαι τρομοκράτης. Εάν δεχτεί κανείς ότι με βάση τις συγκεκριμένες πράξεις που κατηγορήθηκα είμαι τρομοκράτης, τότε, όποιος μπορεί να κλέψει για να κρατήσει διά της βίας την εξουσία... με γειά του, με χαρά του. Ούτε δημοκρατία, ούτε ελευθερίες, ούτε τίποτα. Και οι Παλαιστίνιοι τρομοκράτες, και ο Κολοκοτρώνης, με το "φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους", τρομοκράτης που έσφαζε και Ελληνες... Οταν έχεις τη βία από πάνω σου, όταν ο άλλος με το έτσι θέλω σε κάνει σκλάβο, βεβαίως και πρέπει να αντιδράσεις. Στην αρχαία Αθήνα υπήρχε το ψήφισμα του Δημοφάντους που νομιμοποιούσε προκαταβολικά την τυραννοκτονία και έδινε, μάλιστα, εξέχουσα θέση στον τυραννοκτόνο».

Εγκλημα και δημοκρατία

* Σήμερα, πολλοί δεν ανέχονται το πολιτικό έγκλημα, λέγοντας ότι σε μια δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει. «Ηθικοπολιτικά, στη δική μου σκέψη», μας λέει ο κ. Ιωαννίδης, «στις χώρες όπου ισχύουν οι εγγυήσεις των ατομικών ελευθεριών, των ατομικών δικαιωμάτων, των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οι πολιτικές ελευθερίες, δεν νομιμοποιείται κανείς να χρησιμοποιεί βία. Να βγει να πείσει για τις απόψεις του. Προπαντός, δεν νομιμοποιείται στην άσκηση ατομικής τρομοκρατίας. Είναι άλλο πράγμα ο πολιτικός αγώνας που μπορεί ακόμα να υπερβαίνει και τα όρια του νόμου -να διαδηλώνω π.χ. στους δρόμους, παραβιάζοντας διατάξεις του ποινικού νόμου, όπως η παρακώλυση συγκοινωνιών, αδίκημα για το οποίο επίσης έχω καταδικαστεί- και είναι άλλο πράγμα η ατομική τρομοκρατία στο σκοτάδι. Η ατομική τρομοκρατία, και μάλιστα με τη μορφή των ανθρωποκτονιών, ουδέποτε έφερε αγαθά αποτελέσματα».

Η κουβέντα πήγε στις καταλήψεις των δρόμων από τους αγρότες, στην Ν.Δ. που, τότε, ζητούσε την παραγραφή των αδικημάτων, έχοντας απέναντι τον Αρειο Πάγο ο οποίος επέμενε ότι δεν επιτρέπεται η αμνήστευση μη πολιτικών εγκλημάτων κ.ο.κ. Και έτσι, σχετικοποιώντας τους νομικούς χαρακτηρισμούς, φτάσαμε στην κατάληψη της νομαρχίας του Ηρακλείου της προδικτατορικής περιόδου και στα «τρομοκρατικά εγκλήματα» εκείνης της εποχής για τα οποία καταδικάστηκε ο Λεωνίδας Κύρκος ως «ηθικός αυτουργός», χρόνια αργότερα, όταν με το πραξικόπημα δεν είχε πια τη βουλευτική του ασυλία. 

* «Από τακτικούς δικαστές καταδικάστηκε ο Λ. Κύρκος, όπως τακτικοί ήταν και οι δικαστές -τριμελές συμβούλιο πλημμελειοδικών- που χαρακτήρισαν τον Σπύρο Πλασκοβίτη, τον συγγραφέα, τον σύμβουλο της Επικρατείας, ως επικίνδυνο», θυμάται ο κ. Ιωαννίδης.

Τα προβλήματα για τις δημοκρατικές και τις ατομικές ελευθερίες που, και σήμερα, δημιουργούν οι κατασταλτικές απόψεις για την πάταξη της τρομοκρατίας, έφεραν στη μνήμη του συνομιλητή μας όχι μόνο την κόντρα του με τον υπουργό Δημόσιας Τάξης, αλλά και άλλες, απωθημένες ιστορίες. 

* «Κατηγορούμαι διότι, κατά τη συζήτηση του σχετικού νόμου, όταν ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης είπε ότι στην πράξη θα δούμε τη λειτουργία του νόμου αυτού, τον διέκοψα κι απάντησα ότι "αυτή την πράξη φοβάμαι". Μα τους νόμους άνθρωποι τους χειρίζονται. Κάποιοι άνθρωποι τους ερμηνεύουν. Τα δικαστήρια θα κρίνουν και αυτά που σας λέω, ανάλογα με τη συγκρότησή τους, με τη γενναιότητά τους. Αυτά έλεγα στη Βουλή και δέχτηκα ένα είδος ιδεολογικής τρομοκρατίας, επειδή διαφωνώ. 

»Οποιος εκφράζει επιφυλάξεις για κάποιο από τα επιμέρους θέματα που ρυθμίζει ο νόμος αυτός, χαρακτηρίζεται αμέσως ως "συνοδοιπόρος των τρομοκρατών". Το παλιό "συνοδοιπόρος" που το είχα υποστεί, έχει μετατραπεί τώρα, όχι του κομμουνισμού, αλλά του νέου μπαμπούλα που βρέθηκε, "της τρομοκρατίας". Δείτε, όμως, πώς έχουν κατά καιρούς ερμηνεύσει τα περί πολιτικού εγκλήματος τα δικαστήρια, μηδέ του Αρείου Πάγου εξαιρουμένου. Στα παλιά συντάγματα, όπου ίσχυε η θανατική ποινή, υπήρχε διάταξη που έλεγε "θανατική ποινή επί πολιτικών εγκλημάτων, πλην των συνθέτων, ουδέποτε επιβάλλεται". Και ερχόταν ο Αρειος Πάγος να νομολογεί ότι δεν είναι πολιτικό έγκλημα η προσπάθεια ανατροπής του καθεστώτος, επειδή έτσι θα μπορούσαν να εκτελούνται οι κομμουνιστές για παράβαση του νόμου 509, χωρίς να υπάρχουν πράξεις, χωρίς να είναι σύνθετο πολιτικό έγκλημα». 

Θέσαμε υπόψη του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ την άποψη της Αν Μπέρλεϊ, ιστορικού στελέχους της «Διεθνούς Αμνηστίας», ότι «τα μέλη της "17Ν" είναι πολιτικοί κρατούμενοι, αλλά όχι κρατούμενοι συνείδησης», χωρίς αυτό να τροποποιεί σε τίποτα την ποινική τους μεταχείριση ή τη ζωή τους στη φυλακή, σε σχέση με όσα προβλέπονται για όλους τους κρατουμένους. 

* «Ο όρος πολιτικός κρατούμενος, ούτως ή άλλως, δεν είναι νομικός. Δεν υπάρχει σε κανένα νομικό κείμενο. Κατά την πολιτική μου επομένως γνώμη, ο πολιτικός κρατούμενος είναι ο κρατούμενος συνείδησης που διώκεται για τις ιδέες του ή για τις πεποιθήσεις του, καθώς κι εκείνος που αγωνίζεται, με όποιο μέσο κι αν χρησιμοποιεί, σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου του Συντάγματος, του 114 παλαιότερα, σήμερα του 120, για την ανατροπή τυραννικού καθεστώτος, για την αποκατάσταση των θεμελιωδών ελευθεριών και της δημοκρατίας. Συνεπώς, δεν θα θεωρούσα τους συγκεκριμένους κρατούμενους, που έχουν ομολογήσει πράξεις βαρύτατης εγκληματικότητας, ως πολιτικούς κρατούμενους. Αλλά αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Διότι δεν υπάρχει και καμιά διάκριση στη μεταχείριση που να προκύπτει από κανένα νομικό κείμενο».

Στην πράξη, ωστόσο, ο καθένας διαπιστώνει ότι οι κρατούμενοι για την υπόθεση της «17Ν» υφίστανται ορισμένες διακρίσεις, σε σχέση με τους άλλους φυλακισμένους, με σοβαρότερη την ουσιαστική απομόνωση του φερόμενου ως αρχηγού τους. 

Η πάγια θέση της «Διεθνούς Αμνηστίας» για τις συνθήκες κράτησης οποιουδήποτε φυλακισμένου είναι σαφής και στρέφεται εναντίον της παρατεταμένης απομόνωσης, ή ακόμα και της απομόνωσης μικρών ομάδων, καθεστώς που μπορεί να προκαλέσει διάφορες διανοητικές, ψυχικές και σωματικές διαταραχές.

(Ελευθεροτυπία, 6/10/2002)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ