ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ


Τα γονίδιά μας στη Βουλή

1. / 2.   

Παραμονές Χριστουγέννων, το ελληνικό κοινοβούλιο αποφαίνεται για τις ανθρώπινες "άμωμες συλλήψεις" και ρυθμίζει τη χρήση των νέων τεχνολογιών της αναπαραγωγής.  
 

Ο δημόσιος διάλογος που συνόδευσε την κατάθεση, συζήτηση και ψήφιση του νομοσχεδίου με τίτλο «Ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή» διαθέτει ασφαλώς μια διεθνή πρωτοτυπία: πραγματοποιήθηκε ουσιαστικά ερήμην των γυναικών. 

Με εξαίρεση μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού γυναικείες φωνές, τόσο εντός, όσο και εκτός Κοινοβουλίου, οι άμεσα ενδιαφερόμενες γυναίκες υπήρξαν κυριολεκτικά απούσες από τη διαδικασία ρύθμισης ζητημάτων που τις αφορούν, αν όχι περισσότερο, τουλάχιστον εξίσου με τους άνδρες. 

Γιατί, όπως και να το κάνουμε, περί γυναικών κατά κύριο λόγο φλυάρησαν, όλον αυτό τον καιρό, ακατάπαυστα οι άνδρες -πολιτικοί, εκκλησιαστικοί παράγοντες και επιστήμονες- που έκριναν απαραίτητο να συνεισφέρουν την άποψή τους ενόψει της ψήφισης του νομοσχεδίου. 

Μόνο για μια στιγμή φάνηκε να σπάει η σιωπηρή γυναικεία συναίνεση στην ανδρική μονοπώληση της συζήτησης. Καθώς συνεχιζόταν η κατ' άρθρο εξέταση του νομοσχεδίου και το ερώτημα ήταν μέχρι ποια ηλικία θα επιτρέπεται στις γυναίκες να καταφεύγουν στις νέες αναπαραγωγικές τεχνολογίες, η στάση πολλών ανδρών βουλευτών να θεωρούν αυτονόητο ότι οι άνδρες μπορούν να τεκνοποιούν ώς τα βαθιά γεράματά τους, ενώ οι γυναίκες οφείλουν να περιοριστούν στη «φυσική» αναπαραγωγική τους ηλικία, προκάλεσε την αντίδραση της Χριστίνας Σπυράκη και, δευτερευόντως, της Αννας Ψαρούδα-Μπενάκη. Η παρατήρηση της πρώτης ότι «η Βουλή ανδροκρατείται» όξυνε το κλίμα, έως ότου ο προεδρεύων Παναγιώτης Σγουρίδης έσπευσε να παρακάμψει τον απρόβλεπτο σκόπελο, ζητώντας από όλους να αφήσουν τον υπουργό Δικαιοσύνης να ολοκληρώσει την τοποθέτησή του, «γιατί έχει και ταξίδι» (27/11). 

*Οπως και να έχει, η συζήτηση και ψήφιση του νομοσχεδίου (από όλες τις πτέρυγες, πλην ΚΚΕ, που περιορίστηκε να δηλώσει «παρών») κύλησε ειρηνικά, σε σημείο που όλοι να συγχαίρουν εαυτούς και αλλήλους για το «υψηλό επίπεδο» της συγκεκριμένης κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης. 

Σύμπνοια ή αμηχανία;

«Από τις καλύτερες στιγμές της Βουλής», τη χαρακτήρισε ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Φοίβος Ιωαννίδης, ενώ, αντίστοιχα εγκώμια ακούστηκαν από όλες τις πλευρές, αλλά και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που τη φορά αυτή ματαίως περίμεναν τις υποβόσκουσες διαφωνίες να εξελιχθούν σε σοβαρές κόντρες, ικανές να δώσουν τροφή στα δημοσιεύματα της επομένης.

*Αντίστοιχη πορεία ακολούθησε και η προαναγγελθείσα σύγκρουση με την Εκκλησία, η οποία στην πραγματικότητα δεν συνέβη ποτέ. 

Είναι αλήθεια ότι ο αρχιεπίσκοπος είχε σπεύσει λίγες ημέρες μετά την κατάθεση του νομοσχεδίου να ζητήσει την άμεση απόσυρσή του και, σε διαφορετική περίπτωση, την καταψήφισή του, με βασικό επιχείρημα ότι περιέχει ρυθμίσεις που υπονομεύουν τον οικογενειακό θεσμό. Τις ημέρες εκείνες, με ομιλία του στο συνέδριο του Κέντρου Στήριξης της Οικογένειας (19/9), ο αρχιεπίσκοπος αναπόλησε την παραδοσιακή οικογένεια, στην οποία ο φτωχός πατέρας εξασφάλιζε το κρέας για το ψητό της Κυριακής, και επιτέθηκε στις φεμινίστριες για τις αντιχριστιανικές θέσεις τους, υπεύθυνες για τα «εκφυλιστικά φαινόμενα που παρατηρούνται στην οικογένεια». 

Την επομένη, τα μέσα προδίκαζαν ένα νέο γύρο αντιπαράθεσης πολιτείας-Εκκλησίας, αντίστοιχης βιαιότητας με εκείνον περί ταυτοτήτων. 

Επεσαν έξω: ο υπουργός Δικαιοσύνης Πετσάλνικος έδειξε τη φορά αυτή αποφασισμένος να πείσει για τις καλές προθέσεις της κυβέρνησης απέναντι στην άποψη της Εκκλησίας και δήλωσε έτοιμος να δεχθεί τις βασικές υποδείξεις της (να αλλάξει η ορολογία και να εγκαταλειφθεί ο «ουδέτερος» όρος «γενετικό υλικό», ώστε το γονιμοποιημένο ωάριο να αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη φειδώ, να μην επιτρέπεται η προσφυγή στις νέες αναπαραγωγικές τεχνολογίες από ομοφυλόφιλα άτομα κ.ο.κ.). Εξάλλου, η συζήτηση στην ολομέλεια απέδειξε ότι οι απόψεις της Εκκλησίας ουδέποτε υπήρξαν περισσότερο παρούσες: πολλοί βουλευτές, κυρίως της Ν.Δ., τις επανέφεραν κατά τη συζήτηση, ενώ οι κυβερνητικοί παράγοντες ανέτρεχαν διαρκώς σε αυτές, προκειμένου να δείξουν ότι τις παίρνουν σοβαρά υπόψη.

Ετσι, λοιπόν, οι πάντες δηλώνουν ικανοποιημένοι που το νομοσχέδιο για τη ρύθμιση των ζητημάτων που συνδέονται με τις νέες αναπαραγωγικές τεχνολογίες συζητήθηκε και ψηφίστηκε σε ένα κλίμα γενικής λίγο πολύ συμφωνίας, χαμηλών τόνων και «υψηλού επιπέδου» (βλέπε ήρεμης ανταλλαγής απόψεων, γιατί από κοτσάνες ακούστηκαν κάμποσες). Να μας επιτραπεί να μη συμμεριζόμαστε τη γενική αυτή ικανοποίηση. Οχι ότι οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις, πέρα από τις όποιες επιμέρους διαφωνίες, δεν έρχονται να καλύψουν, και μάλιστα με καθυστέρηση, ένα σοβαρό νομοθετικό κενό. 

Υποψιαζόμαστε, ωστόσο, ότι η πολυδιαφημισμένη συναίνεση των πατέρων της Βουλής -οι μητέρες της, το σημειώσαμε ήδη, υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό αόρατες- οφείλεται περισσότερο στην αμηχανία τους μπροστά στα προβλήματα που προκύπτουν από τις γενετικές τεχνολογίες και λιγότερο στη βεβαιότητά τους για τους σωστούς τρόπους επίλυσής τους. 

Είναι αλήθεια ότι η συζήτηση γύρω από τη σκοπιμότητα ή μη των (όλο και πιο) νέων τεχνολογιών της αναπαραγωγής έχει προκαλέσει διεθνώς μια απίστευτη διαμάχη που εμπλέκει εμπειρογνώμονες πάσης φύσεως, θρησκευτικούς και πολιτικούς παράγοντες, φεμινίστριες, θεωρητικούς κ.ο.κ. Η διαμάχη αυτή, που διαρκεί σχεδόν είκοσι χρόνια και δεν λέει να καταλαγιάσει, έχει ήδη δείξει τα όρια και τα κενά των δύο ακραίων θέσεων, εκείνης δηλαδή που θεωρεί τις γενετικές τεχνολογίες πανάκεια και εκείνης που τις ταυτίζει με εφιάλτη. Στο ενδιάμεσο, όμως, των δύο αυτών απόλυτων στάσεων, μια ποικιλία προσεγγίσεων προσπαθεί να διερευνήσει τρόπους χρήσης των νέων αναπαραγωγικών τεχνολογιών που να λειτουργούν απελευθερωτικά, δίνοντας τη δυνατότητα σε γυναίκες και άνδρες να αποκτούν, εφόσον το επιθυμούν, παιδιά που, κι αυτά με τη σειρά τους, δεν θα έχουν να αντιμετωπίσουν το στίγμα κάποιας υποτιθέμενης διαφορετικότητας. Εξίσου, όμως, ψύχραιμες απόψεις αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό την όλη υπόθεση, θεωρώντας ότι είναι αδύνατη η απεμπλοκή των νέων αυτών αναπαραγωγικών πρακτικών από τις επιταγές της «ελεύθερης αγοράς», οι οποίες στην περίπτωση των λεγόμενων παρένθετων («δανεικών») μητέρων οδηγούν συνήθως και στην απόλυτη εμπορευματοποίηση του γυναικείου σώματος. 

Η εκδίκηση του βιολογισμού

Είναι προφανές ότι τα πράγματα δεν είναι απλά. Η υποβοηθούμενη, ωστόσο, αναπαραγωγή είναι ήδη μια πραγματικότητα: στην Ελλάδα υπολογίζονται σε 15.000 τα ζευγάρια που κάθε χρόνο καταφεύγουν στα ειδικά ιατρικά κέντρα, ενώ το 2%-2,5% των γεννήσεων οφείλεται πλέον στις μεθόδους των νέων αναπαραγωγικών τεχνολογιών. Με την έννοια αυτή, δεν έχει απολύτως κανένα νόημα να επιμείνει κανείς σε μια γενικόλογη καταδίκη τους από «θέσεις αρχής». 

Ούτως ή άλλως, η προσφυγή στις γενετικές τεχνολογίες θέτει σειρά ζητημάτων τα οποία, όπως αποδείχθηκε και κατά τη σχετική συζήτηση στη Βουλή, ζητούν άμεση αντιμετώπιση. Το σημαντικότερο από αυτά αφορά ασφαλώς την αναγνώριση μορφών συγγένειας που δεν βασίζονται υποχρεωτικά στη «βιολογική καταγωγή» ή τη «γενετική αλήθεια», αλλά στη βούληση ενός ατόμου, άνδρα ή γυναίκας, να θεωρήσει παιδί του ένα παιδί το οποίο «κατάγεται» από έναν/μία ανώνυμο/ανώνυμη, για παράδειγμα, δότη σπέρματος ή δότρια ωαρίου, ή που κυοφορήθηκε από μια ξένη προς το ζευγάρι γυναίκα. Από την άποψη αυτή οδηγούμαστε υποχρεωτικά σε έναν επαναπροσδιορισμό της οικογένειας, η οποία αποσυνδέεται από τα δεσμά της «κλασικής» συγγένειας για να περιλάβει και δεσμούς «κοινωνικοσυναισθηματικούς» σε ισοτιμία με τους στενά «βιολογικούς». 

Θα υπέθετε, επομένως, κανείς ότι οι νέες αυτές μορφές συγγένειας, οι οποίες ρυθμίζονται με το νέο νομοσχέδιο περί υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, γίνονται αντιληπτές ως ένα βήμα «αποβιολογικοποίησης» της οικογένειας, οδηγώντας σε νέους ορισμούς της πατρότητας και, κυρίως, της μητρότητας. Κι όμως, όπως προκύπτει από την προσεκτική ανάγνωση των πρακτικών της Βουλής, οι εναλλακτικές αυτές μορφές συγγένειας αντλούν τη νομιμοποίησή τους από ένα λόγο που παραμένει προσκολλημένος στις πιο παραδοσιακές αντιλήψεις για το «βιολογικό πεπρωμένο» των ανθρώπων, κυρίως των γυναικών. 

*Ιδού, για παράδειγμα, πώς αιτιολόγησε ο Αθ. Ασκητής, εισηγητής της πλειοψηφίας, τη θέσπιση της δυνατότητας των άγαμων γυναικών να καταφεύγουν στις νέες αναπαραγωγικές τεχνολογίες: «Διατυπώθηκαν επιφυλάξεις και από την Εκκλησία για την άγαμη γυναίκα. Υποστηρίξαμε κι εμείς την άποψη ότι σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει οικογένεια. Ομως, θέλω να σας πληροφορήσω σαν ψυχίατρος ότι οι άγαμες γυναίκες που οδηγήθηκαν στην απόκτηση παιδιού χωρίς σύντροφο, διεκδίκησαν μετά τη γέννηση του παιδιού τους ένα σύντροφο πατέρα και έφτιαξαν θετικές οικογένειες, προσφέροντας τη θαλπωρή και την οικογενειακή χαρά στο παιδί τους. Ετσι, δεν καταδικάστηκαν στο να μείνουν άτεκνες και στο μεγαλύτερο ποσοστό καταθλιπτικές στη μέση ηλικία της ζωής τους, δεδομένου ότι η γυναίκα γεννιέται μάνα, σαν να έχει αυτήν την πληροφορία του γενετικού κώδικα από το DNA της. Η μη απόκτηση παιδιού την οδηγεί πολλές φορές στη στέρηση, στη μοναξιά, στην κατάθλιψη και στην απελπισία να ψάχνει μετά τα εξήντα της χρόνια τρόπους και ιατρικές παρεμβάσεις για να αποκτήσει ένα παιδί τότε, που φυσικά είναι αργά» (21/11). 

*«Η αναπαραγωγή του είδους εμπεριέχεται σαν πληροφορία στα γονίδια της γυναίκας και μετά την κάλυψη της ανάγκης για επιβίωση δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό, πιο ηθικό και πιο ωραίο από την ανάγκη της γυναίκας να γίνει μητέρα, από την ανάγκη της αναπαραγωγής», αποφάνθηκε από την πλευρά του ο βουλευτής Δημ. Λιντζέρης (26/11).

Δεν έχει νόημα να συνεχίσουμε με αντίστοιχα παραθέματα. Είναι βέβαιο ότι στη Βουλή επιστρατεύτηκαν οι πλέον ουσιοκρατικές αντιλήψεις για τη μητρότητα (και όχι για την πατρότητα), αλλά και οι πλέον πατροπαράδοτες απόψεις για την οικογένεια, προκειμένου να στηριχθούν ιδεολογικά ρυθμίσεις που έρχονται ακριβώς να θεσμοθετήσουν οικογενειακές σχέσεις που, θεωρητικά τουλάχιστον, θα όφειλαν να θέτουν σε αμφισβήτηση την παντοδυναμία των βιολογικά ή γενετικά καθορισμένων «δεσμών του αίματος». 

Ισως εδώ, στην ιδεολογική δηλαδή στήριξη του νομοσχεδίου, να βρίσκεται και το μυστικό του περίφημου συναινετικού κλίματος που χαιρέτισαν με ενθουσιασμό όλες οι πτέρυγες της Βουλής. Αλλά και η συστηματική αναφορά στο «οξύ δημογραφικό πρόβλημα» και τη μερική, έστω, αντιμετώπισή του μέσω των νέων αναπαραγωγικών τεχνολογιών (!) υπήρξε ένα τέχνασμα που πρέπει να διευκόλυνε αρκετούς βουλευτές να τοποθετηθούν θετικά απέναντι σε μια υπόθεση που, αν μη τι άλλο, υπόσχεται να προσφέρει μερικά ακόμη παιδιά στην «άτεκνη χώρα». 

*Ετσι, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που τόλμησαν να εκφράσουν ρητά την αντίθεσή τους στις συζητούμενες διευθετήσεις. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουμε τη ρητή διατύπωση του Νικ. Κατσαρού, βουλευτή της Ν.Δ.: «Εγώ θα έλεγα ότι είναι ο σοβαρότερος νόμος που ψηφίζεται τα τελευταία είκοσι χρόνια, γιατί εδώ αλλοιώνεται η μορφή της οικογένειας, όπως την εννοεί και την προστατεύει το σύνταγμα, αλλά και όπως την εννοεί η κοινωνία μας. Εδώ πλέον θα γεννιούνται παιδιά εκτός του οίκου και εκτός του γένους. Θα υπάρχει μία ιδιόρρυθμη, αν θέλετε, μορφή συμβίωσης και συγκρότησης μιας ομάδας ανθρώπων, που δεν θα έχει καμία σχέση με την οικογένεια» (26/11). 

Νίκη της πατρότητας;

Η αντίφαση, ωστόσο, που διαπιστώθηκε στη συζήτηση του νομοσχεδίου για την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή στο ελληνικό Κοινοβούλιο διαπερνά και τη διεθνή διαμάχη γύρω από τις νέες γενετικές τεχνολογίες: με τη ρύθμιση των νέων οικογενειακών σχέσεων, η «βιολογική συγγένεια» βγαίνει από την πόρτα για να περάσει από το παράθυρο. Οπως έχει ήδη διαπιστωθεί, σε πολλές περιπτώσεις προσφυγής στις νέες αναπαραγωγικές τεχνολογίες, το ζητούμενο είναι η εξασφάλιση της γενετικής πατρότητας (μέσω του σπέρματος του συζύγου ή συντρόφου) και η αποδοχή από τη σύζυγο ή σύντροφο του «κοινωνικοσυναισθηματικού δεσμού» της με το παιδί. 

Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με μελέτες, οι γυναίκες, όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα τεκνοποίησης, εμφανίζονται πιο πρόθυμες από τους άνδρες τους να προχωρήσουν στη διαδικασία υιοθεσίας. 

Εξίσου εύγλωττες υπήρξαν ορισμένες τοποθετήσεις στη Βουλή σχετικά με τη δυνατότητα μιας γυναίκας να μείνει έγκυος με το κρυοσυντηρημένο σπέρμα του νεκρού συζύγου ή συντρόφου της, πρόβλεψη που προκάλεσε αντιδράσεις τόσο από αντιπολιτευόμενους όσο και από συμπολιτευόμενους βουλευτές: ενώ η συζήτηση επισήμως αφορούσε την ελευθερία επιλογής μιας γυναίκας, ο Αθ. Ασκητής δεν δίστασε να αναφερθεί στη διαιώνιση των γονιδίων του συζύγου που θα μεταφερθούν μετά θάνατον στο παιδί του (26/11). 

Ακόμη σοβαρότερα είναι τα ζητήματα με την παρένθετη ή υποκατάστατη μητρότητα («δανεική μήτρα»), τη δεύτερη ρύθμιση του ελληνικού νομοσχεδίου που ξεσήκωσε θύελλα ενστάσεων από την πλευρά της αντιπολίτευσης -και όχι μόνον. Η υπόθεση διχάζει εδώ και χρόνια εμπειρογνώμονες και φεμινιστικά κινήματα, και κάμποσες ευρωπαϊκές νομοθεσίες έχουν αποφύγει να την αντιμετωπίσουν. Οπως φάνηκε, στο θέμα διαφώνησαν και ορισμένα μέλη της Επιτροπής Βιοηθικής που επεξεργάστηκε το εγχώριο σχέδιο. 

Είναι βέβαιο πως το αμερικανικό μοντέλο, το οποίο βρίσκεται πίσω από τη σχετική συζήτηση, έχει οδηγήσει στην ακραία εμπορευματοποίηση του γυναικείου σώματος. Απειρες είναι πια οι σελίδες στο Διαδίκτυο που υπόσχονται την καλύτερη δυνατή διευθέτηση του ζητήματος σε μια από τις πολιτείες που επιτρέπουν τη σύναψη συμβολαίων αυτού του τύπου, ενώ πάμπολλες από τις γυναίκες που προσφέρονται να κυοφορήσουν έναντι αμοιβής το παιδί ενός άτεκνου ζευγαριού διαθέτουν ήδη την προσωπική τους ιστοσελίδα. «Γεια σας. Είμαι η Λούσι και είμαι παρένθετη μητέρα», διαβάζουμε σε μια απ' αυτές. «Από τα δεκαέξι μου χρόνια ήξερα τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω. Στα είκοσι πέντε μου ήμουν ήδη παντρεμένη και είχα τρεις κόρες. Η οικογένειά μου είχε πια ολοκληρωθεί. Πρώτα έπρεπε να πείσω το σύζυγό μου ότι θα μπορούσα να γίνω μια παρένθετη μητέρα χωρίς να εμπλακώ συναισθηματικά με το μωρό. Στη συνέχεια ανακάλυψα το τέλειο πρακτορείο. Αυτό που επιδιώκω είναι να σας κάνω να συνειδητοποιήσετε ότι η όλη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας είναι μια υπέροχη εμπειρία για όλους τους εμπλεκόμενους. Ελάτε μαζί μου στο ταξίδι της αγάπης».

Αν οι νόμοι της αγοράς καθορίζουν την αμερικανική εκδοχή της παρένθετης μητρότητας, δεν βλέπουμε πώς είναι δυνατόν να λειτουργήσει η ελληνική εκδοχή της όλης διαδικασίας, η οποία, ύστερα από συζήτηση, αποφασίστηκε ότι πρέπει να γίνεται «χωρίς αντάλλαγμα». Μας είναι δύσκολο να φανταστούμε το λόγο για τον οποίο μια γυναίκα (εκτός από περιπτώσεις στενής συγγένειας) θα δεχθεί αφιλοκερδώς να κυοφορήσει ένα εκ προοιμίου -και βάσει συμβολαίου- «ξένο» παιδί. Με την έννοια αυτή, φοβούμαστε ότι η τελική ρύθμιση μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση των γυναικών που θα δεχθούν -ή θα εκβιαστούν- να λειτουργήσουν ως παρένθετες μητέρες.

Ας επιστρέψουμε ωστόσο στην εξαιρετικά διδακτική στο σημείο αυτό αμερικανική εμπειρία: Τα προβλήματα που συνδέονται με την παρένθετη μητρότητα εμφανίστηκαν εκεί σε όλη τους την οξύτητα όταν, στα 1987, μια γυναίκα που κυοφόρησε το παιδί ενός ζευγαριού, έχοντας υποστεί τεχνητή γονιμοποίηση με το σπέρμα του συζύγου, αρνήθηκε μετά τον τοκετό να παραδώσει το παιδί στους, βάσει ενός αυστηρού συμβολαίου, γονείς του. 

Πρόκειται για την περίφημη πλέον υπόθεση της «baby Μ», η οποία κατέληξε στη δικαστική δικαίωση του πατέρα (του δότη, δηλαδή, του σπέρματος) και την απόρριψη του αιτήματος της μητέρας (της γυναίκας, δηλαδή, που είχε διαθέσει το ωάριο και είχε κυοφορήσει). Η απόφαση θεωρήθηκε, και όχι αδίκως, νομική κατοχύρωση της «βιολογικής πατρότητας» έναντι της (νομικά «ασθενέστερης») «βιολογικής μητρότητας». 

Είναι αλήθεια ότι οι έλληνες νομοθέτες φρόντισαν να αποφύγουν το σκόπελο, συμπληρώνοντας στο άρθρο 1548 ότι τα γονιμοποιημένα ωάρια που θα μεταφερθούν στο σώμα μιας γυναίκας που θα κυοφορήσει το παιδί τρίτων πρέπει να είναι «ξένα προς την ίδια». Ετσι, η εντυπωσιακή επιμονή πολλών βουλευτών να αποκλειστεί διά νόμου η δυνατότητα της «παρένθετης» μητέρας να διεκδικήσει δικαστικά το παιδί που κυοφόρησε και γέννησε, εμφανίστηκε ως υπεράσπιση της «κοινωνικοσυναισθηματικής» μητρότητας (της γυναίκας που «παρήγγειλε» το παιδί) έναντι μιας γυναίκας που δέχθηκε απλώς να «φιλοξενήσει» στο σώμα της το παιδί κάποιων άλλων. 

Η άποψη αυτή δεν πέρασε, καθώς ο υπουργός έκρινε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί μέχρι τέλους η πιθανότητα το παιδί που συνελήφθη να προέρχεται από την «παρένθετη» μητέρα και τον δικό της σύντροφο, γεγονός που να μπορεί να αποδειχθεί στο δικαστήριο. 

Οπως και να έχει, το νομοσχέδιο ψηφίστηκε και η αποτελεσματικότητά του θα κριθεί σύντομα στην πράξη. 

Εκείνο, ωστόσο, που οφείλουμε να σημειώσουμε είναι ότι, στη διάρκεια όλης αυτής της συζήτησης, το ζήτημα που δεν απασχόλησε ούτε προς στιγμήν το σώμα, κυρίως τους πολλούς γιατρούς που πήραν το λόγο, είναι οι επιπτώσεις των γενετικών τεχνολογιών στην υγεία των γυναικών. Και όχι μόνον αυτό, αλλά από τον κ. Ασκητή ακούστηκε ότι οι γυναίκες μπορούν να καταφύγουν στην τεχνητή γονιμοποίηση και «δώδεκα φορές, και όσες θέλουν»...



(Ελευθεροτυπία, 22/12/2002)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ