ΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ 17Ν


Οι συνήγοροι των ... διαβόλων

1. / 2.   

Πριν από τους πελάτες τους, έχουν ήδη κάτσει στο εδώλιο του κατηγορουμένου ...οι συνήγοροι! Και στη θέση του εισαγγελέα κάθονται πλέον τα μέσα ενημέρωσης και οι συνάδελφοί τους.  
 

Στα μουλωχτά και χωρίς να προκαλέσει κανένα σχόλιο πέρασε από τη Βουλή μια μικρή τροπολογία του κώδικα ποινικής δικονομίας που προβλέπει ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να αρνηθεί μόνον έναν από τους τρεις συνηγόρους που του ορίζει ο πρόεδρος του δικαστηρίου. Ολα αυτά ισχύουν σε «δίκες για κακούργημα, οι οποίες λόγω της σοβαρότητας και του αντικειμένου τους πρόκειται να έχουν μακρά διάρκεια». 

Η φωτογραφική αναφορά στην επικείμενη δίκη της 17Ν είναι προφανής, αλλά η τροπολογία αυτή επισκιάστηκε από την πιο γαργαλιστική διάταξη που επιβάλλει τη διεξαγωγή της δίκης με κλειστές τις τηλε-κάμερες.

*Η εσπευσμένη εισαγωγή αυτής της διάταξης μαρτυρά τη φροντίδα των αρχών να απαλλαγούν προκαταβολικά από τους ενοχλητικούς συνηγόρους και να διεκπεραιώσουν στα γρήγορα την προαποφασισμένη και προκαταβολικά εγκεκριμένη καταδίκη. 

Ο τύπος και οι συνήγοροι

Είναι αλήθεια ότι οι συνήγοροι των κατηγορουμένων για την υπόθεση της 17Ν έχουν ήδη υποστεί τον παραδημοσιογραφικό έλεγχο του εκσυγχρονισμένου κιτρινισμού. Από την επαύριο της έκρηξης στον Πειραιά, που πυροδότησε τη μακριά σειρά συλλήψεων, φιλοξενήθηκε από τα μέσα ενημέρωσης η απαίτηση συγγενούς θύματος της 17Ν, ο οποίος υποστήριζε ότι κανένας δικηγόρος δεν πρέπει να αναλάβει την υπεράσπιση των «τεράτων» και καλούσε τον Δικηγορικό Σύλλογο να επιληφθεί του θέματος αυτού.

Από τότε έχουν ειπωθεί και γραφτεί τα μύρια όσα εις βάρος των δικηγόρων που τόλμησαν να αναλάβουν την υπεράσπιση των κατηγορουμένων. Ακόμα και οι πιο σοβαροί, μετρημένοι και έγκριτοι δημοσιογράφοι σπεύδουν να ταυτίσουν τους υπερασπιστές των κατηγορουμένων ως τρομοκρατών με τους εντολείς τους:

«Τις αρχές και τις αξίες της αριστεράς προσπαθούν να στρεβλώσουν, να παραμορφώσουν και να καπελώσουν οι τρομοκράτες της 17Ν και μερικοί συνήγοροί τους», θα μας πει ο στοχαστικός Αντώνης Καρκαγιάννης στην «Καθημερινή» (10/9).

*Πιο κατηγορηματικός ο Γιάννης Πρετεντέρης στο «Βήμα» διατυπώνει την άποψη ότι «οι συνήγοροι των δολοφόνων μανατζάρουν ανεμπόδιστοι τους πελάτες τους, προκειμένου να δημιουργήσουν αμφιβολίες, ασάφειες, ερωτηματικά και σύγχυση. Πολιτικά και επικοινωνιακά». (17/9). Οπως βλέπετε, οι κατηγορούμενοι θεωρούνται προ της δίκης δολοφόνοι, συνεπώς οι συνήγοροί τους δεν έχουν λόγο ύπαρξης.


Και για να γίνει σαφέστερος, ο ίδιος δημοσιογράφος σπεύδει να καταγγείλει εκ των προτέρων οποιαδήποτε νόμιμη χρήση δικονομικών μέσων από την πλευρά της υπεράσπισης: «Οποιος δεν είχε καταλάβει το κόλπο, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων τρομοκρατών το έκαναν από μόνοι τους λιανά: πρόθεσή τους είναι να τινάξουν τη δίκη της 17Ν στον αέρα. Να υποβάλλουν σωρηδόν ενστάσεις, να διαμαρτύρονται για τις συνθήκες κράτησης των πελατών τους, να καταγγέλλουν ότι η δίκη δεν είναι δίκαιη, να ομιλούν περί "πολιτικών κρατουμένων" και "πολιτικής δίκης", να αμφισβητούν τα πάντα, να διακινούν ατεκμηρίωτες αμφιβολίες, να διαβάλλουν τη διαδικασία».

Η επιλογή τους αυτή δεν αποτελεί έκπληξη. Είναι μια συνηθισμένη υπερασπιστική τακτική που ακολουθείται σε περιπτώσεις όπου τα αδικήματα είναι καραμπινάτα και οι κατηγορούμενοι δεμένοι χειροπόδαρα» (15/11).

Περιττό να πούμε ότι τα περισσότερα πυρά δέχεται η Ιωάννα Κούρτοβικ. Δεν φτάνει, βλέπετε, που είναι γυναίκα, αλλά επιμένει και τόσα χρόνια να υπερασπίζεται «χαμένες υποθέσεις», δηλαδή μετανάστες, πολιτικούς πρόσφυγες και κάθε είδους «εσωτερικούς εχθρούς». Ο τίτλος στη δημοσιογραφική προσωπογραφία της είναι «Η δικηγόρος που θεωρείται "σκληρό καρύδι"» («Το Βήμα», 7/9).

*Ο Γιάννης Πρετεντέρης την καλεί να απαντήσει αν θεωρεί τον Κουφοντίνα αρχηγό πολιτικού κόμματος και εμμέσως την υποδεικνύει ως μέλος του «κόμματος» αυτού: «Ερώτημα το οποίο οφείλει να απαντήσει η συνήγορος του Κουφοντίνα. Δεν κατάλαβα ακριβώς πού το πάμε το πράγμα. Θα δικάσουμε έναν κακούργο ή έναν πολιτικό αρχηγό; Διότι η υπεράσπιση ενός κακούργου είναι ιερή και στοιχειώδης υποχρέωση του κάθε δικηγόρου. Η υπεράσπιση ενός πολιτικού αρχηγού αποτελεί πολιτική επιλογή του δικηγόρου που θα την αναλάβει. Να εξηγιόμαστε, λοιπόν, για να μην παρεξηγιόμαστε» («Το Βήμα», 8/9).

*Πιο ανοιχτή επίθεση επιχειρεί ο Αλέξανδρος Κοντοπάνος («Αδέσμευτος» Μήτση): «Η κ. Κούρτοβικ, δικηγόρος το επάγγελμα, υπερβαίνει τα εσκαμμένα αλλοιώνοντας τις πραγματικές προεκτάσεις της υπόθεσης "τρομοκρατία", προτρέποντας με τις δηλώσεις της και τη στάση της (!) σε ενέργειες που δεν κοσμούν το δημοκρατικό μας πολίτευμα. Είναι σαφές πως δεν χρειάζεται κανείς να σηκώσει το περίστροφο και να πυροβολήσει ή να χειροδικήσει ο ίδιος προκειμένου να υπάρξει παράπτωμα. Αρκεί και μόνο μια προτροπή για να οπλίσει το χέρι των "γνωστών-αγνώστων" και να οδηγηθούν συμπολίτες μας στο ρόλο θύματος. Είναι ηθικά παραδεκτό ο συνήγορος να περνά στην άλλη άκρη του "Ρουβίκωνα" και να προκαλεί το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας χρησιμοποιώντας τα ΜΜΕ, επειδή μπορεί εκεί να έχει προσβάσεις. (...) Οφειλε να καλέσει ο Δικηγορικός Σύλλογος την κ. Κούρτοβικ και να της επιστήσει την προσοχή, εν ανάγκη δε να τη συνετίσει και με διοικητικά μέτρα» (28/9). 

Συνήγοροι και συνήγοροι

Θα περίμενε κανείς να αντιδράσουν σ' αυτή την εκστρατεία προληπτικού πειθαρχικού ελέγχου πρώτα απ' όλα οι συνάδελφοι των συνηγόρων. Ισχύει, δυστυχώς, το αντίθετο. Δεν μιλάμε για τους στρατευμένους ακροδεξιούς δικηγόρους που θεωρούν ότι ήρθε η ώρα της ρεβάνς για τα χρόνια ανυποληψίας που τους είχε καταδικάσει η πολιτική ριζοσπαστικοποίηση της μεταπολίτευσης, και έχουν ξεφυτρώσει από το φθινόπωρο σα μαύρα σαλιγκάρια στα τηλεπαράθυρα. 

Αναφερόμαστε στη δημόσια γνώμη δύο έγκριτων νομικών που τιμούνται ως κορυφαίες μορφές του δικηγορικού κόσμου. Ο πρώτος είναι ο Αλέξανδρος Κατσαντώνης, τον οποίον προσαγορεύουν όλοι καθηγητή της Νομικής Σχολής. Ο δεύτερος είναι ο Γεώργιος Εμμ. Στεφανάκης, ο οποίος ανήκει στη Γνωμοδοτική Επιτροπή που συγκρότησε ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών ειδικά για την υπόθεση των κρατουμένων της 17Ν. 

Οι δύο νομικοί εγκαλούν τους συναδέλφους τους ότι ταυτίζονται με τους εντολείς τους, γεγονός που τους ακυρώνει ως υπερασπιστές.

*Ο κ. Κατσαντώνης με διάφορες ευκαιρίες επανέρχεται στο ίδιο θέμα, το οποίο διατύπωσε πρώτη φορά με άρθρο στον «Ελεύθερο Τύπο» (29/9). Τίτλος «Η... τύχη να είσαι συνήγορος τρομοκράτη» και υπέρτιτλος «Προειδοποίηση από καλό φίλο». Η άποψη του κ. Κατσαντώνη είναι ότι ο συνήγορος των υπόπτων για συμμετοχή σε τρομοκρατικές οργανώσεις έχει μία μόνο λύση, να παραιτηθεί: «Σε πολύ δύσκολη θέση στη διαδρομή από τη σύλληψη μέχρι την απόφαση είναι μοιραίο να βρίσκεται συνεχώς ο συνήγορος του τρομοκράτη! Πώς θα συμπαρασταθεί, λόγου χάρη, με οποιονδήποτε τρόπο στον τρομοκράτη-εντολέα του, που μέσα στο ακροατήριο θα θελήσει να προσβάλει το θεσμό της Δικαιοσύνης, όπως συνήθιζε, σκοτώνοντας δικαστικούς λειτουργούς όταν ήταν ελεύθερος. Θεσμός που ο ίδιος ο συνήγορος οφείλει να υπηρετεί! Αν, λοιπόν, σέβεται τον εαυτό του, θα πρέπει να παραιτηθεί και να φύγει». 

*Ο κ. Στεφανάκης διατυπώνει με μεγαλύτερη λεπτότητα τις δικές του παραινέσεις προς τους συνηγόρους των εγκλείστων της ειδικής πτέρυγας του Κορυδαλλού. «Δεν προσφέρει καλή υπηρεσία στον κατηγορούμενο ο συνήγορος που διακατέχεται από σύνδρομο ιδεολογικής ταύτισης ή συμπάθειας προς τον πελάτη του. Ο χειρότερος συνήγορος του τρομοκράτη είναι ο ψυχικά συγγενής του, ο ομοϊδεάτης, ο υπερασπιστής που ιδεολογικοποιεί τη δίκη και βάζει στο εδώλιο, αντί του κατηγορουμένου, τη Δικαιοσύνη. Ψυχολογικά διολισθαίνει ασυνείδητα ή μη ο συνήγορος στην ιδεολογική υποστήριξη του πελάτη του, αναζητώντας τεκμήρια και υλικό εκτός δικογραφίας, βλάπτοντας τελικά τη διαδικασία, τον κατηγορούμενο και τον εαυτό του» («Το Βήμα», 15/11). 

Κατά διαβολική σύμπτωση, οι δύο γνωστοί δικηγόροι έχουν ανατρέψει αυτές τις απόψεις με την προσωπική επαγγελματική τους στάση:

*Ο κ. Κατσαντώνης έχει «συνηγορήσει» υπέρ της μεγαλύτερης τρομοκρατικής συμμορίας που πέρασε από τη χώρα μας μετά τον πόλεμο, δηλαδή της χούντας των συνταγματαρχών. Εξαιτίας αυτής της «πολιτικής συνεργασίας μετά του δικτατορικού καθεστώτος και της δημοσίας υποστηρίξεως αυτού» το Ειδικό Πειθαρχικό Συμβούλιο που συγκροτήθηκε κατά τη μεταπολίτευση, του επέβαλε την ποινή της οριστικής απόλυσης από τη θέση του καθηγητή. Ως υφηγητής, το 1968, ο κ. Κατσαντώνης είχε συμμετάσχει στην αντιπροσωπεία της χουντικής κυβέρνησης υπό τον «υπουργό» Καλαμποκιά στη διάσκεψη των υπουργών Δικαιοσύνης των κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης με αντικείμενο τα «ανθρώπινα δικαιώματα» και το 1969 ο κ. Κατσαντώνης είχε συμμετάσχει στον πανηγυρικό εορτασμό της 21ης Απριλίου και είχε εκφωνήσει λόγο για τα πεπραγμένα του χουντικού υπουργείου Δικαιοσύνης. 

Οσο για το έργο του ως συνηγόρου επί δημοκρατίας, ο κ. μη-καθηγητής θα θυμάται ασφαλώς ότι υπερασπίστηκε μια από τις πιο κραυγαλέες περιπτώσεις αστυνομικο-δημοσιογραφικής αγυρτείας στο όνομα του αντιτρομοκρατικού αγώνα, δηλαδή την υπόδειξη του Περικλή Κοροβέση ως δολοφόνου του Μπακογιάννη με το πρωτοσέλιδο του «Εθνους» και της Αγγελικής Νικολούλη, «Ιδού ο δολοφόνος» (29/9/89). Συνεπώς αποτελεί ο ίδιος έμπρακτη απόδειξη ότι είναι δυνατή (και θεμιτή) η υποστήριξη ακόμα και του πιο ακραίου εντολέα. 

*Αλλά και ο κ. Στεφανάκης, με τη γνωστή δημοκρατική του ευαισθησία, έχει δώσει προσωπικό δείγμα γραφής που αντιφάσκει με τις πρόσφατες δηλώσεις του. Το 1976 ανέλαβε (μαζί με τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο και τον Παναγιώτη Κανελλάκη) την υπεράσπιση του Ρολφ Πόλε, τον οποίο εκζητούσε ως τρομοκράτη η κυβέρνηση της τότε Δυτικής Γερμανίας. Κατά τη δίκη του κ. Πόλε στο Εφετείο Αθηνών η υπεράσπιση πρόβαλε πειστικά τα πολιτικά χαρακτηριστικά της δράσης του εκζητουμένου και μόνον αυτά. 

Χωρίς να ταυτίζεται ιδεολογικο-πολιτικά με τον εντολέα του, ο κ. Στεφανάκης και οι συνάδελφοί του «ιδεολογικοποίησαν» τη δίκη του «διεθνούς τρομοκράτη», εφόσον το αντικείμενο μιας δίκης για έκδοση αλλοδαπού είναι ακριβώς η διερεύνηση του πολιτικού ή μη χαρακτήρα της δράσης του.

Αποτέλεσμα της επιτυχούς αυτής υπερασπιστικής γραμμής ήταν η ιστορική απόφαση του Εφετείου Αθηνών (στη σύνθεσή του συμμετείχε ο Χρήστος Σαρτζετάκης) να απορρίψει την αίτηση έκδοσης. 

Την τιμή του δικηγορικού κόσμου σώζουν ελάχιστοι επιφανείς νομικοί οι οποίοι επιμένουν να υπερασπίζονται τα αυτονόητα: το τεκμήριο αθωότητας, την ιερή υποχρέωση ύπαρξης δικηγόρου ανεξάρτητου από την εισαγγελική αρχή, την ανάγκη να μην υιοθετηθούν έκτακτα εξωθεσμικά μέτρα κατά παράβαση του Συντάγματος, κ.λπ. Θα αναφέρουμε ειδικά τον καθηγητή Γιάννη Μανωλεδάκη, ο οποίος, σε πρόσφατη εκδήλωση της Επιτροπής Συνταγματικών Δικαιωμάτων του ΔΣΑ αποκάλυψε με στέρεο νομικό λόγο την επιχειρούμενη εκτροπή από τα αυτονόητα.

Στην ίδια κατεύθυνση μίλησαν οι καθηγητές Παρασκευόπουλος και Πανούσης, και ο βουλευτής Φοίβος Ιωαννίδης. Ολοι επέκριναν την εκστρατεία κατά των συνηγόρων υπεράσπισης. Δυστυχώς, όμως, οι φωνές αυτές είναι εξαιρετικά μειοψηφικές και η σοβαρότητα με την οποία διατυπώνονται οι απόψεις αυτές τις καθιστά ελάχιστα δημοφιλείς για τα μέσα ενημέρωσης. 

Το γερμανικό παράδειγμα


Οσο κι αν οι καταστάσεις είναι διαφορετικές, είναι, νομίζουμε, χρήσιμο να υπενθυμίσουμε τη διεθνή εμπειρία από τη δικαστική αντιμετώπιση των ένοπλων οργανώσεων στη Δυτική Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Γερμανία. Αλλωστε και οι ελληνικές αρχές επικαλούνται την ίδια εμπειρία για να τεκμηριώσουν τις θεσμικές και πολιτικές πρωτοβουλίες του «αντιτρομοκρατικού» σχεδιασμού.

Οι σημαντικότερες δίκες μελών της RAF συνοδεύτηκαν από σκληρή αντιμετώπιση των δικηγόρων που τόλμησαν να αναμειχθούν σ' αυτές. Βέβαια δεν υπάρχει ενιαίο μοντέλο των συνηγόρων αυτών και η προσωπική εξέλιξη καθενός τους δεν οδηγεί σε κανένα ενιαίο συμπέρασμα.

Αρκετοί αντιμετώπισαν διώξεις πειθαρχικές και ποινικές. Συντάχθηκαν κατηγορητήρια εις βάρος περίπου 60 δικηγόρων. Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Αρντ Μίλερ, Αρμιν Νέβερλα, Κουρτ Γκρένεβολντ, Χανς-Κρίστιαν Στρέμπελε, κ.ά. Κάποιοι στιγματίστηκαν μετά την καταδίκη τους ως συνεργάτες της Στάζι (Κλάους Κρουασάν). Αλλοι, βέβαια, κατόρθωσαν να γίνει υπουργοί (Οτο Σίλι) και ο πιο ευέλικτος είναι σήμερα καγκελάριος (Γκέρχαρντ Σρέντερ)! 

Ομως στη δεκαετία του '70 η ιδιότητα του «συνηγόρου της RAF» απαιτούσε πραγματικά κότσια. Οποιος αναμειγνυόταν στην ιστορία αυτή έπρεπε να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει την ανελέητη δυσφημιστική εκστρατεία του κίτρινου τύπου εναντίον των «συμπαθούντων» (Sympathisant είναι ο γερμανικός όρος για τους «συνοδοιπόρους», και έχει ήδη εισαχθεί και στη χώρα μας). Αλλά και στο χώρο της δουλειάς του, το δικαστήριο, ο συνήγορος έπρεπε να περιμένει απόλυτα εχθρική αντιμετώπιση, που ξεκινούσε από την «απλή» επίπληξη, συνεχιζόταν με την αποβολή από την αίθουσα και ολοκληρωνόταν με την παραπομπή σε δίκη. 

Ολο το σκηνικό της δίκης του Σταμχάιμ οργανώθηκε με στόχο την αποδυνάμωση των συνηγόρων της Μάινχοφ, του Μπάαντερ, της Ενσλιν και του Ράσπε, στις 21 Μαΐου 1975. Στο τέλος της δίκης μόνο ένας (1) συνήγορος από αυτούς που είχαν επιλέξει οι κατηγορούμενοι παρέμενε στη θέση του. Ηταν ο σημερινός υπουργός Εσωτερικών της Γερμανίας Οτο Σίλι, ο οποίος τότε υπερασπιζόταν την Γκούντρουν Ενσλιν. 

Οι συνήγοροι που διόρισε το δικαστήριο μετέτρεψαν τη διαδικασία σε φάρσα. Αρκεί να αναφέρουμε ότι για μια δίκη που διάρκεσε περισσότερο από δύο χρόνια, οι διορισμένοι δικηγόροι μίλησαν συνολικά περίπου δύο ώρες! Ο Σβαρτς μίλησε 46 λεπτά ως υπερασπιστής του Μπάαντερ, ο Σνάμπελ 31 λεπτά για τον Μπάαντερ, ο Γκριγκάτ 35 λεπτά για τον Ράσπε, ο Σλέγκελ 24 λεπτά για τον Ράσπε, ενώ ο Ανγκστ (σ.σ. το όνομα σημαίνει «φόβος» στα γερμανικά) αγόρευσε επί 4 ολόκληρα λεπτά για την Ενσλιν! 


Για να απαλλαγούν από τους ενοχλητικούς συνηγόρους οι γερμανικές αρχές ενορχήστρωσαν πρώτα μια εκστρατεία ταύτισής τους με τους κατηγορούμενους εντολείς τους: Προηγήθηκε η δήλωση του καγκελάριου Σμιτ ότι οι τρομοκράτες «έθεσαν εαυτούς εκτός των ορίων του νόμου». Ακολούθησε η προσπάθεια της εισαγγελίας να περιγράψει τους συνηγόρους ως ιδεολογικά και πολιτικά συγγενείς με τους συλληφθέντες. Ο γενικός εισαγγελέας Μάρτιν μίλησε για «δικηγόρους συνείδησης», και ανέφερε ότι όλοι οι συνήγοροι ήταν συνένοχοι. Οπως εξήγησε ο Οτο Σίλι κατά την πρες κόνφερανς των δικηγόρων (22/11/74):

«Σ' αυτή την εκστρατεία συκοφάντησης των συνηγόρων, μας παρουσιάζουν ως νομικούς συνενόχους, ως συνεργούς με τήβεννο, και το συγκρότημα Σπρίνγκερ μάς σταμπάρει με αηδιαστικές καρικατούρες. Εμείς, όμως, μεριμνούμε για τα νομικά συμφέροντα των φυλακισμένων και δεν πτοούμαστε από τις επιθέσεις και την κατασπίλωσή μας».

Η ταύτιση, ως τρομοκράτες, των συνηγόρων με τους κατηγορουμένους τρομοκράτες επέτρεψε μια σειρά ενεργειών των διωκτικών αρχών που αποτολμήθηκαν για πρώτη φορά: έρευνα σε δικηγορικά γραφεία, παρακολούθηση δικηγόρων, περιορισμοί της επικοινωνίας με τους εντολείς τους, και ποινικοποίηση κάθε προσπάθειας να ελεγχθεί το έκτακτο καθεστώς κράτησής τους στα λευκά κελιά. Ακόμα και η δημοσιοποίηση της απεργίας πείνας των εγκλείστων θεωρήθηκε κολάσιμη πράξη εκ μέρους των δικηγόρων. Ο τελικός στόχος των γερμανικών αρχών ήταν να εμποδίσουν τους συνηγόρους να εκφράσουν στη δίκη το πολιτικό υπόβαθρο της δράσης των μελών της RAF και απλώς να επιβεβαιωθεί στο δικαστήριο η προειλημμένη καταδικαστική απόφαση της «κοινής γνώμης». 

Για τα ζητήματα αυτά έχει διατυπώσει τις απόψεις του σε μια λαμπρή μελέτη ο Γεώργιος Αλέξανδρος Μαγκάκης, ο οποίος δυστυχώς σήμερα φαίνεται ότι αρχίζει να τις αποποιείται.

Γνώστης της γερμανικής εμπειρίας, ο κ. Μαγκάκης επέκρινε τις διώξεις αυτές των γερμανών συνηγόρων και απάντησε με απόλυτη σαφήνεια στο ερώτημα «αν ο συνήγορος μπορεί να προβάλλει στο δικαστήριο τις απόψεις του κατηγορούμενου-τρομοκράτη που υποστηρίζουν ότι υπάρχει τέτοια αντιπαράθεση ανάμεσα στα συμφέροντα των λαϊκών μαζών και στην πολιτική του κράτους, όπως την καθορίζουν οι κυρίαρχες κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις, ώστε στην πραγματικότητα να υφίσταται κατάσταση πολέμου, που δίνει στους καταπιεσμένους το δικαίωμα της ένοπλης πάλης και της αντίστασης (...). Στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί παρά να δοθεί καταφατική απάντηση». 

Ο κ. Μαγκάκης παρατηρεί ότι η αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό θα σήμαινε «κάτι σαν απαίτηση "νομιμοφροσύνης" του συνήγορου, που θυμίζει πολύ παλιές, ανατριχιαστικές εποχές». Και όμως, στη Γερμανία αυτή ακριβώς τη δήλωση νομιμοφροσύνης απαιτούσε η πολιτική και η δικαστική ηγεσία κατά την περίοδο του αντιτρομοκρατικού αγώνα. «Κατά την πειθαρχική διαδικασία εναντίον μου», γράφει ο Κουρτ Γκρένοβολντ (συνήγορος του Μπάαντερ) «ο εισαγγελέας Λίλιε δήλωσε ότι ο δικηγόρος οφείλει να αποφασίσει αν τοποθετείται στο πλευρό του δράστη ή στο πλευρό του κράτους. Εννοούσε ότι "αυτές τις δύσκολες εποχές" έπρεπε να τοποθετηθούμε στο πλευρό του κράτους». Επειδή αρνήθηκε να απαρνηθεί τον εντολέα του ο κ. Γκρένοβολντ καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλακή με αναστολή.

Θα επιβάλλουμε άραγε, σήμερα, και στην Ελλάδα παρόμοιες δηλώσεις νομιμοφροσύνης των δικηγόρων;



(Ελευθεροτυπία, 29/12/2002)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ