ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΠΟΡΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

 

Στάδια ανοχής για το 2004

1. / 2.   

Την ώρα που το δημοτικό συμβούλιο της Αθήνας προετοιμάζεται να υποδεχθεί τον ολυμπιακό σεξοτουρισμό του 2004, η κυβέρνηση εμφανίζεται αδύναμη να απαντήσει πειστικά στην απαράδεκτη Εκθεση του «Στέιτ Ντιπάρτμεντ».
 

Σε μια πρώτη ματιά ασύνδετες, δύο ειδήσεις που είδαν τις τελευταίες ημέρες το φως της δημοσιότητας, αποκαλύπτουν με τον πλέον εύγλωττο τρόπο την υποκρισία που (συνεχίζει να) χαρακτηρίζει τους επίσημους λόγους για την πορνεία, και ιδιαίτερα τη σύγχρονη, καταναγκαστική, εκδοχή της. 

- Η πρώτη είδηση αφορά την εξωφρενική απόφαση του Δήμου Αθηναίων να «επεκτείνει» τις ρυθμίσεις του νόμου για την πορνεία προκειμένου να αντιμετωπιστούν ικανοποιητικά οι σχετικές «ανάγκες» των (αρσενικών) επισκεπτών που αναμένονται στην Αθήνα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. 

- Η δεύτερη δεν είναι άλλη από τη δημοσιοποίηση της περιβόητης Εκθεσης για τη Διακίνηση Προσώπων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στην οποία η Ελλάδα τοποθετείται στην τρίτη -και χειρότερη- κατηγορία χωρών, των χωρών δηλαδή εκείνων οι οποίες κατά το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών «δεν πληρούν τις ελάχιστες (αμερικανικές) προδιαγραφές (ως προς τον αγώνα κατά της διακίνησης προσώπων) και δεν καταβάλλουν σοβαρές προσπάθειες ώστε να το επιτύχουν». 

Οι σχεδόν ομόφωνες αντιδράσεις που προκάλεσε η ετήσια αυτή έκθεση, σε συνδυασμό με τη «ρηξικέλευθη» απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, έχουν να μαρτυρήσουν πολλά για τους τρόπους με τους οποίους αντιμετωπίζουν -και σκοπεύουν να συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν- τη διακίνηση προσώπων με σκοπό τη σωματεμπορία οι εγχώριοι διαχειριστές του διεθνικού αυτού εγκλήματος. 

Ας δούμε πώς και γιατί, ξεκινώντας με την πρόσφατη απόφαση των δημοτικών αρχόντων της Αθήνας.

Ολυμπιακή φιλοξενία...

Στη συνεδρίασή του της 17ης του περασμένου Μαΐου, το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων συζήτησε και ενέκρινε κατά πλειοψηφία την πράξη 1021 σχετικά με την εφαρμογή του νόμου 2734/1999 περί «εκδιδομένων με αμοιβή προσώπων». 

**Από τη συνεδρίαση απουσίαζαν η δήμαρχος Ντόρα Μπακογιάννη και έξι σύμβουλοι (Δασκαλάκη-Μυτιληναίου, Μπαλτάς, Μπόκοτα, Πιπιλή, Ροκοφύλλου, Τζομπανάκη). 

Θυμίζουμε, για να γίνει κατανοητό τι ακριβώς συνέβη την ημέρα εκείνη, ότι ο αμφιλεγόμενος νόμος 2734 αναθέτει στην αρμοδιότητα των δήμων την ευθύνη για την έκδοση αδειών «οίκων ανοχής» και τον καθορισμό των σημείων της περιοχής τους που θα κριθούν κατάλληλα για την εγκατάσταση των «εκδιδόμενων με αμοιβή προσώπων». Για το θέμα αυτό έχει συσταθεί διαπαραταξιακή επιτροπή, η οποία στις 17 Μαΐου ζήτησε από το δημοτικό συμβούλιο να εγκρίνει τις προτεινόμενες διαδικασίες εφαρμογής του νέου -και ως σήμερα ανενεργού- νόμου.

**Ως εδώ καλά. Στη σχετική εισήγησή της, όμως, η αντιδήμαρχος Ειρήνη Βαλσαμάκη δεν περιορίστηκε στις «τεχνικές» υποχρεώσεις που συνεπάγεται για το δήμο η ενεργοποίηση του νόμου 2734, αλλά προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, προτείνοντας ρητά την τροποποίησή του τον καιρό των Αγώνων: «Αναφορικά με την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων», υπήρξε η ακριβής διατύπωση της αντιδημάρχου, όπως αναγράφεται στα πρακτικά, «θα μπορούσε να υπάρξει κάποια τροποποίηση του νόμου σε ό,τι αφορά ξενοδοχεία και άλλα οικήματα». 


**Η πρόταση βρήκε πρόσφορο απ' ό,τι αποδεικνύεται έδαφος και το δημοτικό συμβούλιο ενέκρινε τις προτάσεις της διαπαραταξιακής επιτροπής, αναθέτοντάς της την «αντιμετώπιση των διαφόρων προβλημάτων κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου», καθώς και την υποβολή προτάσεων «για νομοθετική τροποποίηση ή συμπλήρωση των νόμων, όπως ενδεικτικά: δυνατότητα λειτουργίας οίκων ανοχής σε ξενοδοχεία ή άλλους ανάλογους χώρους σύμφωνα με τα ισχύοντα σε ξένες χώρες, ιδιαίτερα ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων, καθιέρωση παράβολου για την εξέταση αιτήματος για χορήγηση σχετικής άδειας, καθιέρωση προστίμου για παράβαση των όρων της άδειας εγκατάστασης, διερεύνησης ενδεχόμενης ανάγκης εναρμόνισης του νόμου με κοινοτικές οδηγίες, επανάκρισης των αδειών ασκήσεως επαγγέλματος και εγκατάστασης οίκων ανοχής με αυστηρά κριτήρια κ.ο.κ.».

**Ας σημειωθεί ότι η απόφαση εγκρίθηκε κατά πλειοψηφία: Μειοψήφησε ο Σπύρος Χαλβατζής, ενώ ο Φώτης Κουβέλης, με τον οποίο επικοινωνήσαμε σχετικά, δήλωσε ότι είχε αποχωρήσει την ώρα της ψηφοφορίας, αφού προηγουμένως στην τοποθέτησή του είχε ασκήσει κριτική στην απόφαση, ειρωνευόμενος μάλιστα το αίτημα περί τροποποίησης του νόμου κατά την περίοδο των Ολυμπιακών.

...και ολυμπιακός σεξοτουρισμός

Οπως και να έχει, η πράξη 1021 (παράγραφος 6) του Δήμου Αθηναίων είναι γεγονός: Ενόψει της υψηλής, όπως προεξοφλείται από τους οικοδεσπότες του 2004, ζήτησης κατά την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων, υπάρχει πλέον η δυνατότητα να τροποποιηθεί ο νόμος περί πορνείας, ούτως ώστε να διευκολυνθεί η παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών στους χώρους στους οποίους θα κινούνται και θα διαμένουν οι άρρενες επισκέπτες του 2004. 

Νωπή είναι ακόμη στη μνήμη μας η απίστευτη εκείνη ανταλλαγή απόψεων στη Βουλή, κατά την οποία κάμποσοι πατέρες (και μία μητέρα) του έθνους διαπληκτίζονταν για το πώς πρέπει να υπολογιστούν τα διακόσια μέτρα που ο συζητούμενος τότε νόμος προέβλεπε ως ελάχιστη απόσταση ασφαλείας των «οίκων ανοχής» από ναούς, σχολεία, παιδικούς σταθμούς, νοσηλευτικά ιδρύματα, κέντρα νεότητας και κέντρα αθλητικά, οικοτροφεία, βιβλιοθήκες, ευαγή ιδρύματα, πλατείες, παιδικές χαρές και ό,τι άλλο κρίνει ο κάθε δήμος ορθό να προσθέσει στον ατελείωτο όσο και φαιδρό αυτό κατάλογο (βλ. «Ιός» 23/10/1999).

Αρκεσε η επίκληση των Ολυμπιακών για να φανεί πόσο ελαστική είναι όλη αυτή η βικτοριανή υπερευαισθησία: το καλοκαίρι του 2004, τότε που όλα θα απαγορεύονται στους ιθαγενείς και όλα θα κινούνται γύρω από τις επιθυμίες των επισκεπτών, μαζί με δεκάδες άλλους νόμους μπορεί να «ανασταλεί» και ο πολυδιαφημισμένος νέος νόμος για την πορνεία, ούτως ώστε να μπορέσουν οι καλεσμένοι του 2004 να γευτούν χωρίς κωλύματα κάθε πτυχή της παραδοσιακής ελληνικής φιλοξενίας. «Σύμφωνα με τα ισχύοντα σε ξένες χώρες», σημειώνει η λακωνική όσο και ασαφής διατύπωση της απόφασης του Δήμου Αθηναίων. 

Με δεδομένες τις τεράστιες αποκλίσεις που εμφανίζει η ρύθμιση του ζητήματος στις «ξένες χώρες», η δήθεν ανώδυνη αυτή φράση παραπέμπει, συνειδητά ή μη, στις αντίστοιχες «διευθετήσεις» που υιοθετήθηκαν από τις πόλεις οι οποίες στέγασαν τους Ολυμπιακούς πριν από την Αθήνα. Και κυρίως το Σίδνεϊ, όπου η δίμηνη «εισαγωγή» χιλιάδων γυναικών από τη ΝΑ Ασία, την Ευρώπη και την Αμερική για την κάλυψη των ντόπιων ελλείψεων διαφημίστηκε ως μία ακόμη απόδειξη της άρτιας προετοιμασίας της πόλης ενόψει των Αγώνων. 

Στο σημείο αυτό εντοπίζεται και ο προβληματισμός για την πρόθεση των δημοτικών αρχόντων να επιτρέψουν «τροποποίηση» ή/και «επέκταση» του νόμου 2734 το καλοκαίρι του 2004. 

Η στήλη δεν έχει αποκρύψει την άποψή της για την κουλτούρα του σύγχρονου ολυμπισμού, οπότε δεν θεωρεί σε καμία περίπτωση αντιφατικό το συνδυασμό του αθλητικού με το σεξουαλικό τουρισμό που προτείνεται κάθε φορά στους πελάτες των Ολυμπιακών.

Εκείνο ωστόσο που παραμένει ανοιχτό είναι η ενδεχόμενη εκμετάλλευση της απόφασης του Δήμου Αθηναίων από τα δίκτυα διακίνησης γυναικών που ούτως ή άλλως λυμαίνονται την εγχώρια αγορά, αποκομίζοντας, όπως έχει υπολογιστεί, μυθώδη κέρδη. Γιατί ποια «επέκταση» μπορεί να βασιστεί στις ελάχιστες καταγεγραμμένες πόρνες, τις οποίες ο νόμος αντιμετώπισε εξαρχής με τη μεγαλύτερη -και την πιο πουριτανική- αυστηρότητα; Κι αν στο Σίδνεϊ στάθηκε δυνατή η «εισαγωγή» γυναικών με δίμηνα συμβόλαια, ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι στην Αθήνα του 2004 η ρύθμιση αυτή δεν θα λύσει τα χέρια των κυκλωμάτων σωματεμπορίας που διακινούν ατιμώρητα νεαρές αλλοδαπές γυναίκες, καταδικασμένες να υποστούν το μαρτύριο που περιμένει τα θύματα των σύγχρονων εκδοχών της καταναγκαστικής πορνείας;

«Να ανακληθεί»!

Την ανησυχία αυτή εκφράζουν και οι φεμινιστικές οργανώσεις που ασχολούνται συστηματικά με το ζήτημα. 

* «Η Αδέσμευτη Κίνηση Γυναικών ζητεί την άμεση ανάκληση της απόφασης του δήμου», υπογραμμίζει η Μάτα Καλουδάκη, η οποία πρώτη κατήγγειλε τη στάση του δημοτικού συμβουλίου της Αθήνας στη συνεδρίαση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων του Ευρωπαϊκού Λόμπι Γυναικών (Αθήνα, 1-2 Ιουνίου). 

«Την ώρα που με το τέλος της ελληνικής προεδρίας οργανώνονται συναντήσεις και ημερίδες για το πρόβλημα, βγαίνει ο δήμος και ανοίγει το παράθυρο στη βιομηχανία του σεξ. Ενημερώσαμε ήδη σχετικά τα δίκτυα του εξωτερικού που αγωνίζονται κατά της διακίνησης και θα ανακοινώσουμε την εξέλιξη αυτή στο πανευρωπαϊκό συνέδριο του δικτύου Αρέθουσα που θα πραγματοποιηθεί σύντομα στο Ρέικιαβικ».

* «Το Ευρωπαϊκό Λόμπι Γυναικών θεωρεί την πορνεία μορφή βίας κατά των γυναικών», υπογραμμίζει από την πλευρά της η Καίτη Παπαρρήγα Κωσταβάρα, συντονίστρια του Εθνικού Παρατηρητηρίου για την Αντιμετώπιση της Βίας κατά των Γυναικών. 

«Σκοπεύουμε να αποστείλουμε επιστολή στον πρωθυπουργό και στους ευρωπαίους ομολόγους του, με την οποία θα ζητούμε να τελειώνει όλη αυτή η ιστορία με τους Ολυμπιακούς. Ανησυχούμε, γιατί επέκταση σημαίνει εισαγωγή νέων γυναικών. Η Ελλάδα ψήφισε πρόσφατα νόμο κατά της διακίνησης. Πώς είναι δυνατό να έχουμε έναν τέτοιο νόμο και ταυτόχρονα να επιτρέπουμε την εισαγωγή γυναικών, δηλαδή τη διακίνηση; Πρόκειται για κορυφαία αντίφαση».

*«Το δημοτικό συμβούλιο της Αθήνας επιβεβαίωσε με την πρόσφατη απόφασή του όλη την υποκρισία της σχετικής κρατικής πολιτικής», σημειώνουν και οι γυναίκες μέλη του Φεμινιστικού Κέντρου Αθήνας (Πρωτοβουλία Ενάντια στην Καταναγκαστική Πορνεία). Και εξηγούν: «Από τη μια η ψήφιση, λίγους μόλις μήνες πριν, του νόμου για την εμπορία και τη διακίνηση ανθρώπων με την αναμονή μάλιστα της έκδοσης ενός συμπληρωματικού προεδρικού διατάγματος για την αρωγή των θυμάτων της καταναγκαστικής πορνείας, και από την άλλη η ενθάρρυνση των κυκλωμάτων μαστροπείας με την επέκταση και την αναβάθμιση της πορνικής αγοράς. Το δημοτικό συμβούλιο δεν αυτοσχεδιάζει. Σύμφωνα με το δοκιμασμένο πρότυπο του Σίντνεϊ, οι επισκέπτες των Ολυμπιακών Αγώνων θεωρούνται διεθνώς και πελάτες πορνείας που πρέπει γι' αυτό να εξυπηρετηθούν. Ετσι, η πορνεία ανάγεται σε κοινωνική υπηρεσία - μία μεταξύ των πολλών άλλων προσφερόμενων υπηρεσιών. Οπως και παλιότερα, με την ψήφιση του νόμου για τη μετανάστευση και την ιδιαίτερη, απαράδεκτη παράγραφο για τις "καλλιτέχνιδες", έτσι και τώρα θα αντιτεθούμε στην απόφαση του δημοτικού συμβουλίου της Αθήνας και θα αγωνιστούμε ενάντια στην υλοποίησή της».

* Για το ίδιο θέμα η ευρωβουλευτής Αννα Καραμάνου απέστειλε επιστολή προς τη δήμαρχο, στην οποία εκφράζει σοβαρότατες αντιρρήσεις για την πρόθεση του δημοτικού συμβουλίου να ακολουθήσει το «αποτροπιαστικό» μοντέλο του Σίδνεϊ, το οποίο «συνδέεται με την υποτίμηση του γυναικείου φύλου και την εμπορευματοποίηση του σεξ».

Ατυχώς, με την απόφαση του Δήμου Αθηναίων να «απελευθερώσει» την αγορά ενόψει του 2004 έμελλε να συμπέσει η δημοσίευση της Εκθεσης του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τη Διακίνηση Προσώπων, η οποία κατατάσσει την Ελλάδα στις χώρες που δεν μπορούν αλλά ούτε και επιθυμούν διακαώς να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το πρόβλημα. Οπως έχει επανειλημμένα συμβεί στο παρελθόν με αντίστοιχες αμερικανικές εκθέσεις για κατά κάποιον τρόπο παρεμφερή ζητήματα (βασανιστήρια, δικαιώματα μειονοτήτων κ.ο.κ.), το συγκεκριμένο ντοκουμέντο αντιμετωπίστηκε σχεδόν ομόφωνα ως μία ακόμη αμερικανική πρόκληση προς τη χώρα, η οποία, αντιθέτως, επιδεικνύει ιδιαίτερη ευαισθησία στα θέματα που σχετίζονται με τη διακίνηση προσώπων στο έδαφός της. 

«Η έκθεση είναι παντελώς άδικη και περιέχει απαράδεκτες εκτιμήσεις», ήταν η σαφής τοποθέτηση του Χρήστου Πρωτόπαπα, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών υπήρξε, ως συνήθως, περισσότερο συγκρατημένος, εκφράζοντας τον «έντονο προβληματισμό» του για την κατάταξη της χώρας στη χειρότερη δυνατή θέση, την ώρα που «έχουμε αποδείξει τη βούλησή μας για την αντιμετώπιση του φαινομένου».

«Διπλωματικό εργαλείο»

Την ίδια ώρα, δημοσιεύματα που απηχούν με σαφήνεια τη γραμμή άμυνας των αρμοδίων της ΕΛ.ΑΣ. «εξειδίκευαν» τα περί αμερικανικών πιέσεων, αποδίδοντάς τα κατά κύριο λόγο στην έντονη «κινητικότητα» της Μπόνι Μίλερ, συζύγου του αμερικανού πρεσβευτή στην Αθήνα, η οποία έχει επιτύχει να εξασφαλίσει την αναπάντεχη υποστήριξη (μη κατονομαζόμενων) μη κυβερνητικών οργανώσεων, οι οποίες με τη σειρά τους αποβλέπουν σε μερίδιο των κονδυλίων που προβλέπονται (;) για την προστασία και αρωγή των θυμάτων της καταναγκαστικής πορνείας. 

Οι ίδιες πηγές φρόντιζαν να δικαιολογήσουν την ούτως ή άλλως αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έκδοση του προβλεπόμενου από τον πρόσφατα ψηφισμένο νόμο (3064/2002) προεδρικού διατάγματος, αποδίδοντάς την σε «έκτακτα προβλήματα» αρμόδιων υπηρεσιακών παραγόντων.

Μ' ένα σμπάρο, λοιπόν, κάμποσα τρυγόνια: και πίσω από τις αμερικανικές πιέσεις κρύβεται μια ακόμη δαιμόνια σύζυγος που κινεί τα νήματα της ανθελληνικής προπαγάνδας, και εγκαλούνται συλλήβδην οι εγχώριες μη κυβερνητικές οργανώσεις ως φιλάργυρα ενεργούμενα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, και τα προβλήματα θα εξαλειφθούν ως διά μαγείας με την επικείμενη δημοσίευση ενός προεδρικού διατάγματος.

Να μας επιτραπεί να υποστηρίξουμε ότι μόνον ένοχη συνείδηση προδίδουν οι εθνικά υπερήφανοι αυτοί «χειρισμοί» του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Γιατί το κείμενο αυτό μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί απαράδεκτο, γιατί είναι απαράδεκτο, αλλά το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι περιέχει και «απαράδεκτες εκτιμήσεις», για να θυμηθούμε τα θυμωμένα λόγια του κυβερνητικού εκπροσώπου.

Εξηγούμαστε: η αντίκρουση της Εκθεσης του Στέιτ Ντιπάρτμεντ προϋποθέτει δύο συμπληρωματικά, ωστόσο διακριτά, επίπεδα ανάγνωσης. Το ένα αφορά το περιεχόμενό της, το δεύτερο τη λειτουργία της, δηλαδή τον αμιγώς πολιτικό ρόλο που καλείται να διαδραματίσει στη συγκυρία. Μόνο που οι εγχώριοι σχολιαστές της Εκθεσης, με την εξαίρεση πάλι της Αννας Καραμάνου, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι το πρόβλημα είναι υπαρκτό στην Ελλάδα, περιορίστηκαν σε γενικόλογες καταγγελίες, αποφεύγοντας να την αντιμετωπίσουν κατά μέτωπο. Καταρχάς αρνήθηκαν να τη διαβάσουν προσεκτικά, αρκούμενοι στα σημεία της που μετέδωσαν τα διεθνή πρακτορεία. Γιατί αν τη διάβαζαν, θα έβλεπαν ότι η ίδια η Εκθεση προσφέρει τα όπλα για την (πολιτική) εξουδετέρωσή της.

Με μια πρώτη ματιά, το κείμενο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, και κυρίως η δεκαπεντασέλιδη εισαγωγή του, δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους απολογισμούς που δίνουν κατά καιρούς στη δημοσιότητα οι αρμόδιοι διεθνείς οργανισμοί: κοινή η μεθοδολογία (ορισμοί του προβλήματος, επιλογή των κριτηρίων ταξινόμησης των χωρών, διευκρίνιση των πηγών άντλησης των δεδομένων κ.ο.κ.), κοινός και ο κανονιστικός και κοινωνιολογίζων λόγος του κειμένου. Εκείνο, ωστόσο, που διαφοροποιεί το συγκεκριμένο ντοκουμέντο, υπονομεύοντάς το εκ των έσω και αφαιρώντας του την όποια φερεγγυότητα, είναι η ίδια η ταυτότητά του. 

Πρόκειται, όπως εξηγείται στο κείμενο, για την έκθεση την οποία το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών υποχρεώνεται να καταθέτει κάθε χρόνο στο Κογκρέσο, όπως προβλέπεται από το νόμο 106-386 του 2000 για την προστασία των θυμάτων της διακίνησης (Trafficking Victims Protection Act). 

Βασικές πηγές της έκθεσης αποτελούν οι αμερικανικές πρεσβείες και αποστολές σε όλο τον κόσμο, οι οποίες αναλαμβάνουν να συλλέξουν πληροφορίες από κυβερνητικούς αξιωματούχους και μη κυβερνητικές οργανώσεις κάθε χώρας. Τα τελικά πορίσματα αξιολογούνται από το κογκρέσο και την αμερικανική κυβέρνηση προκειμένου να «τιμωρηθούν» με αφαίρεση της αμερικανικής βοήθειας οι χώρες που δεν συμμορφώνονται με τις σχετικές αμερικανικές προδιαγραφές. 

Ο αμερικανός πρόεδρος διατηρεί πάντως το δικαίωμα να εγκρίνει, παρά τις περί του αντιθέτου συστάσεις, τη συνέχιση της βοήθειας «είτε γιατί αυτό θα είναι προς όφελος των σκοπών του νόμου περί προστασίας των θυμάτων της διακίνησης είτε γιατί αυτό επιβάλλει το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ».

Ούτως ή άλλως, «διπλωματικό εργαλείο της αμερικανικής κυβέρνησης» αυτοχαρακτηρίζεται σε κάποιο σημείο της η έκθεση, κάτι που θα άξιζε να είχαν κατά νου όσοι ανέλαβαν την αντίκρουσή της. Οπως θα άξιζε να είχαν διαβάσει, οπότε θα είχαν τη δυνατότητα και να σχολιάσουν, ότι στις «ειδικές περιπτώσεις», τις χώρες δηλαδή που η έκθεση αδυνατεί να κατατάξει σε κάποια επιμέρους κατηγορία, ανήκουν όλως τυχαίως το Αφγανιστάν («διανύει μεταβατική περίοδο») και το Ιράκ (άλλη χώρα σε «μετάβαση», όπου οι μετακινήσεις πληθυσμού και η συνεπαγόμενη δημιουργία ευάλωτων κατηγοριών -χήρες γυναίκες, ορφανά παιδιά- δίνουν, μας λέει η έκθεση, έδαφος δράσης στα δίκτυα διακίνησης!).

Στο εξόφθαλμα πολιτικό αυτό ταξινομητικό πλαίσιο, είναι προφανές ότι η κατάταξη των χωρών, επομένως και της Ελλάδας, συναρτάται με τις τρέχουσες διπλωματικές στοχεύσεις της Ουάσιγκτον. Κάτι, ωστόσο, που δεν συνεπάγεται αυτόματα την ακύρωση όσων λέγονται για κάθε χώρα. 

Στην περίπτωση της Ελλάδας η έκθεση είναι λίγο πολύ ακριβής: το πρόβλημα της διακίνησης είναι έντονο και η κυβέρνηση δεν έχει καταβάλει ιδιαίτερες προσπάθειες για την αντιμετώπισή του, ο πρόσφατος νόμος δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί με αυστηρότητα, αστυνομικοί έχουν πράγματι εμπλακεί σε εγκληματικά δίκτυα, ενώ η προστασία των θυμάτων περιμένει υπομονετικά τη δημοσίευση του σχετικού προεδρικού διατάγματος. Εκτός αυτών, η χώρα εγκαλείται για τη συμπεριφορά της απέναντι στα παιδιά-θύματα της διακίνησης, γεγονός που αποσιωπήθηκε από όλες σχεδόν τις πλευρές.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, οι λεονταρισμοί των αρμοδίων δεν αρκούν. Το πρόβλημα είναι υπαρκτό, αφορά τα δεκάδες χιλιάδες θύματα της διακίνησης αλλά και την ελληνική κοινωνία, και απαιτεί άμεσες λύσεις. Λύσεις που θα βρίσκονται στον αντίποδα εκείνων που απεργάζονται δίχως ιδιαίτερες αναστολές οι δημοτικοί άρχοντες της Αθήνας.

 

(Ελευθεροτυπία, 22/6/2003)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ