ΑΥΤΟΠΤΕΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΣΕ ΔΙΚΕΣ

Ο βομβιστής της στέγης

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

1. / 2.   

Στον αντιτρομοκρατικό αγώνα ακολουθούμε κατά γράμμα τις επιταγές της αμερικανικής πολιτικής. Μοναδική εξαίρεση ο τρόπος αντιμετώπισης των αυτοπτών μαρτύρων. Μια νέα επιστημονική έρευνα στις ΗΠΑ ανατρέπει όλα τα δεδομένα για την αξιοπιστία και τον τρόπο εξέτασης των μαρτύρων αυτών.
 

Μια επιστημονική έρευνα που δημοσιεύτηκε φέτος στις ΗΠΑ από το Πανεπιστήμιο της Πολιτείας Αϊόβα αλλάζει δραστικά τον τρόπο που αντιμετωπίζαμε έως σήμερα τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων στις ανακρίσεις και τις ποινικές δίκες. Σε ένα πείραμα μεγάλης κλίμακας ερευνήθηκαν οι αντιδράσεις των ανθρώπων που παρακολούθησαν μια εγκληματική ενέργεια και στη συνέχεια κλήθηκαν να αναγνωρίσουν το δράστη. 

Το καλοκαίρι του 2002 με τις αποκαλύψεις για τα πρόσωπα που εμπλέκονται στον καμβά της εγχώρια τρομοκρατίας, αλλά κυρίως η εμπειρία της μεγάλης δίκης που ολοκληρώνεται στον Κορυδαλλό ξανάφερε στην ελληνική επικαιρότητα το ζήτημα της αξιοπιστίας, του ελέγχου και του τρόπου αξιοποίησης των αυτοπτών μαρτύρων. Ακούστηκαν από τις διαφορετικές πτέρυγες του δικαστηρίου διαμετρικά αντίθετες απόψεις για την περιγραφή της ίδιας κατάθεσης, ενώ ο ίδιος μάρτυρας χαρακτηρίστηκε από τον ένα παράγοντα της δίκης ψευδομάρτυρας και από τον άλλο η πεμπτουσία της αλήθειας. Τον ίδιο άνθρωπο που κορόιδευε ο ένας συνήγορος (της υπεράσπισης, για παράδειγμα) ως μυθομανή, τον εξήρε ως απολύτως αξιόπιστο ο άλλος συνήγορος (της πολιτικής αγωγής). 

Δεν έλειψαν και οι σαφείς αιχμές -ειδικά από τους κατηγορούμενους- ότι οι αναξιόπιστοι μάρτυρες αποτελούσαν τμήμα της σκευωρίας εις βάρος τους. Αυτές οι αποκλίσεις εξηγούνται φυσικά από την αντίθετη τοποθέτηση που κατέχει καθένας στην ποινική διαδικασία, όμως ο απόλυτος υποκειμενισμός οδηγεί την ίδια την ποινική δίκη σε αδιέξοδο. Αν δεν υπάρχουν κάποιοι κοινοί τόποι στην αξιολόγηση των μαρτύρων -ειδικά των αυτοπτών- τότε η συζήτηση στο ακροατήριο μετατρέπεται σε διάλογο κουφών. Στο τέλος αυτής της διαδικασίας παραμονεύει φυσικά η αυθαιρεσία της απόφασης. 

Και αλήθεια και ψέματα

Η απάντηση στα διλήμματα αυτά και η ερμηνεία στις αδυναμίες της κατάθεσης του αυτόπτη μάρτυρα δίνεται από το πρόσφατο πείραμα του Πανεπιστημίου της Αϊόβα. Τα συμπεράσματα του πειράματος οδηγούν στην κατανόηση του τρόπου πρόσληψης της πραγματικότητας από όσους τυχαίνει να παραβρεθούν στη διάπραξη κάποιου εγκλήματος ή στην προπαρασκευή του. Το σημαντικότερο είναι ότι καταδεικνύει το μηχανισμό με τον οποίο επιβάλλεται στο άτομο η εικόνα του δράστη με εσφαλμένο τρόπο, αν δεν υπάρχουν κάποιες θεμελιώδεις ασφαλιστικές δικλείδες. Το συμπέρασμα είναι ότι μπορεί ο αυτόπτης μάρτυρας να λέει κάτι εντελώς εσφαλμένο, χωρίς ταυτόχρονα... να λέει ψέματα. Και μπορεί κάποιος να ορκίζεται ότι αναγνωρίζει στο πρόσωπο του υπόπτου ή του κατηγορουμένου το δράστη, χωρίς να είναι "ψευδομάρτυρας", "στημένος" και "σκευωρός", αλλά απολύτως καλόπιστος!

Το πείραμα και η έρευνα που στηρίχτηκε σ' αυτό, αποδεικνύουν ότι ο τρόπος που λαμβάνεται μια κατάθεση αυτόπτη μάρτυρα και ο τρόπος που αντιμετωπίζεται ο μάρτυρας αυτός από τις διωκτικές αρχές και τη δικαιοσύνη είναι καθοριστικός για την εξαγωγή της αλήθειας ή τη δημιουργία παραπλανητικής εντύπωσης και στον ίδιο. 

Πρέπει βέβαια να λάβουμε εξαρχής υπόψη ότι η αμερικανική δικονομία έχει ορισμένες αρχές για την αναγνώριση υπόπτων που είναι ψιλά γράμματα για τα ελληνικά δεδομένα. Οπως γνωρίζουμε όλοι από τις αστυνομικές και δικαστικές ταινίες, οι ανακριτές στις ΗΠΑ στήνουν μπροστά στον μάρτυρα μια "σειρά υπόπτων" (lineup) αποτελούμενη από πέντε-έξι άτομα με κοινά λίγο-πολύ χαρακτηριστικά (ηλικία, φύλο, καταγωγή, σωματοδομή). Μεταξύ αυτών καλείται ο αυτόπτης να διαλέξει. Το ίδιο συμβαίνει και όταν επιχειρείται αναγνώριση από φωτογραφία. Και πάλι επιδεικνύεται μια "σειρά υπόπτων" και όχι μόνο ένας. Η σκοπιμότητα της "σειράς υπόπτων" είναι προφανής. Οταν ο αυτόπτης δηλώνει ότι ο δράστης είναι κάποιος νέος με γενειάδα ή ένας μεσήλικας καραφλός ή μια γυναίκα κοντή, είναι έτοιμος να εξειδικεύσει τη μνήμη του, εφόσον το πρόσωπο που του επιδεικνύεται ανταποκρίνεται στα γενικά χαρακτηριστικά που θυμάται. Οταν, όμως, βρεθεί υποχρεωμένος να επιλέξει μεταξύ προσώπων με κάποια φυσική ομοιότητα, τότε αρχίζει να μπαίνει στο δίλημμα: μήπως δεν είναι αυτός και είναι ο άλλος; 

Αυτόπτες αλά ελληνικά

Η "ελληνική μέθοδος", όπως γνωρίζουμε, ξεπερνά το σκόπελο. Και φτάνουμε στο φαινόμενο να μπερδεύει ο μάρτυρας τον (οποιοδήποτε) Καρατσώλη με τον (οποιοδήποτε) Κωστάρη, επειδή μοιάζουν, έχουν την ίδια περίπου ηλικία, κάθονται δίπλα στο εδώλιο, το όνομά τους αρχίζει από "Κ" και ...ο ανακριτής τους είχε δείξει μαζί στον μάρτυρα κατά τη προδικασία. Οταν ο ανακριτής έχει στο μυαλό του κάποιον ύποπτο, θεωρεί πολύ προφανές να ρωτήσει τον μάρτυρα για το συγκεκριμένο πρόσωπο, επιδεικνύοντας μάλιστα και φωτογραφία του. Και γινόμαστε έτσι μάρτυρες κατευθυνόμενων αναγνωρίσεων, χωρίς την ασφαλιστική δικλείδα κάποιου ελέγχου ή έστω αυτοελέγχου. Ειδικά στην περίπτωση μεγάλων υποθέσεων που ενδιαφέρουν την κοινή γνώμη, η εικόνα των υπόπτων φτάνει σε κάθε σπίτι μέσω της τηλεόρασης. Αυτό συνέβη και με τις συλλήψεις των υπόπτων για την υπόθεση της 17Ν το καλοκαίρι του 2002. Είναι φυσικό οι μάρτυρες που πρόκυψαν εκείνο το καλοκαίρι, να μην είχαν την πολυτέλεια της αμφιβολίας. Πεισμένοι από το βομβαρδισμό των μέσων ενημέρωσης ότι οι συλληφθέντες ήταν και οι ένοχοι, δεν είχαν παρά το δίλημμα να εντάξουν σε ρόλους συγκεκριμένους κάθε συλλαμβανόμενο. 

Υπό τους όρους αυτούς στο ακροατήριο η κατάσταση παίρνει τραγελαφικές μορφές. Ο μάρτυρας καλείται να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τον ίδιο του τον εαυτό. Κάτω από τη βάσανο των ερωτήσεων της έδρας και των συνηγόρων, πολλές φορές η αρχική βεβαιότητα κλονίζεται, όμως δεν είναι δυνατή η επιστροφή. Και καταλήγουμε στην επιστράτευση των "ποσοστών αναγνώρισης" που μετέτρεψαν μερικές μέρες και το δικαστήριο του Κορυδαλλού σε ένα αδιέξοδο παιχνίδι κολοκυθιάς, με τους μάρτυρες στον άχαρο ρόλο να επιμένουν στην απόλυτη βεβαιότητά τους, ακόμα και όταν έχει κουρελιαστεί η αξιοπιστία τους.

Το πείραμα της Αϊόβα

Φτάνουμε, λοιπόν, στο πείραμα της Αϊόβα. Δημοσιεύτηκε στο Journal of Experimental Psychology (2003, Vol. 9, No. 1, 42-52), αλλά προκάλεσε αρκετή συζήτηση στον αμερικανικό Τύπο και στα περιοδικά ευρύτερης κυκλοφορίας (Scientific American, Economist, κ.ά.). Επικεφαλής ήταν ο καθηγητής Γκάρι Ουέλς, με συνεργάτες τους συναδέλφους του Ελίζαμπετ Ολσον, και Στιβ Τσάρμαν. Ο δρ Ουέλς είναι ειδικευμένος στον τομέα της έρευνας για την αξιοπιστία της κατάθεσης του αυτόπτη μάρτυρα. 

Στην έρευνα μετείχαν 253 φοιτητές, στους οποίους δεν αποκαλύφτηκε εξαρχής ότι θα συμμετείχαν στο πείραμα ως αυτόπτες μάρτυρες κάποιας εγκληματικής πράξης. Τους επιδείχτηκε ένα βίντεο διάρκειας περίπου 60 δευτερολέπτων. Η σκηνή τραβήχτηκε ως υποκειμενικό πλάνο ενός προσώπου που εισέρχεται σε ένα γραφείο, κοιτάζει γύρω του ένα τραπέζι, έναν υπολογιστή και κάποια έγγραφα. Τελικά εστιάζει το βλέμμα του σε ένα παράθυρο. Εξω από το παράθυρο και σε απόσταση περίπου 4 μέτρων βρίσκεται μια ταράτσα. Η κάμερα ζουμάρει σε απόσταση 2 μέτρων το πρόσωπο ενός άνδρα που κινείται πάνω στην ταράτσα. Ο άνδρας ρίχνει ένα μεγάλο πακέτο (τη "βόμβα") μέσα κάποιο αεραγωγό, κοιτάζει προς το παράθυρο, φαίνεται να αντιλαμβάνεται πως τον παρατηρούν και τρέχει προς την έξοδο της ταράτσας. Το βίντεο συλλαμβάνει την εικόνα του άνδρα να μπαίνει από την πόρτα της ταράτσας και να κατεβαίνει τις σκάλες. 

Ο "δράστης", αυτός ο υποτιθέμενος "βομβιστής της στέγης" είναι ένας άνδρας 21 ετών, μετρίου αναστήματος, με κοντό σκούρο μαλλί και ξυρισμένο πρόσωπο.

Στη συνέχεια οι φοιτητές που μετείχαν στην έρευνα κλήθηκαν να αναγνωρίσουν τον ύποπτο μεταξύ έξι φωτογραφιών που τους επιδείχτηκαν κατά τη μέθοδο του lineup που ακολουθείται στις ΗΠΑ. Οι έξι άνδρες που εικονίζονταν στις φωτογραφίες διέθεταν τα γενικά χαρακτηριστικά του δράστη, αλλά κανείς τους δεν έμοιαζε ιδιαίτερα με αυτόν. Ο ίδιος ο "βομβιστής της στέγης" απουσίαζε από τις έξι φωτογραφίες. Και όμως. Ολοι οι φοιτητές που ρωτήθηκαν, "αναγνώρισαν" το δράστη μεταξύ των έξι υπόπτων. Ούτε ένας δεν διανοήθηκε ότι ο πραγματικός δράστης δεν βρίσκεται μεταξύ των φωτογραφιών που του επιδείχτηκαν. Και φυσικά κάθε ένας από τους μετέχοντες στο πείραμα αναγνώρισε κάποιο διαφορετικό δράστη μεταξύ των έξι.

Μετά την αρχική επιλογή που έκαναν, οι "μάρτυρες" χωρίστηκαν τυχαία σε διάφορες ομάδες, η καθεμιά από τις οποίες αντιμετωπίστηκε διαφορετικά από τους ερευνητές του Πανεπιστήμιου της Αϊόβα. Ο δρ Ουέλς ήθελε να διαπιστώσει την επίδραση που έχει στους αυτόπτες μάρτυρες η επιβεβαίωση ή η απόρριψη της μαρτυρίας τους από τις αρχές, καθώς και την επίδραση του χρόνου που γίνεται ή δεν γίνεται αυτή η επιβεβαίωση. Οι μάρτυρες χωρίστηκαν αρχικά σε τρεις ομάδες: στην πρώτη ομάδα οι ερευνητές ("ανακριτές") επιδοκίμασαν την επιλογή του υπόπτου. Στη δεύτερη ομάδα τους αποκάλυψαν ότι είχαν επιλέξει λάθος. Και στην τρίτη, δεν υπήρξε καμιά αντίδραση. Αυτή η θετική, αρνητική ή ουδέτερη ανταπόκριση στην επιλογή του δράστη πραγματοποιήθηκε σε δυο διαφορετικές χρονικές στιγμές: στους μισούς έγινε άμεσα και στους άλλους μισούς μετά από 48 ώρες. Οι ερευνητές επίσης υπέβαλαν στους "μάρτυρες" (και πάλι σε δύο φάσεις: αμέσως μετά την "αναγνώριση" και 48 ώρες αργότερα) και μια σειρά ερωτήσεων σχετικά με τη σιγουριά που νιώθουν για την επιλογή τους, πόσο καλή εικόνα είχαν κατά την παρακολούθηση του επεισοδίου, πόσο ήταν τεταμένη η προσοχή τους, κλπ.

Ο δρ Ουέλς, ερμηνεύοντας παλιότερες έρευνες, ανέμενε πως όσοι είχαν άμεση επιβεβαίωση ότι αναγνώρισαν τον σωστό ύποπτο, θα είχαν μεγαλύτερη βεβαιότητα για την επιλογή τους. Η πρόβλεψη αυτή πράγματι επιβεβαιώθηκε. Ομως το ανησυχητικό στοιχείο που πρόκυψε ήταν ότι ακόμα και εκείνοι που δέχτηκαν μια καθυστερημένη επιβεβαίωση της επιλογής τους υπήρξαν εξίσου σίγουροι στη συνέχεια για την ορθότητα της μαρτυρίας τους. Αυτό το γεγονός έχει σημαντικές επιπτώσεις για τη θωράκιση μιας αξιόπιστης μαρτυρίας. Διότι, όπως σχολιάζει και το περιοδικό Economist που παρουσίασε την έρευνα (5/3/03), είναι εύκολο να προλάβεις την άμεση επιβεβαίωση της επιλογής, αλλά πολύ δύσκολο να βρεις τρόπο να αποκλείσεις τον αυτόπτη μάρτυρα από εξωτερικά ερεθίσματα σε όλη το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη δίκη. 

"Αναγνώριση" με το στανιό

Το πρώτο συμπέρασμα είναι προφανές. Ο αυτόπτης μάρτυρας έχει την τάση να "αναγνωρίσει" κάποιον μεταξύ αυτών που του υποδεικνύει ο ανακριτικός υπάλληλος. Ακόμα και η επίδειξη πολλών υπόπτων (όπως επιβάλλει η δικονομία στις ΗΠΑ) δεν εξασφαλίζει τον μάρτυρα από το λάθος. Και εδώ είναι σαφές ότι μιλάμε για καλοπροαίρετους μάρτυρες και όχι για συνειδητούς ψευδομάρτυρες. Οι φοιτητές που μετείχαν στο πείραμα της Αϊόβα δεν είχαν κανένα προσωπικό λόγο να "αναγνωρίσουν" κάποιον δράστη. Και όμως ούτε ένας δεν δίστασε. Ολοι "αναγνώρισαν". Είναι φυσικό να χειροτερεύει η κατάσταση όταν αναφερόμαστε σε συνθήκες αναγνώρισης χωρίς θεσμοθετημένη "σειρά υπόπτων". Οταν, δηλαδή, ο ανακριτικός υπάλληλος επιδεικνύει κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο (ή φωτογραφία) στον μάρτυρα, συνδέοντας τον ύποπτο με μια συγκεκριμένη εγκληματική ενέργεια. 

Τα πράγματα χειροτερεύουν όταν ο μάρτυρας καταθέτει αφού πρώτα έχει γίνει γνωστή η εικόνα του υπόπτου (από τα μέσα ενημέρωσης). Αν μάλιστα έχει γίνει μεγάλος ντόρος στην τηλεόραση για το πρόσωπο του υπόπτου, τότε η βεβαιότητα αναγνώρισης είναι συντριπτική. Πρόκειται για το φαινόμενο που παρατηρούμε και σ' όλες τις γνωστές τηλεοπτικές εκπομπές "αναζητήσεων". Η αυθόρμητη προσφορά "αναγνωρίσεων" του προσώπου που αναζητείται είναι αντιστρόφως ανάλογη με την αξιοπιστία τους. 

Οι παλιότερες έρευνες του δρ. Ουέλς έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη σχετική συζήτηση που διεξάγεται σε νομικούς και δικαστικούς κύκλους στις ΗΠΑ. Ο ίδιος έχει από καιρό προτείνει να καταργηθεί η ταυτόχρονη παρουσίαση της σειράς των έξι υπόπτων (δηλαδή του υπόπτου μαζί με πέντε άσχετους που του μοιάζουν), διότι κι αυτός ο τρόπος εξέτασης του αυτόπτη μάρτυρα ενέχει τον κίνδυνο να επιλεγεί ούτως ή άλλος κάποιος από τη σειρά. Εμμεσα, δηλαδή, η σειρά των υπόπτων υποβάλει στον μάρτυρα την ανάγκη να διαλέξει, ακόμα και αν δεν αναγνωρίζει τον ύποπτο. Ο δρ. Ουέλς προτείνει να αντικατασταθεί η καθιερωμένη σειρά με τη διαδοχική επίδειξη καθενός από τους έξι, έτσι ώστε ο μάρτυρας να βρίσκεται κάθε φορά μπροστά στο δίλημμα της αναγνώρισης και να μην πέφτει στην παγίδα της επιλογής. 

Ούτως ή άλλως έχει ανοίξει μια εκτεταμένη επιστημονική και πολιτική συζήτηση στις ΗΠΑ για το ζήτημα αυτό. Προηγήθηκε ένα πραγματικό σοκ στο χώρο της αμερικανικής δικαιοσύνης, όταν επιτράπηκε να ελεγχθεί με η μέθοδο του DNA η ενοχή ορισμένων μελλοθανάτων κρατουμένων. Τα πορίσματα της έρευνας καταγράφηκαν στην Εκθεση του Εθνικού Ιδρύματος Δικαιοσύνης των ΗΠΑ με τον τίτλο: "Καταδικάστηκαν από τα δικαστήρια, απαλλάχτηκαν από την επιστήμη: μελέτη υποθέσεων για τη χρήση του DNA στην κατάδειξη της αθωότητας μετά από τη δίκη". Η υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Κλίντον Τζάνετ Ρίνο έδωσε εντολή στο Εθνικό Ιδρυμα Δικαιοσύνης να ερευνήσει τα αίτια της κάθε δικαστικής πλάνης. Με φρίκη διαπιστώθηκε τότε ότι στις περισσότερες από τις 28 περιπτώσεις που μελετήθηκαν, είχαν καταδικαστεί από τα δικαστήρια σε θάνατο αθώοι, μόνο και μόνο επειδή υπήρχε συντριπτική κατάθεση εις βάρος τους από κάποιον αυτόπτη μάρτυρα. Το σκάνδαλο που ακολούθησε υποχρέωσε την Τζάνετ Ρίνο να συγκροτήσει το 1998 την Τεχνική Ομάδα Εργασίας για τις Καταθέσεις των Αυτοπτών Μαρτύρων με εντολή να συντάξει νέες οδηγίες προς τις αστυνομικές, ανακριτικές και δικαστικές αρχές. 

Η Ομάδα Εργασίας αποφάνθηκε ότι οι καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων, είναι δυνατόν να βελτιωθούν και να γίνουν πιο αξιόπιστες μέσω της εφαρμογής των επιστημονικών αρχών και πρακτικών που θεωρούνται σήμερα αποδεκτές. Αναγνωρίστηκε ότι η έρευνα έχει αποδείξει ότι η ανάμνηση ενός γεγονότος από τους μάρτυρες μπορεί να είναι εύθραυστη και ότι το ποσό και η ακρίβεια των πληροφοριών που λαμβάνονται από έναν μάρτυρα 

εξαρτάται εν μέρει από τη μέθοδο. Με βάση αυτά τα δεδομένα, προσδιορίστηκαν οι ακόλουθοι σκοποί και οι στόχοι για τη μελέτη: 

- Να αυξηθεί το ποσό πληροφοριών που αποσπάται από τους μάρτυρες με βελτιωμένες τεχνικές συνέντευξης. 

- Να ανυψωθεί η πιστότητα/ακρίβεια των καταθέσεων των αυτοπτών μαρτύρων διότι η αστυνομία, οι κατήγοροι, και τα δικαστήρια εργάζονται με μάρτυρες για να προσδιορίσουν τους υπόπτους. 

- Να βελτιωθεί η δυνατότητα του ποινικού δικαστικού συστήματος να αξιολογεί την ισχύ και την ακρίβεια των καταθέσεων των αυτοπτών μαρτύρων.

Το αποτέλεσμα της μελέτης εκδόθηκαν ως Επίσημες Οδηγίες από το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ το 1999 και αναφέρονται σε όλες τις φάσεις της εμπλοκής ενός αυτόπτη μάρτυρα σε κάποια ποινική υπόθεση. Περιγράφονται αναλυτικά οι όροι, κάτω από τους οποίους μπορεί να γίνονται δεκτές οι μαρτυρίες. Ο μάρτυρας προετοιμάζεται εξαντλητικά, ο ανακριτής ελέγχει την αξιοπιστία και τη μνήμη του σε άλλα (ουδέτερα) ζητήματα από τη σκηνή του εγκλήματος, αποφεύγει κάθε είδους επηρεασμό, του εξηγεί αναλυτικά ότι ενδεχομένως ο δράστης να μη βρίσκεται μεταξύ των υπόπτων. Φυσικά ο ανακριτής ελέγχει και αν η γνώση του "αυτόπτη" προήλθε στην πραγματικότητα από μεταγενέστερη έμμεση πληροφόρηση. Περιπτώσεις "προϊούσας μνήμης" (ο όρος χρησιμοποιήθηκε στον Κορυδαλλό για να εξηγήσει ορισμένες αντιφάσεις μεταξύ καταθέσεων στην προδικασία και το ακροατήριο) αποκλείονται. Ο ανακριτής καταγράφει λεπτομερειακά τις αντιδράσεις του φερομένου ως αυτόπτη και τις αξιολογεί. Το ίδιο κάνει και το δικαστήριο. 

Περιττό να σημειώσουμε εδώ ότι με τα κριτήρια του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης δεν στέκει καμιά από τις "αναγνωρίσεις" που γίνονται δεκτές στα ελληνικά δικαστήρια. Ο τρόπος που λαμβάνονται οι καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων κατά την προδικασία και ο βομβαρδισμός της κοινής γνώμης με φωτογραφίες των υπόπτων, με βίντεο από την προσωπική τους ζωή και οι τηλεοπτικές "απ' ευθείας συνδέσεις" με τις προσαγωγές τους, ακυρώνει κάθε προσπάθεια να κρατηθεί ο μάρτυρας μακριά από εξωτερικό επηρεασμό. Είναι σαφές ότι η βεβαιότητά του ενισχύεται και η μνήμη του "υποβοηθείται" σε σημαντικό βαθμό. Αλλωστε υπάρχει και ελληνική βιβλιογραφία για τις δικαστικές πλάνες που στηρίζονται σε εσφαλμένες αναγνωρίσεις αυτοπτών. Σχετική μελέτη είχε κάνει η Αλίκη Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου.

Αλλά ας μη βιαστούμε να ζηλέψουμε την αυστηρότητα των δικονομικών αρχών στις ΗΠΑ. Στο κάτω κάτω της γραφής, ειδικά για περιπτώσεις όπως εκείνη που εκδικάζεται στον Κορυδαλλό, οι ΗΠΑ έχουν θεσπίσει νέες αστυνομικές και δικαστικές διαδικασίες εκτός νομικού πλαισίου. Και βέβαια οι ανακρίσεις στο Γκουαντάναμο δεν διεξάγονται με τη χρήση "σειράς υπόπτων"...

 

 

Η φύση της μνήμης

Οι αυτόπτες μάρτυρες διαδραματίζουν συχνά έναν ζωτικής σημασίας ρόλο στην αποκάλυψη της αλήθειας για κάποιο έγκλημα. Τα στοιχεία που παρέχουν μπορεί να αποβούν κρίσιμα στον εντοπισμό, τη δίωξη, και τελικά την καταδίκη των υπόπτων.

Γι' αυτό το λόγο έχει εξαιρετική σημασία να είναι ακριβείς και αξιόπιστες οι καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων. Ενας τρόπος που μας εξασφαλίζει, ως ανακριτές, να λαμβάνουμε ακριβείς και αξιόπιστες καταθέσεις από τους αυτόπτες μάρτυρες είναι να ακολουθούμε ορθούς τρόπους ανακριτικής έρευνας. 

Πρόσφατες περιπτώσεις στις οποίες έχουν χρησιμοποιηθεί τα στοιχεία DNA για να απαλλάξουν άτομα που έχουν καταδικαστεί με βάση την κατάθεση κάποιου αυτόπτη μάρτυρα αποδεικνύουν ότι τα στοιχεία που παρέχουν οι αυτόπτες μάρτυρες δεν είναι αλάθητα. Ακόμα και ο τιμιότερος και ο πιο αντικειμενικός άνθρωπος μπορεί να κάνει λάθος όταν ανακαλεί και περιγράφει ένα γεγονός που έζησε. Αυτή είναι η φύση της ανθρώπινης μνήμης. 

Τζάνετ Ρίνο
Υπουργός Δικαιοσύνης των ΗΠΑ στην κυβέρνηση Κλίντον

 

 

 

(Ελευθεροτυπία, 5/10/2003)

 

 

www.iospress.gr                                                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ