ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Ο βαθμός 0,8% του ανθρωπισμού

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

1. / 2.   

Οι νόμοι και οι διεθνείς συμβάσεις προστατεύουν τους πρόσφυγες. Μόνο που δεν εφαρμόζονται, παρά μόνο για το 0,8% όσων προσφύγων καταφέρουν να ζητήσουν άσυλο. Ολοι οι άλλοι θεωρούνται ψεύτες ή ανύπαρκτοι. Ανώτατος κριτής ένας άκαμπτος αστυνομικός μηχανισμός.

 

Το σύγχρονο "απαρτχάιντ" ολοκληρώνεται, καθώς η Ευρώπη-Φρούριο μέρα με τη μέρα επινοεί και νέους κατασταλτικούς μηχανισμούς εναντίον των εκτός των τειχών της φτωχών και κατατρεγμένων πολιτών (που παρουσιάζονται ότι "απειλούν την ευημερία και την ασφάλειά της"). Από κοντά και η κουτοπόνηρη χώρα μας που καθώς φαίνεται βρίσκεται στην πρωτοπορία του νέου αγριανθρωπισμού, βοηθούσης και της ευρύτερης ξενοφοβικής στροφής της όλο και περισσότερο ανασφαλούς ελληνικής κοινωνίας.

Ολα δείχνουν ότι οι διεθνείς συμβάσεις και οι όντως προοδευτικοί ελληνικοί νόμοι για τους πρόσφυγες έχουν στην πράξη καταργηθεί. Ενας ταξίαρχος, Διευθυντής Αλλοδαπών στο υπουργείο Δημόσια Τάξης, και η Κρατική Ασφάλεια κάνουν το γενικό κουμάντο για λογαριασμό της κυβέρνησης, θεωρώντας ότι στην Ελλάδα ποτέ δεν φτάνουν πρόσφυγες, παρά μόνο "λαθρομετανάστες" - άποψη που συστηματικά και δόλια αναπαράγεται και απ' τα κυρίαρχα ΜΜΕ.

Οσοι άνθρωποι από περιοχές πολέμων, κτηνώδους αυταρχισμού και φτώχειας τολμούν και καταφέρνουν (αν δεν ανατιναχτούν στα ναρκοπέδια του Εβρου, δεν πνιγούν στο Αιγαίο, δεν φυλακιστούν και δεν "επαναπροωθηθούν" βιαίως) να υποβάλουν αιτήσεις για τη χορήγηση ασύλου, αντιμετωπίζονται τουλάχιστον σαν ψεύτες. Ιδού τι ισχυριζόταν στις 7/10/2003 στην Βουλή ο Παντελής Τσερτικίδης, υφυπουργός Δ. Τάξης: "Πάντως, όπως αποδείχθηκε από την εξέταση των αιτημάτων ασύλου της περιόδου του 2002, τα περισσότερα από αυτά ήταν μεθοδευμένα, επίδοξων οικονομικών μεταναστών που επιθυμούσαν να παραμείνουν στη χώρα μας, εκμεταλλευόμενοι τις διαδικασίες ασύλου".

Αλλά τα στοιχεία (βλ. και πίνακα) είναι συγκλονιστικά. Αν κάποιοι λένε ψέματα και παραπλανούν -με τη γνωστή διγλωσσία και τη ανθρωπιστική ρητορεία- την κοινή γνώμη, ενώ αρνούνται την ύπαρξη των προσφύγων στη χώρα, αυτοί βρίσκονται στο κράτος και στα κυβερνητικά επιτελεία.

Ας ακούσουμε την Μαρία Σταυροπούλου, υπεύθυνη νομικής προστασίας της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες: "Δεδομένου ότι σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό σχεδόν όλα τα αιτήματα ασύλου απορρίπτονται, το ποσοστό αναγνώρισης προσφύγων στην Ελλάδα έχει πέσει κάτω από 1% το 2002 και στο 0,8% το 2003. Αναμφίβολα, αυτό το εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό αναγνώρισης προσφύγων μάς προβληματίζει διότι η Ελλάδα υπολείπεται έναντι όλων των υπολοίπων χωρών της Ε.Ε. Το ποσοστό αναγνώρισης είναι ένας από τους δείκτες που χρησιμοποιούνται παγκοσμίως στην αξιολόγηση της εφαρμογής της Διεθνούς Σύμβασης της Γενεύης για το καθεστώς των προσφύγων. Το γεγονός ότι αρκετοί πρόσφυγες 'προτιμούν' άλλες χώρες, όπως λέει το υπουργείο Δ. Τάξης, δεν θα πρέπει να μας καθησυχάζει. Αντιθέτως, μπορεί να θεωρηθεί και ως αποτέλεσμα της παρούσας πολιτικής και εφαρμογής του ασύλου στην Ελλάδα".

Η δικηγόρος Ερικα Καλαντζή, που ασχολείται πολλά χρόνια με θέματα προσφύγων, καταλήγει σε ανάλογα συμπεράσματα: "Είναι γνωστό ότι ο κόσμος δεν είναι 'αγγελικά πλασμένος' επειδή έπεσε το τείχος του Βερολίνου. Συνεχίζουν δυστυχώς να υπάρχουν δικτατορικά καθεστώτα, να υποφέρουν άνθρωποι από βασανιστήρια και από διώξεις επειδή ανήκουν σε συγκεκριμένη φυλή, εθνοτική ομάδα, κοινωνική τάξη, επειδή πιστεύουν συγκεκριμένη θρησκεία ή έχουν πολιτικές ιδέες που δεν ανέχεται το καθεστώς της πατρίδας τους. Αυτή είναι η ιστορία της ανθρωπότητας. Οι αριθμοί για τους αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα παρουσίαζουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα του κόσμου, ονειρική, αφού για το ελληνικό κράτος κανείς 'ξένος' τελικά δεν είναι κυνηγημένος από καθεστώτα που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, που βασανίζουν και τιμωρούν για τα ιδεώδη της δημοκρατίας". Από την πλευρά του το Ιατρικό Κέντρο Αποκατάστασης Θυμάτων Βασανιστηρίων έδωσε στις 10/11 στη δημοσιότητα τα δικά του στοιχεία, τα οποία διαψεύδουν την κυβέρνηση: "Πέρα από τους πολλούς άλλους λόγους που αποδεικνύουν ότι οι άνθρωποι που καταφεύγουν στην Ελλάδα πράγματι κινδυνεύουν αν επιστρέψουν στις περιοχές τις οποίες υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν, εξετάζοντάς τους διαπιστώσαμε ότι το 20% αυτών που ζητούν άσυλο έχουν υποστεί και βασανιστήρια".

Οι βαθμοί άρνησης

Η μελέτη της όλης διαδικασίας για το άσυλο (από την ώρα που κάποιος καταφέρει να πατήσει το πόδι του στη χώρα μας έως την ώρα που σαδιστικά απορρίπτεται το αίτημά του και μένει "χωρίς χαρτιά"), καταδεικνύει ότι δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μεμονωμένες περιπτώσεις που παραβιάζουν ορισμένα δικαιώματα των προσφύγων, αλλά ενώπιον ενός συνόλου σκοπίμων ενεργειών που στοχεύει στη φαλκίδευση του ίδιου του δικαιώματος. "Λόγω μιας σειράς παρατυπιών, αν όχι παρανομιών, από ολόκληρη την ιεραρχία του υπουργείου Δ. Τάξης, μηδέ εξαιρουμένου του υπουργού, το δικαίωμα των προσφύγων για άσυλο συρρικνώνεται", μας λέει ο Αριστείδης Μαυρογιάννης, υπεύθυνος του Τομέα Προσφύγων της Ελληνικής Επιτροπής της Διεθνούς Αμνηστίας.

Πιο συγκεκριμένα, διπιστώνεται ότι πρόσφυγες "επαναπροωθούνται", κρατούνται και απελαύνονται με διοικητική ή δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση των διεθνών συνθηκών και των νόμων (ακόμα και της γνωστής ελληνο-τουρκικής συμφωνίας του 2001) που ρητά εξαιρούν τους πρόσφυγες από τις διαδικασίες οι οποίες ακολουθούνται για τον κάθε έναν "παράνομα εισελθόντα" στη χώρα. "Οταν οι αστυνομικές αρχές διατάσσουν την απομάκρυνση των ήδη κρατουμένων αιτούντων άσυλο που εισήλθαν παράνομα στη χώρα, η δυνατότητα επικοινωνίας των προσφύγων με συνηγόρους ή με τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις είναι σχεδόν αδύνατη", υπογραμμίζει η κυρία Καλαντζή.

Ακόμα και η προβλεπόμενη διαδικασία υποβολής της αίτησης από τον πρόσφυγα και μετέπειτα η "συνέντευξη", χωρίς διερμηνέα και σαφή γνώση των δικαιωμάτων του, μετατρέπεται σε μια μικρή τραγωδία. "Στην πράξη το υπάρχον προσωπικό -που προβλέπεται από το Π.Δ 61/1999- δεν καλύπτει τις προϋποθέσεις του νόμου, συγχέοντας τη διαδικασία συνέντευξης του πρόσφυγα με την αστυνομική ανάκριση. Ετσι ο αιτών άσυλο αδυνατεί τις περισσότερες φορές να εκθέσει την ιστορία του και να τεκμηριώσει το δικαιολογημένο φόβο δίωξης που τον οδήγησε να εγκαταλείψει τη χώρα του", λέει ο κ. Μαυρογιάννης.

Μέχρι ο πρόσφυγας να παραλάβει -πάντοτε από την Αστυνομία- το πολυπόθητο "ροζ χαρτί" (μετά τη συνέντευξη και την "επισήμανσή" του), με το οποίο αποκτά μια προσωρινή άδεια παραμονής και ορισμένα κοινωνικά δικαιώματα (εργασία, περίθαλψη κ.λπ.), μεσολαβούν περίπου 15 μήνες, λόγω φόρτου εργασιών των αστυνομικών υπηρεσιών, προφανώς όμως κατά παράβαση του νόμου. Σ' αυτό το διάστημα ο αιτών άσυλο ταπεινώνεται από τις αστυνομικές αρχές, καταδικασμένος σε ένα αδιάκοπο πήγαιν' έλα, δίχως κανένα δικαίωμα. Το πώς επιβιώνει έτσι αόρατος παραμένει ένα από τα πολλά μυστήρια της Δημοκρατίας μας.

Η δικηγόρος Εύα Φακίνου που μάχεται για τα δικαιώματα των προσφύγων σημειώνει ότι "η χρονοβόρα διαδικασία μέχρι τη λήψη της πρώτης συνέντευξης κατ' αρχήν μεταφράζεται στην αδυναμία άσκησης οποιουδήποτε κοινωνικού δικαιώματος". Αλλά και μετά, κατά την εσκεμμένα πλημμελή διαδικασία της συνέντευξης προδιαγράφεται με ιδιαίτερη επιμέλεια ένα δυσοίωνο μέλλον: "Εχει παρατηρηθεί ότι αυτό το στάδιο έχει καταργηθεί στην πράξη. Η λήψη της συνέντευξης από αστυνομικά όργανα, η άγνοια ως προς το προσφυγικό δίκαιο, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν σε κάθε χώρα προέλευσης, η ύπαρξη καχυποψίας και φόβου αντίστοιχα, η έλλειψη, ανεπάρκεια και ακαταλληλότητα των διερμηνέων, ο περιορισμένος χρόνος λήψης της συνέντευξης, αλλά κυρίως η πολιτική σκοπιμότητα που εκδηλώνεται με την πλήρη απαξίωση της διαδικασίας, καταδεικνύεται από το γεγονός ότι όλες οι εισηγήσεις και αποφάσεις επί των αιτημάτων ασύλου είναι απορριπτικές και με τυποποιημένη αιτιολογία".

Συνεπώς, και σύμφωνα με όλους τους συνομιλητές μας που ζουν από κοντά το συγκεκριμένο σύστημα, ο πρώτος βαθμός αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα έχει ουσιαστικά καταργηθεί. Οι αστυνομικοί εισηγούνται αρνητικά για όλες τις αιτήσεις παροχής ασύλου προς τον κ. Ευσταθιάδη, τον Γ.Γ του υπουργείου Δ. Τάξης (πάντοτε με τις εντολές του γνωστού Ταξίαρχου), και εκείνος αποφασίζει εξίσου αρνητικά.

Η κυρία Φακίνου επιμένει ότι "η κατάργηση στην πράξη του πρώτου και εξαιρετικά σημαντικού σταδίου αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα οδηγεί στην Επιτροπή του δευτέρου βαθμού, η οποία στην ουσία εξετάζει το αίτημα σαν να μην είχε προηγηθεί ο πρώτος βαθμός, επειδή δεν έχει επαρκή ή σωστά στοιχεία για την ιστορία του κάθε αιτούντος άσυλο".

Και η κ. Καλαντζή θεωρεί τη διαδικασία απαράδεκτη: "Το αξιοσημείωτο είναι ότι σχεδόν όλες οι αποφάσεις κρίνουν, αρκετά τυποποιημένα, πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα και ότι ο ενδιαφερόμενος αιτών άσυλο ήρθε στην Ελλάδα σε αναζήτηση καλύτερης τύχης ή για τη βελτίωση της οικονομικής του θέσης. Δηλαδή, οι χειριστές των αιτημάτων ασύλου στη Διεύθυνση Κρατικής Ασφάλειας του υπουργείου έκριναν ότι στις περίπου 5.500 αιτήσεις που υποβλήθηκαν πέρσι σε καμιά περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης και άρα πρότειναν στον Γενικό Γραμματέα να απορρίψει όλα τα αιτήματα. Εύλογα δημιουργείται το ερώτημα γιατί δεν υπάγεται η κάθε περίπτωση στο συγκεκριμένο πλαίσιο της κατάστασης που επικρατεί στη χώρα προέλευσης του πρόσφυγα και δεν απορρίπτονται αιτιολογημένα οι ισχυρισμοί του για φόβο δίωξης".

Το μαρτύριο του σταγονόμετρου

Ο πρόσφυγας, καλώς εχόντων των πραγμάτων, αν δηλαδή δεν τον αγνοήσει ο μηχανισμός επίδοσης αποφάσεων της αστυνομίας, θα λάβει γνώση της απορριπτικής απάντησης και εντός 30 ημερών θα πρέπει να προστρέξει στην Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ, στη Διεθνή Αμνηστία ή σε όποιον άλλο ευαισθητοποιημένο οργανισμό και σε δικηγόρους, ώστε να προλάβει να προσφύγει σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του υπουργού Δημόσιας Τάξης, μέσω της Γνωμοδοτικής Επιτροπής (του άρθρου 3 παρ. 5 του Π.Δ. 61/1999). Αλλά και εκεί η τράπουλα είναι σημαδεμένη: Στα έξι μέλη της επιτροπής οι υπάλληλοι του κράτους έχουν την πλειοψηφία με δύο εκπροσώπους του υπουργείου Εξωτερικών και δύο του υπουργείου Δημόσιας Τάξης (το οποίο κρατά και την καρέκλα του προέδρου με τη διπλή ψήφο, και το οποίο, όπως είδαμε, έχει ήδη κρίνει αρνητικά όλες τις αιτήσεις ασύλου σε πρώτο βαθμό!). Τι μπορούν να κάνουν οι εκπρόσωποι του Δικηγορικού Συλλόγου και της Υπάτης Αρμοστείας για να πείσουν τον κ. Φλωρίδη ότι υπάρχουν αληθινοί πρόσφυγες, όταν ο ίδιος δεν θέλει να πειστεί;

"Σύμφωνα με τις βασικές αρχές του διοικητικού δικαίου", λέει ο κ. Μαυρογιάννης, "η απόφαση του υπουργού οφείλει να είναι πλήρως αιτιολογημένη, πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τη γνωμοδότηση της επιτροπής και, εάν η απόφαση του υπουργού είναι διαφορετική από την εισήγηση της επιτροπής, πρέπει να αιτιολογείται η διαφορετική του απόφαση. Στην πράξη οι αποφάσεις του υπουργού είναι σχεδόν όλες απορριπτικές με τυποποιημένη και γενικόλογη αιτιολογία και πολλές φορές διαφορετικές από την εισήγηση της επιτροπής χωρίς να αιτιολογείται, όπως θα έπρεπε, η απορριπτική απόφαση. Με αυτόν τον τρόπο απορρίπτονται αιτήσεις ασύλου προσφύγων που έχουν αποδεδειγμένα διωχθεί, φυλακιστεί και βασανιστεί και συνιστούν κλασικές περιπτώσεις εφαρμογής της συνθήκης της Γενεύης του 1951 για τους πρόσφυγες. Η τακτική αυτή του υπουργού Δημόσιας Τάξης έχει οδηγήσει τη χώρα μας στην τελευταία θέση στη χορήγηση ασύλου μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. εδώ και χρόνια, και το πρώτο εξάμηνο του 2003 έχει χορηγηθεί καθεστώς πρόσφυγα σε μόλις 3 ανθρώπους από ένα σύνολο 4.500 αιτήσεων".

Από τα στοιχεία της Επιτροπής, του δευτέρου βαθμού, επιβεβαιώνεται η εικόνα: Το 2002 εξετάστηκαν 657 προσφυγές αιτούντων άσυλο από τις πολύ πολλαπλάσιες αιτήσεις που η κρεατομηχανή του υπουργείου Δημόσιας Τάξης φρόντισε να απορρίψει στον (ανύπαρκτο πλέον) πρώτο βαθμό. Η Επιτροπή εισηγήθηκε θετικά με τα χίλια ζόρια υπέρ του ασύλου σε 81 ανθρώπους και επίσης θετικά για χορήγηση "ανθρωπιστικού καθεστώτος" σε άλλους 185. Συνολικά, δηλαδή, σε 266 πρόσφυγες. Ο υπουργός απέριψε τις 109 (37+72, αντίστοιχα) και μένουν σε εκκρεμότητα 126. Το 2003 τα πράγματα πάνε χειρότερα: Εξετάστηκαν ως τον Οκτώβριο 501 περιπτώσεις, η Επιτροπή γνωμοδότησε θετικά σε 45 περιπτώσεις για άσυλο και σε 39 για "ανθρωπιστικό καθεστώς" και ο υπουργός κρατά στο συρτάρι του σχεδόν την πλειονότητα των υποθέσεων σε εκκρεμότητα (313), έχοντας απορρίψει, έτσι για να μην ξεχνιόμαστε κιόλας, 29 αιτήματα...

Το συμπέρασμα του υπεύθυνου Προσφύγων της Διεθνούς Αμνηστίας είναι καθαρό. "Ολες οι παραβιάσεις, που συστηματικά συλλέγουμε και καταγράφουμε τα τελευταία χρόνια, καθιστούν την πρακτική των ελληνικών αρχών έναντι των προσφύγων εντελώς ασύμβατη με τις υποχρεώσεις της κυβέρνησης όπως αυτές απορρέουν από τις διεθνείς συμβάσεις που αυτή έχει κυρώσει, από το εθνικό δίκαιο και τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τη λειτουργία της διοίκησης, δηλαδή πρόκειται για πρακτική που απέχει κατά πολύ από τις προϋποθέσεις μιας δίκαιης και αποτελεσματικής διαδικασίας παροχής ασύλου".

Ο ρυθμός με τον οποίο εξετάζονται τα αιτήματα παροχής ασύλου (και στο δεύτερο βαθμό) πέρα από άδικος είναι και χρονοβόρος, με συνέπεια εκατοντάδες άνθρωποι να παραμένουν σε ομηρία, με πολύ περιορισμένα κοινωνικά δικαιώματα και πάντοτε με το βάσιμο φόβο ότι στο τέλος θα μείνουν "χωρίς χαρτιά" (ανύπαρκτοι πολίτες) σε μια χώρα που σε πρώτη ευκαιρία μπορεί να τους φυλακίσει και να τους απελάσει πίσω στην κόλαση απ' όπου προσπάθησαν να ξεφύγουν. Εκτός βεβαίως αν ο πρόσφυγας, κερδίσει το λαχείο και με ένα στρατό νομικών συμβούλων αποφασίσει να αναμετρηθεί με το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο ως τώρα, όποτε κλήθηκε, δεν χαρίστηκε στους αρμοδίους του "απαρτχάιντ".

 

 

Δικαίωμα μόνο στα χαρτιά

Τα στοιχεία μαρτυρούν από μόνα τους ότι η χορήγηση πολιτικού ασύλου στη χώρα μας είναι θεσμός που τείνει να υφίσταται μόνον ως δυνατότητα και ελαχιστότατα ως ρύθμιση. Το συνολικό ποσοστό αναγνώρισης προσφυγικού και ανθρωπιστικού καθεστώτος για πολίτες που ζήτησαν άσυλο ανέρχεται για το έτος 2003 σε 0,8%. Είναι χαρακτηριστικά τα στοιχεία που αφορούν ιρακινούς πολίτες που ζήτησαν άσυλο στη χώρα μας. Επί 2.596 αιτήσεων από τις αρχές του χρόνου μέχρι τον περασμένο Σεπτέμβριο δεν έγινε ούτε μία δεκτή για αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος και μόνον σε δεκαέξι περιπτώσεις χορηγήθηκε «ανθρωπιστικό καθεστώς».

Αναφέρομαι στην περίπτωση των ιρακινών πολιτών, γιατί αυτοί προέρχονται από μία χώρα στην οποία οι πολιτικές διώξεις είναι πρόδηλα υπαρκτές και η ευαισθησία στην έρευνα των στοιχείων όσο και στη χορήγηση του ασύλου θα έπρεπε να είναι αυξημένη.

Η γενικευμένη για το θεσμό πολιτική προκατάληψη των αρμοδίων οργάνων είναι υπαρκτή και τα έχει οδηγήσει στην ανεπίτρεπτη αντίληψη ότι η χορήγηση πολιτικού ασύλου δεν είναι υποχρέωση του κράτους μας, υποχρέωση που απορρέει από διεθνείς συμβάσεις, αλλά δικαίωμα που μπορούν να το ασκούν ανεξέλεγκτα και αναιτιολόγητα.

Οι ξένοι πολίτες που έρχονται στην Ελλάδα για να ζητήσουν πολιτικό άσυλο δεν έχουν ούτε την κατάλληλη ενημέρωση, όπως δικαιούνται από την πρώτη στιγμή που βρίσκονται εντός των συνόρων της χώρας, ούτε και μετά. Οι διαδικασίες γίνονται δυσπροσπέλαστες από τους ενδιαφερόμενους, οι δε αιτήσεις εκείνων που μπόρεσαν να ασκήσουν το δικαίωμα στην αίτηση οδηγούνται στην ασφυξία του χρόνου. Είναι χαρακτηριστικό το στοιχείο ότι δεκαπέντε χιλιάδες αιτήσεις ισάριθμων ξένων πολιτών αναμένουν την επίσημη καταγραφή τους από τις αρχές.

Η πολιτική άρνηση, όσο και η ευθύνη για τη χορήγηση πολιτικού ασύλου ή ανθρωπιστικού καθεστώτος, είναι δεδομένη: οι προσφυγές των

ενδιαφερομένων δεν γίνονται δεκτές κι όταν ακόμη ότι η αρμόδια επιτροπή γνωμοδοτεί θετικά. Εκατοντάδες προσφυγές εκκρεμούν για υπογραφή από τον υπουργό, στις οποίες περιλαμβάνονται και όλες σχεδόν οι θετικές γνωμοδοτήσεις της επιτροπής για άσυλο.

Να προστεθεί δε ακόμη, για να καταστεί πλέον φανερή η επί της ουσίας συρρίκνωση του θεσμού του πολιτικού ασύλου, ότι είναι εξαιρετικά δυσχερής έως αδύνατος ο δικαστικός έλεγχος της άρνησης χορήγησης πολιτικού ασύλου, αφού η διοίκηση δεν έχει υποχρέωση ειδικά και εμπεριστατωμένα να αιτιολογεί την άρνησή της, ανεξάρτητα από το αυτονόητο ότι ο ξένος πολίτης δεν έχει την ευχέρεια της προσφυγής στη Δικαιοσύνη.

Η κυβέρνηση οφείλει να αλλάξει πολιτική και κυρίως να αλλάξει την πολιτική αντίληψη των οργάνων που εμπλέκονται στη διαδικασία χορήγησης πολιτικού ασύλου.

Η στάση της είναι τουλάχιστον υποκριτική απέναντι στους πρόσφυγες και σαφώς ελεγχόμενη πολιτικά. Η Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες προφανώς θα πιστεύει, μαζί με άλλους, ότι η χορήγηση ασύλου στην Ελλάδα είναι θεσμός κενός περιεχομένου.

Φώτης Κουβέλης
κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΝ


 

(Ελευθεροτυπία, 23/11/2003)

 

www.iospress.gr                                                                                    ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ