ΠΟΛΙΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ

 

Οι νέοι Έλληνες πολίτες

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

 

1. / 2.   


Οταν έφτασαν, πριν από 10-12 χρόνια, κάναμε ότι δεν βλέπαμε τη σκλαβιά τους. Μετά, δώσαμε κάτι «κάρτες παραμονής» που έληγαν πριν ισχύσουν. Και σήμερα, που έρχεται η ώρα να πολιτογραφηθούν, ανακαλύπτουμε ότι δεν ταιριάζει το ... DNA τους.

 

Ολες οι έρευνες που σχετίζονται με την αποδοχή των μεταναστών από την ελληνική κοινωνία -παρά την ανησυχητική αντιφατικότητά τους- οδηγούν σε ένα συμπέρασμα: Ετσι ή αλλιώς, συνυπάρχουμε και δεν μπορεί παρά να συνεχίσουμε να ζούμε μαζί τους.

Συνεπώς, όσο ταχύτερα ενταχθούν με πλήρη δικαιώματα στην πραγματικότητά μας (κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά) τόσο αρμονικότερο και παραγωγικότερο θα γίνει το κοινό μας μέλλον.

*Στην πρόσφατη (Νοέμβριος 2003) πανελλαδική δημοσκόπηση του ΕΚΕΜΕ (Ελληνικό Κέντρο Ευρωπαϊκών Μελετών και Ερευνών), ο σκληρός πυρήνας της ξενοφοβίας και του ρατσισμού στην Ελλάδα φαίνεται ότι, αυτή την εποχή, περιορίζεται στο 22,1% του ημεδαπού πληθυσμού, στο ποσοστό δηλαδή εκείνων των συμπατριωτών μας που με κανένα τρόπο δεν θα επιθυμούσαν την «ελληνοποίηση των αλλοδαπών που ζουν εδώ».

*Αντίθετα, το 11,49% ζητά την πολιτογράφηση των ξένων έναν χρόνο μετά την εγκατάστασή τους, το 33,4% έπειτα από 5 χρόνια, το 15,62% έπειτα από 10 χρόνια και ένα 4,03% ύστερα από 20 χρόνια παραμονής τους.

*Συνολικά, επομένως, το 64,54% των ελλήνων πολιτών έχει αντιληφθεί ότι αργά ή γρήγορα οι «μη Ελληνες το γένος» συμπολίτες μας πρέπει να αποκτήσουν όλα τα συνταγματικά τους δικαιώματα, ξεφεύγοντας οριστικά από το καθεστώς ομηρίας στο οποίο τους καταδικάζει η ταπεινωτική κάθε τόσο αναμέτρησή τους με τις πράσινες κάρτες και τα πράσινα άλογα της ελληνικής μεταναστευτικής πολιτικής.

*Ανάλογα ενθαρρυντικά δεδομένα προκύπτουν και για την αναγνώριση των δικαιωμάτων των αλλοδαπών ως προς την πολιτική τους δραστηριοποίηση (υπέρ, το 45,09%), τη δυνατότητα πρόσβασής τους σε ανώτατα αξιώματα (υπέρ, το 41,65%) και την εκπροσώπησή τους στο Κοινοβούλιο (υπέρ, το 36,94%). Το ενδιαφέρον είναι ότι τα παραπάνω ευρήματα-απόψεις των συμπολιτών μας είναι σαφώς πιο προωθημένα από τις επιλογές των ελληνικών κυβερνήσεων και του κράτους, όπως αυτές εκφράζονται στο πεδίο των θεσμών και των συμπεριφορών της πολιτείας.

*Σύμφωνα με την τελευταία επίσημη απογραφή του πληθυσμού (ΕΣΥΕ, 18/3/2001), οι αλλοδαποί στην Ελλάδα αντιπροσωπεύουν το 7% του συνολικού πληθυσμού (κάπου 790.000 άνθρωποι) και αποτελούν το 11% της (καταγεγραμμένης τυπικά) εργατικής τάξης (στοιχεία του ΙΚΑ, Δεκέμβριος 2003), ενισχύοντας αποφασιστικά (ως το κατ' εξοχήν νεανικό και παραγωγικό τμήμα της κοινωνίας) τον όποιο δυναμισμό και τις οικονομικές επιδόσεις της χώρας - εξελίξεις που όλοι οι σοβαροί επιστημονικοί οργανισμοί έχουν μελετήσει και αποδεχθεί τα τελευταία χρόνια.

*Απ' αυτόν τον μεταναστευτικό πληθυσμό, το 41% ζει στην Ελλάδα 5 ή περισσότερα χρόνια, το 47% έχει έρθει πριν από 1 έως 5 χρόνια και μόνο το 12% έφτασε εδώ μέχρι πριν από έναν χρόνο. Αυτή η εικόνα των μεταναστών στην Ελλάδα -και παρά τα απίθανα προβλήματα που υφίστανται με τις «άδειες παραμονής» και τον καθημερινό αγώνα για την επιβίωσή τους- δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα, μια νέα δυναμική.

Η πρόθεσή τους να ζήσουν εδώ, μαζί μας, μια ισότιμη και αξιοπρεπή ζωή δεν είναι πλέον ένα θεωρητικό ενδεχόμενο. Ολο και περισσότεροι εκφράζονται ανοιχτά και οργανώνουν το μέλλον τους στην Ελλάδα, όπως ακριβώς συμβαίνει με όλα τα μεταναστευτικά ρεύματα στην ιστορία, όπως βεβαίως συνέβη και με τους χιλιάδες συμπατριώτες μας στην Αμερική, την Αυστραλία, τη Δυτική Ευρώπη και αλλού, τότε που υπήρξαμε κι εμείς... οι Αλβανοί της εποχής.

*Ηδη, σε έρευνα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και του ΕΚΚΕ, από τον Φεβρουάριο 2003, καταγράφεται ότι το 53,4% των αλλοδαπών εργαζομένων στο λεκανοπέδιο Αττικής επιθυμούν (και σε ένα σημαντικό ποσοστό διαθέτουν και τις κατά νόμο προϋποθέσεις) να παραμείνουν μόνιμα στην Ελλάδα, ως έλληνες πολίτες, ενώ ένα άλλο 17,6% δεν γνωρίζει αν και πότε θα γυρίσει στον τόπο καταγωγής του και συνεπώς κατά ένα μέρος προστίθεται στον εν δυνάμει πληθυσμό των «Αλλων» που το επόμενο διάστημα θα επιδιώξουν δικαίως να γίνουν ό,τι κι εμείς, ξεφεύγοντας δηλαδή από την ανασφαλή μοίρα του προλεταριάτου της δεύτερης κατηγορίας.

*Αλλωστε, όπως έχει προκύψει και από μελέτη του ίδιου του υπουργείου Εσωτερικών (Ιούλιος, 2001) ήδη το 58,4% των μεταναστών κατοικεί στη χώρα μας με τις οικογένειές τους -και σήμερα το ποσοστό αυτό θα έχει προφανώς αυξηθεί- πολλαπλασιάζοντας και βαθαίνοντας έτσι τους δεσμούς των μεταναστών με την ελληνική κοινωνία, μέσω της εκπαίδευσης των παιδιών, της κοινωνικής ασφάλισης, της ένταξης στα δημοτολόγια, στο σύστημα υγείας κ.ο.κ.

Μέτρο αποκλεισμού

Ως τώρα, τη διαδικασία κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας τη γνωρίζαμε κυρίως από την ανάποδη. Δηλαδή ως νομική κατασκευή διαφοροποίησης και αποκλεισμού. Σε όλη τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου (αλλά και νωρίτερα) κυριάρχησαν νομοθεσίες και πρακτικές στέρησης της ιθαγένειας εναντίον χιλιάδων κομμουνιστών και μειονοτικών Τούρκων ή σλαβομακεδόνων ελλήνων πολιτών -με το περίφημο άρθρο 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας που μόλις το 1998 καταργήθηκε. Αυτές οι πληγές δεν έχουν ακόμα επουλωθεί. Το καθόλου αθώο μπλέξιμο με τις έννοιες «γένος» (ομογενής/αλλογενής) και «εντοπιότητα» (αλλοδαπός/ημεδαπός), συγκρότησε ένα περίπλοκο σύστημα για το ποιος τελικά διαθέτει το «προσόν να είναι Ελληνας», με κύριο στοιχείο την «καθαρότητα του αίματος» ή, έστω, την «καθαρότητα της εθνικής του συνείδησης»!

Αυτή τη βαριά κληρονομιά (που εμφανώς ακυρώνει την ουσία του κράτους δικαίου) καλούμαστε να εγκαταλείψουμε σήμερα, ξεφεύγοντας οριστικά από τις «εθνικές σκοπιμότητες» που καθόριζαν τις πολιτικές πολιτογράφησης ανάλογα με τις επιδιώξεις είτε του «αλυτρωτισμού» (Βορειοηπειρώτες, Κωνσταντουπολίτες, έλληνες πολίτες με ειδικό καθεστώς), είτε της «ενσωμάτωσης στη μητέρα πατρίδα» (παλιννοστούντες ομογενείς από τις τέως σοβιετικές χώρες, με εξαιρετικό καθεστώς ταχείας ελληνοποίησης) κ.λπ.

Στο Β' Μέρος του Συντάγματος του 2001 που αναφέρεται στα Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα υπάρχουν 18 αναφορές με καθολική ισχύ, για όλους δηλαδή τους ανθρώπους που ζουν στην ελληνική επικράτεια, όμως σε 8 περιπτώσεις ο συντακτικός νομοθέτης επιφυλάσσει την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων αποκλειστικά στους έλληνες πολίτες.

Η κατοχή της ελληνικής ιθαγένειας, λ.χ., εισάγεται ως ρήτρα στην προστασία του δικαιώματος στη συνάθροιση (άρθρο 11) και στο συνεταιρίζεσθαι (άρθρο 12).

Επομένως, σε μια προοπτική διεκδίκησης ουσιαστικού κράτους δικαίου οφείλουμε: πρώτον, να επεκτείνουμε τα ανθρώπινα και κοινωνικά δικαιώματα σε όσους αλλοδαπούς εντάσσονται στην ελληνική κοινωνία ως μετανάστες ή πρόσφυγες (χωρίς τα διαρκή καψώνια με τις άδειες παραμονής, τις επιχειρήσεις-σκούπα κ.λπ.) και, δεύτερον, να φύγουμε από τη λογική του «εθνικού αίματος» και της χρονοτριβής στο ζήτημα της κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας προς όσους επιθυμούν να την αποκτήσουν. Ειδικά, με την απλούστευση και την επιτάχυνση των πολιτογραφήσεων, πέρα από την προφανή ανανέωση της «γερασμένης» ελληνικής κοινωνίας, του ασφαλιστικού μας συστήματος κ.ο.κ. θα υπάρξει τεράστια εξοικονόμηση πόρων και δυναμικού από την παράλογη (και εξοντωτική για τους μετανάστες) συχνή διαδικασία ανανέωσης των αδειών παραμονής τους.

Οπως εύστοχα μας θύμισε ο Βίκτωρας Νέτας, σε σχετικό άρθρο του εναντίον των ξενόφοβων «υπερπατριωτών» («Ε», 4/11/2003), με βάση το πρώτο ελληνικό Σύνταγμα (της Τροιζήνας, 1827), ένας ξένος που ζούσε στη χώρα από ένα έως τρία χρόνια, μπορούσε -υπό ορισμένες απλές προϋποθέσεις- να πολιτογραφηθεί Ελληνας, ανεξάρτητα από το «εθνικό του DNA», δίχως τότε κανένας να διανοηθεί ότι έτσι νοθεύεται η «καθαρότητα της φυλής».

Δύο σχεδόν αιώνες μετά, στο ίδιο κράτος ο ξένος αντιμετωπίζεται με καχυποψία, και μόνο οι περίφημοι «παλιννοστούντες» από τον Πόντο πολιτογραφούνται μαζικά (κάπου 160.000, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές) με ειδικό νόμο (2790) και συνοπτικές διαδικασίες, που βεβαίως δικαιολογούνται και επιτρέπονται λόγω ομογένειας.

Εκτακτη νομοθεσία

*Το «αλλογενές», ωστόσο, μεταναστευτικό και το προσφυγικό ρεύμα μετά το 1990 προσλαμβάνεται ως «ιστορικό ατύχημα» από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις και το κράτος, και υπό την πίεση της μόνιμης και θορυβώδους σχετικής δημαγωγικής κινδυνολογίας μερίδων του πολιτικού κόσμου και των μέσων ενημέρωσης, αντιμετωπίζεται κατά καιρούς ως εθνική απειλή.

*Ετσι, ήδη από το 1993 (με το νόμο 2130) ο συνολικός χρόνος παραμονής του ξένου στην Ελλάδα -που ορίζεται ως απαραίτητη και πρώτη προϋπόθεση για να αποκτήσει το δικαίωμα υποβολής του αιτήματος της πολιτογράφησής του- από 8 χρόνια που ήταν, αυξάνεται στα 10 κατά την τελευταία 12ετία. Επίσης τα τρία χρόνια διαμονής στην Ελλάδα μετά την υποβολή της δήλωσης πολιτογράφησης αυξάνονται σε πέντε. Σ' αυτή τη στρατηγική αποτροπής των πολιτογραφήσεων έρχεται να προστεθεί μετά το 2001 και η υποχρέωση του «υποψήφιου Ελληνα» να καταθέτει μαζί με την αίτησή του και ένα παράβολο 500.000 δρχ., ώστε η όλη τελετουργία να αποκτήσει και έναν συμβολικό ταξικό χρωματισμό.

*Το πόσο «εξαιρετική» είναι η νομοθεσία για την ελληνική ιθαγένεια, συγκρινόμενη με τις υπόλοιπες διοικητικές διαδικασίες που διέπουν τις σχέσεις των ανθρώπων με το ελληνικό κράτος, φαίνεται εύγλωττα από μια εγκύκλιο του υπουργείου Εσωτερικών (Φ.32089/10641/26.5.1993), σύμφωνα με την οποία «η υποχρέωση που έχουν οι διοικητικές υπηρεσίες ν' απαντούν στους πολίτες μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται από το νόμο, δεν ισχύει όταν πρόκειται για υποθέσεις που αφορούν κτήση-αναγνώριση, απώλεια και ανάκτηση της ελληνικής ιθαγενείας».

*Αργότερα, με τον διαβόητο νόμο 2910/2001, περί «εισόδου, παραμονής αλλοδαπών και κτήσης ελληνικής ιθαγενείας με πολιτογράφηση» η συμπεριφορά του ελληνικού κράτους προς τους αλλοδαπούς οργανώνεται διαπνεόμενη πάντοτε από την ίδια «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», η οποία αποτυπώνεται με σειρά εξαιρέσεων:

1. Εξαίρεση από την υποχρέωση απάντησης στα πρόσωπα που συναλλάσσονται γραπτώς με τη διοίκηση.

2. Εξαίρεση από οποιεσδήποτε δεσμευτικές για τη διοίκηση προσθεσμίες.

3. Εξαίρεση από την υποχρέωση αιτιολογίας στις απαντήσεις στα πρόσωπα.

4. Μη υπαγωγή των πράξεων ή των παραλείψεων της διοίκησης στον έλεγχο των ελληνικών δικαστηρίων.

Μια απλή ανάγνωση των άρθρων 58 έως 64 του 2910/2001 που αναφέρονται στη διαδικασία της πολιτογράφησης του αλλοδαπού (και όχι στη συνοπτική «ελληνοποίηση» του ομογενούς-παλιννοστούντος, όπως αναφέραμε πιο πάνω), πείθει τον καθένα για το πόσο αρνητικό είναι το ελληνικό κράτος απέναντι στην προοπτική οριστικής ενσωμάτωσης των μεταναστών.

Μια ανοιχτή κοινωνία

Τα στάδια επεξεργασίας των αιτήσεων που έχουν επινοηθεί καθώς και τα εσκεμμένα αόριστα διατυπωμένα κριτήρια με βάση τα οποία θα αποφασιστεί η τύχη του αιτήματος πολιτογράφησης δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία.

Αυτή η θεσμοποιημένη εχθρότητα εικονογραφείται και από τους αριθμούς πολιτογραφηθέντων αλλογενών-αλλοδαπών που παραθέτουμε στον σχετικό πίνακα: Πολιτογραφήσεις με το σταγονόμετρο, με επικράτηση μάλλον των κριτηρίων φυλετικής συγγένειας ή οικονομικής και κοινωνικής θέσης.

Η μελέτη της ιστορίας της ελληνικής ιθαγένειας είναι στην πραγματικότητα η αποκρυπτογράφηση των βαθύτερων στρατηγικών αποκλεισμού και ενσωμάτωσης που στην εξέλιξή του υιοθέτησε το ελληνικό κράτος μέσα από ετερόκλητες και άτακτες κανονιστικές διατάξεις και διοικητικές πρακτικές.

Σύμφωνα με τον Δ. Χριστόπουλο, «Η ιστορία της ελληνικής ιθαγένειας είναι η ίδια η συνείδηση της πολιτικής ιστορίας μας, οι περιπέτειες και τα πάθη της οποίας δεν αφήνουν πάντα το νου καθαρό. Δεν πρέπει λοιπόν να εκπλήσσει ότι η ιστορία της ιθαγένειας είναι δέσμια των θεμελιακών αφηγήσεων της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας».

Ωστόσο, η μακρά περίοδος κατά την οποία επικρατούσε η μυθολογία του «ανάδελφου και διαρκώς απειλούμενου έθνους» μας έχει εκ των πραγμάτων ξεπεραστεί. Και αν παραμένει και εκπέμπεται από ορισμένους θυλάκους μισαλλοδοξίας που κρύβονται πίσω από τη ρητορική του «μεγαλείου της φυλής» και την «ιδιοπροσωπεία μας», δεν μπορεί να εμποδίσει την πρόοδο.

Με τα σημερινά κοινωνικά, οικονομικά και δημογραφικά δεδομένα (που αναπτύξαμε στην αρχή του κειμένου) όλα δείχνουν ότι το πολιτειακό δόγμα της ιθαγένειας, όπως στενόμυαλα το διαχειρίστηκε το ελληνικό κράτος, κλείνει τον ιστορικό του κύκλο και αρχίζει να βαδίζει προς την αντικατάστασή του από ένα άλλο νέο που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που διαρκώς αλλάζει αναζητώντας μια ανοιχτή, προοδευτική και ευρωπαϊκή προοπτική, δίχως φρούρια, νέα απαρτχάιντ και κάλπικους σκοταδιστικούς «πολέμους πολιτισμών και θρησκειών».

 

 

«Είναι προς το συμφέρον μας»

Η προωθούμενη συνταγματική συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι δυνατό, με συγκεκριμένες προϋποθέσεις και ρυθμίσεις, να ενισχύσει και επιταχύνει τη διαδικασία ενοποίησής της. Το κοινοτικό πρότυπο ολοκλήρωσης εάν εμπλουτιστεί με ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά είναι δυνατό, με τη συνδρομή και άλλων στοιχείων, να αποτελέσει βάση για τη θεσμική μετεξέλιξη της Ε.Ε. σε πολιτική Ενωση.

Με τη παραδοχή ότι η Ε.Ε. πρέπει να συνιστά ένωση λαών και ένωση κρατών, η πολιτική διεκδίκηση οφείλει να αναφέρεται στη διαμόρφωση της Ε.Ε. ως πολιτικής κοινότητας δημοκρατικών αξιών με επίκεντρο τον άνθρωπο-πολίτη, τη ζωή και την προσωπικότητά του. Οι αξίες αυτές αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, το βασικό στοιχείο της ενωσιακής επιλογής.

Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια είναι επομένως η αναγκαία έκφραση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που δημιουργούνται για τον ευρωπαίο πολίτη από τη λειτουργία της Ευρώπης. Μια ευρωπαϊκή ένωση χωρίς διπλή ιθαγένεια, ευρωπαϊκή και κρατική, αντιστρατεύεται το περιεχόμενο και τις αξίες της ενοποίησης.

(Επιλέγω τον όρο συνταγματική συνθήκη γιατί έχω την άποψη ότι οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών της Ε.Ε. δεν έχουν συντακτική εξουσία για να θεσπίσουν «ευρωπαϊκό σύνταγμα»).

Ανεξάρτητα όμως από την προαναφερόμενη ρύθμιση στο πλαίσιο της συνταγματικής συνθήκης, υπάρχει, σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, η δυνατότητα ενός ξένου πολίτη να πολιτογραφηθεί, με ορισμένες προϋποθέσεις, έλλην πολίτης.

Η πολιτογράφηση αυτή, με τις προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος, είναι εξαιρετικά δυσχερής έως αδύνατη. Υπάρχουν ξένοι πολίτες οι οποίοι, ενώ διαβιούν στην Ελλάδα επί δέκα, δεκαπέντε και πλέον έτη και αποδεδειγμένα έχουν τη χώρα μας ως το αποκλειστικό κέντρο των βιοτικών τους αναγκών και εδώ αναπτύσσουν και καταγράφουν το σύνολο των δραστηριοτήτων τους, δεν πολιτογραφούνται ως έλληνες πολίτες.

Τα αρμόδια για την πολιτογράφηση όργανα είναι εξαιρετικά φειδωλά, δύσκαμπτα, όσο και συστηματικά αρνητικά στην πολιτογράφηση ξένων πολιτών ως Ελλήνων και μάλιστα με σχεδόν ανύπαρκτο το δικαστικό έλεγχο των πράξεων που εκδίδουν.

Ετσι, αυτοί παραμένουν σε μια ιδιότυπη και δυσβάστακτη ομηρία, με το δεδομένο ότι το δικαίωμά τους να αναπτύσσουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους και να συμμετέχουν στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, κατά το άρθρο 5 του συντάγματος, γίνεται σχετικό και εκ των πραγμάτων περιορισμένο.

Ο ανακαθορισμός των προϋποθέσεων και των κριτηρίων για την πολιτογράφηση γίνεται πλέον αναγκαίος, με δεδομένα τα νέα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας.

Το στοιχείο που αποφασιστικά συνηγορεί για τον ανακαθορισμό των κριτηρίων, με πρόταξη του κριτηρίου της εργασίας, της κατοικίας, της κοινωνικής συμπεριφοράς, που θα διευκολύνει την πολιτογράφηση, είναι η νέα πραγματικότητα της χώρας, με την παρουσία ξένων πολιτών που αποδεδειγμένα θέλουν να είναι έλληνες πολίτες, με το σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που τους αντιστοιχούν.

Αλλωστε και το επικαλούμενο συμφέρον της χώρας εξυπηρετείται με την πλήρη συσσωμάτωση αυτών των πολιτών στην κοινωνία της.

Φώτης Κουβέλης
(κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ)
 

 


 

(Ελευθεροτυπία, 4/1/2004)

 

www.iospress.gr                                                                                    ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ