ΔΙΑΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

 

Η ανεπιθύμητη Εκθεση

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

 

1. / 2.   



Τα ελληνικά κόμματα ομοφώνησαν ότι η 27η κάθε Γενάρη κηρύσσεται στο εξής ημέρα μνήμης του Ολοκαυτώματος. Πίσω ωστόσο από τα μεγάλα λόγια και τις καλές προθέσεις, ο αντισημιτισμός ζει και βασιλεύει στην Ευρώπη. Μόνο που οι ευρωπαίοι υπεύθυνοι δεν μπορούν ακόμη να συνεννοηθούν για το ακριβές περιεχόμενό του.

 


Ο αντισημιτισμός γνωρίζει τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερη έξαρση στην Ευρώπη. Η διαπίστωση ωστόσο αυτή, αν και περίπου ομόθυμη, βρίσκεται στο κέντρο μιας οξύτατης διαμάχης που κι αυτή με τη σειρά της έχει να μαρτυρήσει πολλά για τις σύγχρονες εκδοχές του παμπάλαιου, επομένως εξαιρετικά ανθεκτικού στο χρόνο, φαινομένου. Αν και με διαφορετικές αφορμές σε κάθε χώρα, η τρέχουσα συζήτηση για το ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του λεγόμενου «νέου αντισημιτισμού» αποκαλύπτει ότι εκκρεμεί ένας κοινά αποδεκτός ορισμός, ο οποίος θα επέτρεπε να γίνονται σαφή τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να ανιχνευτεί σήμερα ο αντισημιτισμός σε λόγους, στάσεις και πρακτικές.

Είναι βέβαιο ότι η κλασική διάκριση μεταξύ αντισημιτισμού και κριτικής στην πολιτική της ισραηλινής κυβέρνησης δεν θεωρείται πλέον επαρκής, δηλαδή λειτουργική. Κι αυτό γιατί η καθ’ όλα θεμιτή καταδίκη της πολιτικής του Ισραήλ καταφεύγει κάποτε στην αναπαραγωγή αντισημιτικών στερεοτύπων, ενώ από την άλλη πλευρά η κυβέρνηση του Ισραήλ ανακαλύπτει όλο και συχνότερα αντισημιτικές συνδηλώσεις και στην παραμικρή νύξη εναντίον της. Οι αντιδράσεις που προκάλεσαν οι πρόσφατες δηλώσεις του Μίκη Θεοδωράκη περί Εβραίων εικονογραφούν κατά τον καλύτερο τρόπο την ευκολία με την οποία ορισμένοι επικριτές της ισραηλινής κυβέρνησης θεωρούν θεμιτή την άντληση επιχειρημάτων από το οπλοστάσιο του πλέον απαρχαιωμένου αντισημιτισμού: υπήρξαν φωνές από όλο το πολιτικό φάσμα που υποστήριξαν ότι δεν υπάρχει ίχνος αντισημιτισμού στη διατύπωση του συνθέτη ότι οι Εβραίοι, «ο μικρός αυτός λαός, είναι σήμερα στη ρίζα του κακού».

Στο συρτάρι

Σε ευρωπαϊκό θεσμικό επίπεδο, η συζήτηση αναζωπυρώθηκε πρόσφατα με τη δημοσίευση της πληροφορίας ότι το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας (European Monitoring Centre, στο εξής EUMC) «έθεσε στο αρχείο έκθεση για τον αντισημιτισμό στην Ευρώπη, επειδή η μελέτη κατέληγε στο συμπέρασμα ότι πίσω από πολλά περιστατικά που σημειώθηκαν την περίοδο που κάλυπτε βρίσκονται μουσουλμάνοι και φιλοπαλαιστινιακές ομάδες» («Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» 22/11/2003). Το δημοσίευμα διευκρίνιζε ότι η μελέτη ανατέθηκε στις αρχές του 2002 από το EUMC στο Κέντρο Ερευνας για τον Αντισημιτισμό που ανήκει στο Πολυτεχνείο του Βερολίνου και ότι, όταν ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, οι υπεύθυνοι του EUMC θεώρησαν λανθασμένο τον ορισμό του αντισημιτισμού που είχε επιλεγεί από τους γερμανούς ερευνητές, καθώς «περιλάμβανε και ορισμένες πράξεις κατά του Ισραήλ». Η έμφαση, εξάλλου, σε «μουσουλμάνους και φιλοπαλαιστίνιους δράστες κρουσμάτων αντισημιτισμού» κρίθηκε «εμπρηστική». Στο ίδιο άρθρο, πηγή ενημερωμένη για το περιεχόμενο της έρευνας φερόταν να υποστηρίζει ότι διαπιστώνεται αύξηση του «ισλαμικού αντισημιτισμού», ενώ «στα αριστερά σημειώνονται επίσης κινητοποιήσεις κατά του Ισραήλ οι οποίες δεν είναι πάντοτε απαλλαγμένες από προκαταλήψεις. Με την έννοια αυτή, με το να αναφέρει κανείς ότι οι δράστες είναι απλώς Γάλλοι, Βέλγοι ή Ολλανδοί δεν δίνει ακριβή εικόνα της πραγματικότητας». Από την πλευρά του EUMC, η διευθύντριά του Μπεάτε Βίνκλερ υπογράμμιζε ότι η απορριφθείσα έκθεση κάλυπτε εξαιρετικά περιορισμένη χρονική περίοδο (Μάιο-Ιούνιο 2002) και ότι οι συντάκτες της επέλεξαν έναν ιδιαίτερα περίπλοκο ορισμό του αντισημιτισμού, γεγονός που προκαλούσε προβλήματα στην καταγραφή του φαινομένου.

Η αποκάλυψη της «λογοκρισίας» μιας έρευνας με θέμα τον αντισημιτισμό ήταν αναμενόμενο να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις: καθώς πύκνωναν τα δημοσιεύματα που αναπαρήγαν την είδηση, πολιτικοί σε Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρώπη ζητούσαν να διευκρινιστούν οι λόγοι της απόρριψης της έκθεσης, ενώ οι μεγαλύτερες διεθνείς εβραϊκές οργανώσεις απαιτούσαν με επιμονή τη δημοσιοποίησή της. Σε μικρό χρονικό διάστημα, αρκετές ιστοσελίδες φιλοξενούσαν ήδη το πλήρες κείμενό της.

Η απόρριψη...

Λίγες μόλις ημέρες μετά την αποκάλυψη των «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», το EUMC, το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας, ανεξάρτητος οργανισμός που ιδρύθηκε το 1997 και εδρεύει στη Βιέννη, σε επίσημη ανακοίνωσή του (26/11/2003) διέψευδε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς της εφημερίδας, υπογραμμίζοντας ότι «συνεχίζει την έρευνά του για τον αντισημιτισμό και θα δημοσιεύσει τα πορίσματά της στις αρχές του 2004». «Το διοικητικό συμβούλιο του EUMC, τα μέλη του οποίου είναι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες στον τομέα του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, έκρινε ότι η εργασία των αντισυμβαλλομένων υστερεί σε ποιότητα και δεν στηρίζεται σε εμπειρικά στοιχεία», υποστήριζε ο Μπομπ Πέρκις, πρόεδρος του Δ.Σ. του EUMC. Και συμπλήρωνε: «Λυπάμαι που μια συλλογική απόφαση του συμβουλίου, η οποία ελήφθη αποκλειστικά εξαιτίας της ανεπαρκούς ποιότητας της εργασίας, χρησιμοποιήθηκε για να δυσφημήσει το σημαντικό έργο που επιτελεί το EUMC στην καταπολέμηση του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και του αντισημιτισμού στην Ευρώπη».

Από την πλευρά της, η διευθύντρια του οργανισμού Μπεάτε Βίνκλερ τόνιζε ότι το EUMC δεν έχει πρόβλημα να παράσχει στοιχεία για τους δράστες αντισημιτικών πράξεων, αρκεί τα στοιχεία αυτά να είναι τεκμηριωμένα. «Κατά τον ίδιο τρόπο», συμπλήρωνε η κυρία Βίνκλερ, «το EUMC δεν σκοπεύει να στιγματίζει ολόκληρες κοινότητες εξαιτίας ρατσιστικών πράξεων που διαπράττουν μεμονωμένα άτομα. Η ανακριβής πληροφόρηση είναι ένα ακόμη στοιχείο που αποδεικνύει την προσπάθεια να πληγεί η αξιοπιστία του οργανισμού».

Προκειμένου να διαμορφώσουμε μια κατά το δυνατόν σφαιρική εικόνα για το θέμα, ζητήσαμε τη γνώμη του Νάσου Θεοδωρίδη, διευθυντή της μη κυβερνητικής οργάνωσης Αντιγόνη, εθνικού φορέα συνεργασίας του EUMC στην Ελλάδα. «Συμμερίζομαι την άποψη του EUMC ότι τα στοιχεία που δόθηκαν από το βερολινέζικο Κέντρο Ερευνας δεν είχαν την απαιτούμενη επιστημονική επάρκεια, καθώς δεν ήταν συγκρίσιμα μεταξύ τους, προϋπόθεση που απορρέει από τον καθιερωμένο τρόπο λειτουργίας του EUMC που, απ' όσο γνωρίζω από τη συνεργασία μου μαζί του, θεσπίζει πάντοτε (και ορθά, κατά τη γνώμη μου) πολύ αυστηρές και ιδιαίτερα σχολαστικές προδιαγραφές σχετικά με τη μεθοδολογία που πρέπει να διέπει όλες ανεξαιρέτως τις μελέτες που διεξάγει», μας δήλωσε ο κύριος Θεοδωρίδης. Υπογράμμισε επίσης ότι η παράμετρος της «συγκρισιμότητας» αξιολογείται ως πολύ σημαντική για το EUMC, καθώς και ότι η «υπό κατάρτιση έκθεση θα περιλαμβάνει όχι μόνο αποτελέσματα συνεντεύξεων με εκπροσώπους εβραϊκών κοινοτήτων ανά την Ευρώπη, αλλά θα περιέχει και συστάσεις για την αντιμετώπιση του σοβαρότατου προβλήματος του αντισημιτισμού». «Ισως ήδη γνωρίζετε», κατέληξε, «ότι έγιναν προσπάθειες αμφισβήτησης της αξιοπιστίας και της αμεροληψίας του EUMC, το οποίο όμως έχει δώσει ήδη από το 1997 απολύτως θετικά δείγματα γραφής για τον επιστημονικό τρόπο προσέγγισης των θεμάτων ρατσισμού, ξενοφοβίας και αντισημιτισμού, καλύπτοντας πραγματικά ένα κενό που υπήρχε μέχρι τότε σε επίπεδο θεσμών της Ε.Ε.».

...και η αμφισβήτησή της

Απευθυνθήκαμε και στην άλλη πλευρά της όχθης, τους δύο ερευνητές του γερμανικού Κέντρου Ερευνας για τον Αντισημιτισμό που εδρεύει στο Βερολίνο. Πρόκειται για τον καθηγητή Κοινωνιολογίας Βέρνερ Μπέργκμαν, συγγραφέα πολλών μελετών για την ιστορία και την κοινωνιολογία του αντισημιτισμού (βλ., για παράδειγμα, το έργο του «Geschichte des Antisemitismus» εκδόσεις C.H. Beck, Μόναχο 2002), και την ιστορικό Γιουλιάνε Βέτσελ, ειδικευμένη στη σύγχρονη ιστορία του αντισημιτισμού στη Γερμανία και την Ιταλία. Ο καθηγητής Μπέργκμαν έθεσε υπόψη μας τα υλικά της «κόντρας» τους με το EUMC, στα οποία οι δύο συντάκτες της έκθεσης απαντούν αναλυτικά στα επιχειρήματα των επικριτών τους σε ό,τι αφορά τη μεθοδολογία και την επιστημονική επάρκεια της εργασίας τους (βλ και διπλανή στήλη). Οι γερμανοί ερευνητές παρουσιάζουν επίσης μια διαφορετική εικόνα από εκείνη που δίνει το EUMC για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από τη στιγμή της ανάθεσης ως τη σιωπηρή απόρριψη της έκθεσης. Υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, ότι η έκθεση, βασισμένη σε μεγάλο βαθμό σε στοιχεία που συνέλεξαν οι κατά τόπους συνεργάτες του EUMC, συμπληρώθηκε από τους ίδιους και παραδόθηκε τον Οκτώβριο του 2002, όπως προέβλεπε το σχετικό συμβόλαιο. Ακολούθησε η επανεπεξεργασία του κειμένου, κατά την οποία πάρθηκαν υπόψη και όσες ενστάσεις των υπευθύνων του EUMC κρίθηκαν επιστημονικά αιτιολογημένες. Προστέθηκαν επίσης πληροφορίες, και η τελική μορφή της μελέτης κατατέθηκε τον Ιανουάριο του 2003. Τον Νοέμβριο του 2002, το EUMC είχε καλέσει τους συγγραφείς στις Βρυξέλλες για να παρουσιάσουν σε ειδικό σεμινάριο τα πορίσματα της έκθεσης, η οποία ωστόσο δεν ήταν γνωστή στους συμμετέχοντες. Σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται το EUMC, στη συνάντηση αυτή δεν είχαν κληθεί ιδιαιτέρως εκπρόσωποι εβραϊκών οργανώσεων (παρίσταντο μόνο δύο), και δεν διατυπώθηκαν αντιρρήσεις για τον ορισμό του αντισημιτισμού από τους παρόντες εμπειρογνώμονες ή τους εκπροσώπους των εβραϊκών οργανώσεων. Εκτός αυτού, οι συντάκτες της έκθεσης δεν ενημερώθηκαν επισήμως ότι η εργασία τους δεν πρόκειται να δημοσιευτεί, ενώ το EUMC την εμφάνισε «κουτσουρεμένη» στην ιστοσελίδα του στις 4 Δεκεμβρίου, αφού δηλαδή η έκθεση ήταν ήδη προσβάσιμη στο διαδίκτυο.

Σε ό,τι τώρα αφορά τους πραγματικούς λόγους της στάσης αυτής, οι γερμανοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι η αιτία της απόρριψης πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι «η μελέτη αναφέρει ότι μεταξύ των δραστών αντισημιτικών επιθέσεων, κυρίως στη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και τη Βρετανία, περιλαμβάνονται νεαροί μουσουλμάνοι αραβικής ή βορειοαφρικανικής καταγωγής, για τους οποίους το ίδιο κείμενο σημειώνει καθαρά ότι πρόκειται για ομάδες που υφίστανται εξοντωτικές διακρίσεις, ζουν στο κοινωνικό περιθώριο και αναζητούν κάποιον αποδιοπομπαίο τράγο για να ξεσπάσουν για την ανέχεια που βιώνουν». Επειδή, λοιπόν, το EUMC έχει αφιερώσει, και δικαίως, μεγάλο μέρος της ενεργητικότητάς του για να αναπτύξει στρατηγικές κατά της ισλαμοφοβίας, τώρα βλέπει ότι οι πρωτοβουλίες του αυτές απειλούνται από τη διαπίστωση ότι ορισμένα κρούσματα αντισημιτισμού προέρχονται από κύκλους ισλαμιστών.

Με δυσφορία αντιμετωπίζει το EUMC, πάντα κατά τους Μπέργκμαν και Βέτσελ, και τη διαπίστωση ότι αντισημιτικές τάσεις εντοπίζονται και σε ορισμένες αριστερές ομάδες, κυρίως σε κάποιες από αυτές που αντιτίθενται στην παγκοσμιοποίηση, οι οποίες υπερβαίνουν το όριο της απολύτως θεμιτής κριτικής στην ισραηλινή πολιτική και καταφεύγουν στη χρήση αντισημιτικών στερεοτύπων. Οι ομάδες αυτές επισείουν κατά του Ισραήλ τη μεταφορά του Ολοκαυτώματος ή ενοχοποιούν τους Εβραίους που ζουν εκτός Ισραήλ για την πολιτική αυτής της χώρας. Οι γερμανοί ερευνητές πιστεύουν ακόμη ότι, σύμφωνα με κάποιες ενδείξεις, πέρα από τα πορίσματα αυτά της έκθεσης, υπήρξαν και πολιτικές πιέσεις από ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες προς τους υπεύθυνους του EUMC, οι οποίες έπαιξαν ρόλο στην απόρριψή της.

Οπως και να έχει, η σύγκριση της απορριφθείσας μελέτης με την «πλήρη έκθεση» την οποία επεξεργάζεται αυτή τη στιγμή το EUMC με την υπόσχεση ότι θα τη δώσει πολύ σύντομα στη δημοσιότητα πιστεύουμε ότι θα φωτίσει αρκετά το μάλλον θολό τοπίο της διαμάχης που επιχειρήσαμε να παρουσιάσουμε σε γενικές γραμμές παραπάνω. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το ζήτημα της αντιμετώπισης του αντισημιτισμού στην Ευρώπη έχει πλέον αποκτήσει εκρηκτικές διαστάσεις, όπως μαρτυρεί τις τελευταίες ημέρες και η οξύτατη αντιπαράθεση του επικεφαλής της Κομισιόν Ρομάνο Πρόντι με τους Εντγκαρ Μπρονφμαν, εκπρόσωπο του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συμβουλίου, και Κόμπι Μπενατόφ, πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Εβραϊκού Συμβουλίου, και η οποία, απ’ ό,τι φαίνεται, τινάζει στον αέρα την προγραμματισμένη για τον επόμενο μήνα διάσκεψη για τον αντισημιτισμό στην Ευρώπη.
 


Αντισημιτισμός ελληνικής κοπής

Για την Ελλάδα, η έκθεση των Β. Μπέργκμαν και Γ. Βέτσελ διαπιστώνει ότι ο αντισημιτισμός είναι υπαρκτός παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς των διαμορφωτών της κοινής γνώμης και των επικεφαλής της ελληνικής ισραηλιτικής κοινότητας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία συνεχίζει να περιλαμβάνει στο τελετουργικό της Μεγάλης Παρασκευής αντιεβραϊκές αναφορές και οι θρησκευτικές προκαταλήψεις κατά των «δολοφόνων του Χριστού» παραμένουν έντονες. Σύμφωνα με την έκθεση, η αντισημιτική ρητορεία στην Ελλάδα εμφανίζεται συνήθως ως αντίθεση σε μια συνωμοτική πρόσληψη του «σιωνισμού», ο οποίος ερμηνεύεται ως «εβραϊκό σχέδιο για παγκόσμια κυριαρχία». Οι προκαταλήψεις αυτές έγιναν φανερές την εποχή της συζήτησης για την αφαίρεση του θρησκεύματος από τις ταυτότητες, κίνηση η οποία αποδόθηκε σε «εβραϊκές πιέσεις».

Παρόλο που τα βασικά κόμματα καταγγέλλουν τον αντισημιτισμό, ορισμένες φορές επιδεικνύουν έναν ιδιαίτερα έντονο αντισημιτισμό, ο οποίος συγχέεται με μια αντιισραηλινή και αντιαμερικανική στάση. Αυτό το είδος αντισημιτισμού εντάθηκε από τη συμμαχία του Ισραήλ με την Τουρκία, η οποία οδήγησε την Ελλάδα να ενισχύσει τις σχέσεις της με τον αραβικό κόσμο. Λαϊκιστικά στοιχεία στο εσωτερικό όλων των κομμάτων συνεχίζουν να αναπαράγουν τον αντισημιτικό εκείνο λόγο που αντλεί τα επιχειρήματά του από συνωμοτικές θεωρίες. Οι προκαταλήψεις αυτές και η συνεπαγόμενη δαιμονοποίηση καθιστούν πιο ισχυρούς τους φραγμούς στις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ εβραίων και μη εβραίων Ελλήνων.

Τα τελευταία χρόνια, συνεχίζει η έκθεση, εβραϊκά μνημεία και τόποι λατρείας έγιναν αντικείμενο βανδαλισμού με ναζιστικά συνθήματα. Ανάμεσά τους, το εβραϊκό νεκροταφείο της Αθήνας και το μνημείο του Ολοκαυτώματος και η συναγωγή της Θεσσαλονίκης. Εν μέρει υπεύθυνη για τις επιθέσεις είναι η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή. Οι φιλοπαλαιστινιακές διαδηλώσεις δεν προκάλεσαν βίαια επεισόδια. Κατά την περίοδο που καλύπτει η έκθεση δεν καταγράφηκε καμία άμεση επίθεση εναντίον Εβραίων η εβραϊκών οργανώσεων. Σημειώνεται, πάντως, ότι στις 15 και 16 Απριλίου 2002 άγνωστοι έβαψαν με κόκκινη μπογιά τα στεφάνια που είχαν κατατεθεί στο μνημείο του Ολοκαυτώματος στη Θεσσαλονίκη, ενώ σε γειτονικά σημεία γράφτηκε η λέξη «Παλαιστίνιοι». Το επεισόδιο συνέβη μία ημέρα μετά μια μεγάλη φιλοπαλαιστινιακή διαδήλωση στη Θεσσαλονίκη.Το γεγονός καταδίκασαν έντονα η κυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα και η Εκκλησία. Στις 15 Απριλίου 2002 άγνωστοι έγραψαν ναζιστικά και αντισημιτικά συνθήματα στο εβραϊκό νεκροταφείο των Ιωαννίνων. Το νεκροταφείο αυτό είχε ήδη υποστεί βανδαλισμό στις 16 Ιανουαρίου 2002. Στις 18 Απριλίου αντικείμενο βανδαλισμού με ναζιστικά συνθήματα έγιναν το μνημείο του Ολοκαυτώματος στη Δράμα και το εβραϊκό νεκροταφείο της Πάτρας, γεγονός που επίσης καταδίκασαν η κυβέρνηση, τα κόμματα και η Εκκλησία.

Η έκθεση εξετάζει ακόμη την ευρεία διάδοση στην Ελλάδα της φήμης ότι 4000 Εβραίοι, ειδοποιημένοι από τη Μοσάντ, δεν πήγαν στη δουλειά τους στους Δίδυμους Πύργους την 11η Σεπτεμβρίου. Αναφέρεται ακόμη στη δημοσίευση γελοιογραφιών, οι οποίες μπορεί να θεωρηθούν υβριστικές για τους Εβραίους, καθώς και στην πληροφορία που είδε το φως σε μεγάλες εφημερίδες («Τα Νέα», «Ελευθεροτυπία», «Απογευματινή») ότι οι Ισραηλινοί αφαιρούν όργανα από νεκρούς Παλαιστίνιους και μετατρέπουν σε πειραματόζωα άραβες κρατουμένους. Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου φέρεται να δηλώνει ότι «καταβάλλεται συνειδητή προσπάθεια να δημιουργηθεί αντισημιτικό κλίμα μέσω άρθρων που ασκούν κριτική στην πολιτική του Ισραήλ και του πρωθυπουργού του». Στο σημείο αυτό, χαρακτηριστικά θεωρεί δύο άρθρα («Καθημερινή» 2 και 4/6/2002), τα οποία αναφέρονταν στη σύγχρονη πολιτική «κατάχρηση» του Ολοκαυτώματος.

Μικρή κρίνει η έκθεση την επίδραση των αντισημιτικών θέσεων που εκφράζονται από σχολιαστές οι οποίοι εμφανίζονται σε μικρά κανάλια (Τηλε-Αστυ, Εξτρα). Σχολιάζει ακόμη άρθρο του Μίκη Θεοδωράκη στο «Βήμα», όπου υποστηριζόταν ότι οι Εβραίοι μιμούνται τη ναζιστική θηριωδία.

Στη συνέχεια, η έκθεση αναλύει τις αντισημιτικές θέσεις που εντοπίστηκαν σε ιστοσελίδα με τίτλο Hellenic Nationalist Page (σ.σ. http://www.hellas.org) και προχωρά στην απαρίθμηση των περιορισμένων θετικών πρωτοβουλιών που ελήφθησαν από διάφορες πλευρές με στόχο την αμφισβήτηση των αντισημιτικών προκαταλήψεων. Σε αυτές περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, θέμα των Πανελλήνιων Εξετάσεων βασισμένο στο Ημερολόγιο της Αννας Φρανκ, καθώς και το κείμενο του «Ιού» με τίτλο «Ο άγνωστος σιωνισμός» (28/4/2002).

Ολοκληρώνοντας το ελληνικό κεφάλαιο, η έκθεση αναφέρει ότι η κυβέρνηση, τα κόμματα και η Εκκλησία καταδίκασαν τις αντισημιτικές επιθέσεις, παραθέτει ωστόσο απόσπασμα σχετικού κειμένου του Ελληνικού Τμήματος του Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση οφείλει να υιοθετήσει μια πιο αυστηρή θέση κατά του αντισημιτισμού, καθώς περνούν συχνά ασχολίαστες ακραίες αντισημιτικές δηλώσεις ιερωμένων, πολιτικών, δημοσιογράφων κ.ο.κ. Σημειώνεται, τέλος, δήλωση του προέδρου της Βουλής Απ. Κακλαμάνη, ότι το Ισραήλ διαπράττει γενοκτονία κατά του παλαιστινιακού λαού και οι αντιδράσεις που προκάλεσε.
 

 

Κακώς "αρχειοθετήθηκε" η Εκθεση

Το ότι αναπτύσσεται στις μέρες μας ένα νέο είδος αντισημιτισμού ή καλύτερα «ιουδαιοφοβίας» (κατά τον Ταγκίεφ), το ξέραμε. Οπως και ότι συνδέεται, μεταξύ άλλων, με ορισμένες ισλαμιστικές αντιλήψεις και επιδιώξεις ή και με ορισμένες προκαταλήψεις ή «εύκολες» θεωρητικές κατασκευές κάποιων αριστερών ομάδων ή τάσεων. Αυτά όμως δεν δικαιώνουν ακραίους υποστηρικτές του Ισραήλ που τα επικαλούνται, γενικεύοντας ανεπίτρεπτα και επικίνδυνα, για να ενοχοποιήσουν κάθε κριτική στην πολιτική του Ισραήλ. Οπως κάνουν εξάλλου και ακραίοι ισλαμιστές αξιοποιώντας π.χ. την άθλια πολιτική του κ.Σαρόν και διεκδικώντας ασυλία για οποιαδήποτε άκρως αντιδραστική θέση τους, εντός και εκτός του μουσουλμανικού κόσμου. Ανάμεσα σε αυτές τις Συμπληγάδες βρέθηκαν και αυτοί που «αρχειοθέτησαν» την έκθεση για τον αντισημιτισμό στην Ευρώπη. Κακώς κατά τη γνώμη μου, γιατί η μόνη διέξοδος σε τέτοια διλήμματα είναι η δημοσιότητα όλων των στοιχείων και η πολιτικοποίηση τους: όσοι είμαστε απερίφραστα κατά του οποιουδήποτε έστω και υπαινικτικού αντισημιτισμού ή ρατσισμού, αρνούμαστε τη σύνδεση του με τις υπαρκτές και σκληρές κοινωνικές αντιθέσεις γενικώς ή την εθνική διεκδίκηση των Παλαιστινίων ειδικώς. Δεν δεχόμαστε ότι η κατοχική πολιτική του κ.Σαρόν μπορεί να έχει ασυλία επειδή υπάρχουν αντισημίτες, την καταδικάζουμε πολιτικά και ζητούμε Παλαιστινιακό κράτος σε ισότιμη και ειρηνική σχέση με το Ισραήλ, όπως π.χ. προβλέπεται στο σχέδιο της Γενεύης που το έφτιαξαν ισραηλινοί και παλαιστίνιοι, εβραίοι και μουσουλμάνοι, που τους θεωρούμε δικούς μας. Τόσο απλά.

Μιχάλης Παπαγιαννάκης

 


 

(Ελευθεροτυπία, 25/1/2004)

 

www.iospress.gr                                                                                    ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ