ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟΥ

 

Μάρτυρες της εθνοκάθαρσης



ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

 

1. / 2.   



Τρία παιδιά που πνίγηκαν στο ποτάμι, ένας μεσήλικας που υποστηρίζει ότι κακοποιήθηκε σεξουαλικά, κάποιος σαλταρισμένος φαντάρος που θέρισε στον ύπνο τους συναδέλφους του... Η σύγχρονη ιστορία του Κοσσυφοπεδίου έχει γραφτεί με τη μετατροπή του αστυνομικού δελτίου σε "εθνικό θέμα".

 

Ξαφνικά το Κοσσυφοπέδιο ξαναγύρισε στην επικαιρότητα, με τρόπο αναπάντεχο όσο και τραγικό: ένα διήμερο πογκρόμ κατά της εναπομείνασας σερβικής μειονότητας, αλλά και κάθε καταλείπου της μακραίωνης σερβικής παρουσίας στην περιοχή -με πρώτα και καλύτερα τα μεσαιωνικά μοναστήρια κι εκκλησίες.

Πολιορκημένοι από κάπου 50.000 εξαγριωμένους Αλβανούς, οι απειλούμενοι Σέρβοι κατέφυγαν -όπου μπορούσαν- στην ένοπλη αυτοάμυνα. Το τελικό αποτέλεσμα της σύρραξης, όπως αποτυπώθηκε στις εκθέσεις του ΟΗΕ, ήταν 28 νεκροί (οι 15 -τουλάχιστον- Αλβανοί), 870 τραυματίες, 286 σπίτια και 33 εκκλησίες κατεστραμμένα, άλλα 80 σπίτια κι 11 εκκλησίες ή μοναστήρια με ζημιές. Και, φυσικά, καινούριοι πρόσφυγες: 3.200 Σέρβοι και Τσιγγάνοι, αριθμός που ισοδυναμεί με το 10% των μειονοτικών πληθυσμών του (άτυπου) αλβανικού τομέα της διχοτομημένης επαρχίας. Μέσα σε λίγες ώρες, το όνειρο (ή μάλλον η ψευδαίσθηση) ενός πολυεθνικού Κοσόβου έγινε οριστικά θρύψαλα.

Τόσο η έκταση όσο και η χρονική συγκυρία των επεισοδίων αφήνουν να διαφανεί ότι βρισκόμαστε μπροστά σε οργανωμένο σχέδιο εθνοκάθαρσης. Τα πράγματα εξελίχθηκαν πολύ διαφορετικά απ' ό,τι το καλοκαίρι του 1999, με τις αποτρόπαιες αλλά σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενες αντεκδικήσεις που ακολούθησαν τη σερβική στρατιωτική ήττα. Διαφορετικά κι από τις, γεωγραφικά εντοπισμένες, μεταγενέστερες αναμετρήσεις στη γέφυρα της Μητρόβιτσα -με τους Αλβανούς που ξεσπιτώθηκαν το 1999 να επιχειρούν να επιστρέψουν στα σπίτια τους, όπου όμως έχουν στεγαστεί σέρβοι πρόσφυγες, διωγμένοι από άλλες περιοχές.

Τούτη τη φορά, αντίθετα, όλα δείχνουν ότι επρόκειτο για ένα οργανωμένο κύμα βίας, με σκοπό (α) το εθνολογικό ξεκαθάρισμα των "μετόπισθεν" του αλβανικού τομέα, (β) την αποθάρρυνση όσων από τους σέρβους ή τσιγγάνους πρόσφυγες του 1999 ψιλοσκέφτονταν να επαναπατριστούν υπό την προστασία του ΟΗΕ, (γ) την ολοκλήρωση αυτής της εθνοκάθαρσης, με την εξαφάνιση των μνημείων που πιστοποιούσαν την παρουσία των "άλλων" στην περιοχή και, τέλος, (δ) την άσκηση πίεσης στη Δύση και τον ΟΗΕ, ώστε το σημερινό προτεκτοράτο να παραχωρήσει σύντομα τη θέση του σε ένα ανεξάρτητο (κι εθνικά ομοιογενές) Κοσυφοπέδιο. Κάτι σαν τοπική "νύχτα των κρυστάλων", δηλαδή -διάσταση που δεν ξέφυγε ούτε από τον φινλανδό ανθύπατο του προτεκτοράτου, ούτε από το γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, ούτε από τα διεθνή ΜΜΕ.

Απέναντι σ' αυτή την οργανωμένη αγριότητα, η περίφημη "διεθνής κοινότητα" επέδειξε ωστόσο τον συνήθη υποκριτικό στρουθοκαμηλισμό: τυπικές εκκλήσεις για "ψυχραιμία" και κούφιες παροτρύνσεις των (παλιών και νέων) προσφύγων να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Η μόνη ρεαλιστική πρόταση που εγγυάται μια κάποια προοπτική ειρήνευσης (αυτή της κυβέρνησης Κοστούνιτσα, για επισημοποίηση της τωρινής de facto διχοτόμησης με τη δημιουργία εθνικά αμιγών καντονιών) απορρίφθηκε σαν αντίθετη προς τα σύγχρονα πολυεθνικά ιδεώδη. Πολύ λογικά: πώς αλλιώς θα εξασφαλιστούν οι παχυλοί μισθοί της επιδοτούμενης διεθνούς "κοινωνίας των πολιτών", που παριστάνει τον αρχιτέκτονα μιας ιδανικής κοινωνίας πάνω στα ερείπια της εθνοκάθαρσης και των βομβαρδισμών;

Ιδια γεύση και στην καθ' ημάς "νοτιοανατολή" -αυτήν που πριν από μερικά χρόνια διαδήλωνε κατά 97% την απόφασή της να πολεμήσει για τα σερβικά δίκαια μέχρι τον τελευταίο Βόσνιο ή Αλβανό. Πανεθνική ανακούφιση διέγνωσαν τα κανάλια από το γεγονός ότι η εκεί "ειρηνευτική" μας δύναμη την έβγαλε φτηνά, με μόλις 2 οχήματα κατεστραμμένα κι έναν αξιωματικό ελαφρά τραυματισμένο. Οσο για τις εκκλησίες που η ΕΛΔΥΚΟ "προστάτευε", αυτές έγιναν παρανάλωμα του πυρός μόλις οι άνδρες της "αναδιπλώθηκαν" από εκεί κατ' εντολήν των αμερικανών προϊσταμένων τους. Αξιος, σε κάθε περίπτωση, ο μισθός τους...

Ας μας επιτραπεί, παρόλα αυτά, να μη συμμεριστούμε καθόλου τις ιαχές περί "δικαίωσης" των κάθε λογής εγχώριων υποστηρικτών του Μιλόσεβιτς, του Αρκάν, του Σέσελι και των ομοίων τους.

Οχι μόνο γιατί η αγανάκτησή τους είναι κομμάτι ανάπηρη από ηθική άποψη -εφόσον ολόκληρη την περασμένη δεκαετία διακρίνονταν για την υποστήριξή τους προς τις αντίστοιχες (αν όχι πολύ χειρότερες) επιδόσεις των "αντιιμπεριαλιστών" σέρβων φασιστών.

Αλλά και επειδή η οπτική τους για την οργάνωση της (κάθε) κοινωνίας, ελάχιστα απέχει επί της ουσίας από τα οράματα του (κάθε) UCK. Οσα διαπράττουν σήμερα οι κοσοβάροι εθνικιστές, δεν είναι παρά ένα πιστό αντίγραφο της μεθόδου οικοδόμησης των εθνικών κρατών στα Βαλκάνια και την καθ' ημάς Ανατολή, όπως αυτή εφαρμόστηκε στην πράξη τα διακόσια τελευταία χρόνια. Αρχής γενομένης από το δικό μας, μακρινό '21 -όταν οι πρόγονοί μας έκαναν στο 10 % των "αλλοφύλων" κατοίκων της νότιας Ελλάδας (μουσουλμάνων κι εβραίων), και στα μνημεία τους, πολύ χειρότερα πράγματα απ' ό,τι έχουν υποστεί μέχρι σήμερα οι Σέρβοι του Κοσσυφοπεδίου.

"Οι νεότεροι μάρτυρες" του πολέμου

Η αναγκαία αυτή σχετικοποίηση των πρόσφατων εξελίξεων δεν σημαίνει καθόλου, ωστόσο, πως αυτές δεν παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αν μη τι άλλο, είδαμε για μίαν ακόμη φορά πώς η τυφλή εθνικιστική βία μπορεί να τροφοδοτηθεί από λίγο-πολύ τυχαία συμβάντα του αστυνομικού δελτίου.

Αναφερόμαστε στο γεγονός (τον πνιγμό τριών μικρών αλβανόπουλων στον ποταμό Ιμπαρ) που, μέσω της αξιοποίησής του από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κοσοβάρικου εθνικισμού, προσέφερε το έναυσμα για την πυροδότηση της εθνοκαθαρτήριας έκρηξης. Η ανατομία του όλου συμβάντος αποδεικνύεται πολύ πιο εύγλωττη, όσον αφορά αυτού του είδους τις κινητοποιήσεις, από οποιαδήποτε αφηρημένη γεωπολιτική ανάλυση.

Ολα ξεκίνησαν την Τρίτη 16 Μαρτίου, όταν τέσσερα μικρά αλβανόπουλα ηλικίας 9-13 χρόνων βρέθηκαν στα παγωμένα νερά του Ιμπαρ. Και τα τέσσερα προέρχονταν από το ίδιο χωριό, το Τσάμπρα (Cabre) -τον μοναδικό, ουσιαστικά, αλβανικό οικισμό του δήμου Ζούμπιν Πότοκ, στο (κατοικούμενο κυρίως από Σέρβους) βόρειο τμήμα του Κοσυφοπεδίου. Στη διάρκεια του τελευταίου πολέμου, το Τσάμπρα είχε καεί ολοκληρωτικά, κι εν συνεχεία ισοπεδωθεί με μπουλντόζες, από το σερβικό στρατό και παραστρατιωτικούς των γύρω χωριών (29.3.99). Η μεταπολεμική του ανοικοδόμηση ξεκίνησε το 2000, ως επί το πλείστον με κονδύλια μιας αγγλοσαξωνικής μη κυβερνητικής οργάνωσης.

Τα πτώματα δυο από τα παιδιά, του 11χρονου Αβνι Βεσέλι και του 12χρονου Εγκζον Ντέλιου, ανασύρθηκαν από το ποτάμι τις επόμενες ώρες, ενώ αυτό του 8χρονου Φλόρεντ Βεσέλι, εξακολουθεί να αγνοείται. Το μόνο από τα παιδιά που επέζησε ήταν ο 13χρονος Φιτίμ Βεσέλι. Σύμφωνα με την αφήγησή του, είχαν πέσει στο ποτάμι για να ξεφύγουν από μια ομάδα Σέρβων του γειτονικού χωριού Ζούπτσε, που τους καταδίωκαν μ' ένα κυνηγόσκυλο.

Οι κάτοικοι του Ζούπτσε έσπευσαν να διαψεύσουν αυτή την εκδοχή, υποστηρίζοντας ότι κανείς τους δεν τολμά να περπατήσει στην "αλβανική" όχθη του ποταμού -ούτε, άλλωστε, κανείς Αλβανός διανοείται να πράξει το ίδιο στη "σερβική" όχθη. Μολονότι το χωριό τους παρέμεινε όρθιο στον πόλεμο του 1999, έχουν άλλωστε κι αυτοί τους λόγους τους να φοβούνται τους γείτονές τους. Οπως διαβάζουμε σε έκθεση του ΟΑΣΕ εκείνης της χρονιάς, στη διάρκεια των μαχών του 1998 οι ντόπιοι Σέρβοι είχαν εξαναγκαστεί από τον UCK να εγκαταλείψουν την περιοχή.

Ισορροπώντας σε τεντωμένο σχοινί, η αστυνομία του ΟΗΕ απέφυγε να υιοθετήσει επίσημα οποιαδήποτε εκδοχή για το (ούτως ή άλλως τραγικό) ατύχημα. Δεν συνέβη το ίδιο με την αλβανόφωνη δημόσια τηλεόραση του Κοσσυφοπεδίου (RTK), που προτίμησε να προβάλει σε όλους τους τόνους την εκδοχή του "σερβικού εγκλήματος", εξάπτοντας τα πάθη και πυροδοτώντας την έκρηξη.

Σοβαρότερη -και απείρως πιο αποκαλυπτική- υπήρξε, ωστόσο, η στάση της επίσημης τοπικής αλβανικής ηγεσίας. Η κηδεία των δυο παιδιών έγινε στις 21 Μαρτίου δημοσία δαπάνη, με συμμετοχή (και ομιλίες) του πρωθυπουργού του Κοσσυφοπεδίου, Μπαϊράμ Ρετζέπι, και του πολιτικού καθοδηγητή του UCK, Χασίμ Θάτσι. Τα φέρετρά τους ήταν σκεπασμένα με την αλβανική σημαία, ενώ στο χώρο της τελετής δέσποζαν τα πορτρέτα των εθνικών ηρώων Σκεντέρμπεη και Αντέμ Γιασάρι. Στο λόγο του, ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε τα παιδιά σαν "τους νεότερους μάρτυρες" του αγώνα των Κοσοβάρων για ανεξαρτησία.

Ακολούθησε η απαγγελία, από μια μαθήτρια, πατριωτικού ποιήματος φτιαγμένου ειδικά για την περίσταση: "Πρόσεξε Ευρώπη! Κάπου στον κόσμο / υπάρχουν παιδιά που δεν έχουν τόπο να παίξουν. / Ευρώπη, δεν πρέπει ν' αφήσεις τον Ιμπαρ / να γίνει μια μεγάλη φυλακή που μας αλυσσοδένει".

Περίεργος, όντως, τρόπος αποχαιρετισμού των θυμάτων ενός ατυχήματος -από το οποίο, ακόμη και στην "πολιτικότερή" του εκδοχή, απουσιάζει οποιαδήποτε ανθρωποκτόνα (πόσο μάλλον "εθνοκαθαρτήρια") πρόθεση. Καθόλου πρωτότυπος, όμως, για τα δεδομένα του ίδιου του Κοσυφοπεδίου.

Το αντίθετο, μάλιστα. Ολόκληρη η πορεία του Κοσσυφοπεδίου προς τον πόλεμο, τα τελευταία είκοσι χρόνια, έχει σημαδευτεί από παρόμοια περιστατικά: ελάσσονα συμβάντα του αστυνομικού δελτίου, που πολιτικοποιήθηκαν από τους εθνικιστικούς μηχανισμούς (με προεξάρχοντα τα ΜΜΕ), αναγορευόμενα σε "κορυφαίες στιγμές" του εθνικού μαρτυρίου και σύμβολα της "απανθρωπιάς" των αλλοεθνών, στο σύνολό τους. Σε κάθε περίπτωση, το τελικό αποτέλεσμα αυτής της φαντασιακής συλλογικής "αυτομαρτυροποίησης" δεν ήταν άλλο από την άρση των αναστολών για την απάνθρωπη αντιμετώπιση των "άλλων".

"Ανασκολοπισμός με μπουκάλι μπύρας"

Η πρώτη περίπτωση ήταν αυτή του 56χρονου -τότε- σέρβου Τζόρτζε Μαρτίνοβιτς, πολιτικού υπαλλήλου στη στρατιωτική βάση του Γκνίλιανε. Την πρωτομαγιά του 1985 κατέφυγε σε άθλια κατάσταση στο τοπικό κέντρο υγείας, ισχυριζόμενος ότι δυο άγνωστοί του μασκοφόροι που μιλούσαν αλβανικά του είχαν επιτεθεί στο χωράφι του, τον έδεσαν και τον κακοποίησαν σεξουαλικά, σπρώχνοντας ένα μπουκάλι μπύρας στον πρωκτό του. Το κέντρο υγείας προώθησε τον τραυματία στο νοσοκομείο της Πρίστινα, η δε διερεύνηση της υπόθεσης ανατέθηκε στην τοπική Ασφάλεια.

Πριν οι αρχές καταλήξουν σε οποιοδήποτε συμπέρασμα, τα εθνικιστικά ΜΜΕ του Βελιγραδίου είχαν βγάλει τα δικά τους όσον αφορά την πολιτική φύση του εγκλήματος. Το σχετικό ρεπορτάζ της "Πολίτικα" (4.5.85) αποφάνθηκε λχ ότι λόγος της επίθεσης ήταν η άρνηση του Μαρτίνοβιτς να πουλήσει -σε Αλβανούς, εννοείται- το χωράφι στο οποίο δέχτηκε την επίθεση.

Τα πράγματα μπερδεύτηκαν ακόμη περισσότερο όταν οι τοπικές αρχές ανακοίνωσαν επίσημα ότι, σύμφωνα με ομολογία του ίδιου του θύματος στον προϊστάμενό του, συνταγματάρχη Νόβακ Ιβάνοβιτς, στην πραγματικότητα ο τραυματισμός του δεν υπήρξε προϊόν επίθεσης αλλά απλό ατύχημα, ύστερα από σεξουαλική "πράξη αυτοϊκανοποίησης" που εξελίχθηκε ανώμαλα. Ακολούθησε η εσπευσμένη μεταφορά του Μαρτίνοβιτς στη Στρατιωτική Ιατρική Ακαδημία του Βελιγραδίου και η έκδοση αντικρουόμενων πορισμάτων από εμπειρογνώμονες κάθε λογής (κι εθνικότητας). Ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος φέρεται να έχει αλληλοαναιρέσει επανειλημμένα τις καταθέσεις του, καταγγέλλοντας κάθε φορά την προηγούμενη εκδοχή του σαν προϊόν εκβιασμού.

Οποια και να υπήρξε η πραγματικότητα, ελάχιστη σημασία είχε τελικά. Για τους σερβικούς εθνικιστικούς κύκλους, που τότε έκαναν την πρώτη τους (επαν)εμφάνιση στη γιουγκοσλαβική πολιτική σκηνή, ο Μαρτίνοβιτς ήταν ο ιδανικός "μάρτυρας" και μια ζωντανή ενσάρκωση των βασάνων του έθνους κάτω από τον τιτοϊκό ζυγό.

Τον Ιανουάριο του 1986, η πρώτη δημόσια έκκληση εθνικιστών διανοουμένων για την κατάργηση της αυτοδιοίκησης της επαρχίας περιλάμβανε ρητή αναφορά στο περιστατικό, ισχυριζόμενη ότι "η υπόθεση Μαρτίνοβιτς συμβολίζει τη μοίρα όλων των Σέρβων του Κοσσυφοπεδίου". Ενα βιβλίο 485 σελίδων που κυκλοφόρησε για την υπόθεση την ίδια χρονιά, πούλησε σε χρόνο ρεκόρ 50.000 αντίτυπα.

Μια πάγια πρακτική των ΜΜΕ ήταν η σύγκριση του "ανασκολοπισμού" του Μαρτίνοβιτς με τον αντίστοιχο οθωμανικό τρόπο εκτέλεσης, ενώ ουκ ολίγα ταύτισαν το μαρτύριό του με αυτό του Διακόνου Αβακούμ (του σέρβου Αθανασίου Διάκου, που θανατώθηκε το 1814). Αλλοι πάλι, σαφώς νεωτερικότεροι, προτίμησαν τις αναφορές στο στρατόπεδο εξόντωσης εκατοντάδων χιλιάδων Σέρβων, Εβραίων, Τσιγγάνων και κροατών κομμουνιστών του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου: "Αυτό που συνέβη στον Μαρτίνοβιτς", διακήρυξε χαρακτηριστικά ο ακαδημαϊκός Μπράνα Τσερνίτσεβιτς, "ήταν ένα Γιασένοβατς για έναν μόνο άνθρωπο".

Ο συμβολισμός της υπόθεσης ήταν σαφής: οι Σέρβοι του Κοσσυφοπεδίου αποτελούν αντικείμενο ενός θηριώδους διωγμού από μέρους των ντόπιων Αλβανών (με την κάλυψη της τοπικής κομμουνιστικής ηγεσίας), με σκοπό τον εκπατρισμό τους. Τι κι αν το Κοσσυφοπέδιο είχε τότε το μικρότερο δείκτη εγκληματικότητας σε όλη τη Γιουγκοσλαβία; Τι κι αν το ποσοστό των εγκλημάτων μεταξύ ατόμων διαφορετικής εθνότητας ήταν ακόμη πιο χαμηλό; (Μόλις 5 τέτοιοι φόνοι μεταξύ 1981 και 1987, από τους οποίους μόνο οι 2 Σέρβων από Αλβανούς). Τα ΜΜΕ και οι εθνικιστικοί κύκλοι αποφάνθηκαν ότι ήταν επικίνδυνο πια για τους Σέρβους να κυκλοφορούν αμέριμνα στην επαρχία -κι ότι, ως εκ τούτου, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έπρεπε να επέμβει δυναμικά για την προστασία τους.

Τα πραγματικά περιστατικά της "υπόθεσης Μαρτίνοβιτς" ουδέποτε, βέβαια, διαλευκάνθηκαν. Αυτό δεν εμπόδισε το πρωτοδικείο Βελιγραδίου να του επιδικάσει, εν έτει 1991, αποζημίωση θύματος τρομοκρατικής επίθεσης από αγνώστους (αλλά, πάντως, "αλβανούς τρομοκράτες"). Ιδιότητα που ο ίδιος διεκδίκησε σταθερά, ποζάροντας σε πατριωτικά άλμπουμ και αφίσες στο πλευρό γνωστών σέρβων εθνικιστών, μέχρι το θάνατό του (6.9.2000).

"Σφαίρες κατά της Γιουγκοσλαβίας"

Το επόμενο περιστατικό συνέβη στις 3 Σεπτεμβρίου 1987. Στο στρατόπεδο του Πάρατσιν, στη νότια Σερβία, ο αλβανός στρατιώτης Αζίζι Κελμέντι άνοιξε μέσα στη νύχτα πυρ εναντίον των κοιμώμενων συναδέλφων του, σκοτώνοντας 4 απ' αυτούς και τραυματίζοντας άλλους 5. Το πτώμα του δράστη βρέθηκε ώρες αργότερα λίγο μακρύτερα από τον τόπο του φονικού. Σύμφωνα με το επίσημο ανακοινωθέν, "έφερε σαφή σημάδια αυτοκτονίας".

Εκ πρώτης όψεως, όλα έδειχναν ότι επρόκειτο για ένα βίαιο ατομικό ξέσπασμα, τυπικό προϊόν της καθημερινότητας του στρατώνα. Η ίδια η ταυτότητα των θυμάτων (δυο βόσνιοι μουσουλμάνοι, ένας σέρβος κι ένας κροατο-σλοβένος) ελάχιστα συνηγορούσε, άλλωστε, υπέρ της εκδοχής του "πολιτικού" εγκλήματος. Πόσο μάλλον αφού, όπως διαβάζουμε στο αρχικό ανακοινωθέν, ο Κελμέντι είχε επανειλημμένες προσωπικές τριβές με το ένα από τα θύματά του.

Εντελώς διαφορετική ήταν, ωστόσο, η εκτίμηση των σερβικών ΜΜΕ για το συμβάν. Εφημερίδες και περιοδικά "θυμήθηκαν" ότι το χωριό του δράστη (Ντουσάνοβο) είχε πλούσια προϊστορία στην αντισερβική (κι αντιγιουγκοσλαβική) αντίσταση. Ακολούθησε η "ανακάλυψη" του φακέλου του: πολύ πριν στρατευτεί, ο Κελμέντι είχε καταδικαστεί για μια εφηβική απόπειρα φυγής στην Αλβανία και θεωρούνταν ύποπτος αναγραφής εθνικιστικών συνθημάτων.

Συμπέρασμα: το φονικό του Πάρατσιν αποτελούσε προϊόν αντιγιουγκοσλαβικής συνωμοσίας από μέρους των αλβανών εθνικιστών -και, ταυτόχρονα, απτή απόδειξη της έλλειψης "επαγρύπνησης" από μέρους των αρχών. Κατηγορούμενοι των ΜΜΕ βρέθηκαν, έτσι, τόσο η οικογένεια του δράστη (με αίτημα την εκδίωξή της από το σπίτι της) όσο και οι εργοδότες του (που τον απασχόλησαν παρόλη την "αντεπαναστατική δραστηριότητά" του) ή οι δάσκαλοί του (που δεν τον απέβαλαν δια παντός από το σχολείοι, παρά την καταδίκη του για πολιτικό αδίκημα).

Και φυσικά, συνένοχή του κρίθηκε ολόκληρη η αλβανική πλειοψηφία του Κοσσυφοπεδίου, που ανεχόταν τις αλυτρωτικές δραστηριότητες της νεολαίας της. "Ο Κελμέντι έγραφε συνθήματα στους τοίχους και, κάποιες φορές, αρνούνταν να μιλήσει σερβικά, όπως ακριβώς κάνουν δεκάδες, ίσως εκατοντάδες χιλιάδες δυσαρεστημένοι νεαροί Αλβανοί", αποφάνθηκε χαρακτηριστικά η "Πολίτικα" (8.9.87). "Η συμπεριφορά του αυτή οδηγούσε κατευθείαν στη μαζική δολοφονία. Το ίδιο κι αυτή των υπολοίπων".

Υποκύπτοντας στην πίεση της "κοινής γνώμης", οι στρατιωτικές αρχές ανακοίνωσαν ξαφνικά την αποκάλυψη ολόκληρης συνωμοσίας στη συγκεκριμένη μονάδα. Συνέλαβαν 8 μουσουλμάνους στρατιώτες (απ' τους οποίους οι 6 Αλβανοί) και τους παρέπεμψαν στο στρατοδικείο. Στη δίκη τους, όλοι οι συλληφθέντες κατήγγειλαν ότι βασανίστηκαν κι ανακάλεσαν τις ομολογίες τους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Καταδικάστηκαν σαν "συνεργοί" του Κελμέντι σε βαριές ποινές, που έγιναν ακόμη βαρύτερες στο Εφετείο.

Ακόμη πιο καθοριστική ήταν η επίδραση του επεισοδίου στις κεντρικές πολιτικές εξελίξεις. Το φονικό του Πάρατσιν συνέβη σε εξαιρετικά κρίσιμη καμπή της γιουγκοσλαβικής κρίσης, λίγες μόνο μέρες πριν από την 8η σύνοδο της Κ.Ε. της σερβικής Ενωσης Κομμουνιστών, όταν ο Μιλόσεβιτς ξήλωσε την εσωκομματική αντιπολίτευση προς το ανερχόμενο εθνικιστικό ρεύμα. Παρουσιάζοντας το σαν αποτέλεσμα συνομωσίας, με στόχο μάλιστα τον γιουσγκοσλαβικό στρατό, οι σέρβοι εθνικιστές κατάφεραν έτσι να αδρανοποιήσουν το μοναδικό ενιαίο μηχανισμό σε ολόκληρη τη χώρα, που θα μπορούσε ενδεχομένως να αντιταχθεί στο πρόγραμμά τους.

Αρχής γενομένης, πάντως, τα ΜΜΕ συνέχισαν και στα επόμενα χρόνια τη σεναριολογία. Σύμφωνα λ.χ. με την "Πολίτικα" (4.11.88), ένα χρόνο μετά το μακελειό η οικογένεια Κελμέντι δέχτηκε -από μη κατονομαζόμενη πηγή- "5 κιλά χρυσάφι για 'συλλυπητήρια'". Ακόμη και σήμερα, δε, η σερβική εθνικιστική βιβλιογραφία εξακολουθεί να αναφέρει την υπόθεση σαν απόδειξη της "απόπειρας γενοκτονίας" που διαπράχθηκε εναντίον των Σέρβων στη δεκαετία του '80!

Οσο για τους αλβανούς εθνικιστές, έχουν χτίσει κι αυτοί το δικό τους μύθο. Σύμφωνα με αυτόν, το μακελειό του Πάρατσιν σκηνοθετήθηκε από "τους Σέρβους", με σκοπό την καλλιέργεια αντιαλβανικού κλίματος. Οσο για τον Κελμέντι, αυτός υπήρξε απλά το θύμα της υπόθεσης.
 

 

(Ελευθεροτυπία, 4/4/2004)

 

www.iospress.gr                                                                                    ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ