Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΣΚΕΨΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΙΣΒΟΛΗ

 

Το χαμένο «ναι» του '74



ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

 

1. / 2.   



Δεν χρειάζεται να διαβάσουμε και τις 9.000 σελίδες του σχεδίου Ανάν για να καταλάβουμε το «όχι» της Λευκωσίας. Αρκεί να ξεφυλλίσουμε τα πρακτικά των συσκέψεων του '74, όταν συζητήθηκε (και χαράχτηκε) πρώτη φορά η κοινή πολιτική απέναντι στον «Αττίλα».

 

Το ερχόμενο Σάββατο, οι πολίτες της Κύπρου -σε Βορρά και Νότο- καλούνται να αποφανθούν για την εφαρμογή ή όχι του Σχεδίου Ανάν. Είναι το πρώτο πρόγραμμα επανένωσης του νησιού που υποβάλλεται σε μια τέτοια διαδικασία, ξεπερνώντας το επίπεδο του απλού ευχολογίου. Σαράντα ολόκληρα χρόνια μετά τη χάραξη της «πράσινης γραμμής» στη διχοτομημένη Λευκωσία και τριάντα από την τουρκική εισβολή και την ολοκλήρωση του διαμελισμού. 

Μέχρι στιγμής, μεγάλο μέρος του ελληνοκυπριακού πολιτικού κόσμου έχει δημόσια ταχθεί κατά του σχεδίου. Την ίδια ακριβώς στάση υιοθέτησαν και οι τουρκοκύπριοι εθνικιστές του Ντενκτάς. Με αποτέλεσμα η οριστική επίλυση του Κυπριακού να διακρίνεται μεν στον ορίζοντα, σε διαφορετική όμως κατεύθυνση απ' ό,τι (επίσημα τουλάχιστον) επιδιώκουν Αθήνα και Λευκωσία. Επικύρωση, δηλαδή, της διχοτόμησης του νησιού στη βάση των «τετελεσμένων» του 1974. 

Τυπικά, βέβαια, η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν δικαιολογείται από τις αδυναμίες (και, για ορισμένους κύκλους, από την ίδια την προέλευση) αυτού του τελευταίου. Αν εξετάσει όμως κανείς προσεκτικά την επιχειρηματολογία των κυριότερων υποστηρικτών του «όχι», εύκολα διαπιστώνει πως αυτό που απορρίπτεται δεν είναι τόσο οι προβλεπόμενοι (και όντως προβληματικοί) περιορισμοί της λαϊκής κυριαρχίας, όσο αυτή καθεαυτή η ιδέα της ισότιμης συμβίωσης με την απέναντι κοινότητα. 

Θα ήταν, άλλωστε, περίεργο να διακατέχονται από διαφορετικές ευαισθησίες όσοι νοσταλγούν την επιστροφή στην Κυπριακή Δημοκρατία του 1960 και υπεραμύνονται της εισδοχής του νησιού στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Αν μη τι άλλο, και οι δύο αυτές υπερεθνικές συλλογικότητες χαρακτηρίζονται από ανάλογους (αν όχι αυστηρότερους) περιορισμούς της κυριαρχίας των επιμέρους «συνιστωσών» τους.

Η παραπάνω εικόνα επιβεβαιώνεται πλήρως από το ντοκουμέντο που παρουσιάζουμε σήμερα. Πρόκειται για τα επίσημα πρακτικά των συσκέψεων της ελληνικής και ελληνοκυπριακής πολιτικής ηγεσίας στην Αθήνα, το διήμερο 30.11.-1.12.1974, λίγο πριν την επιστροφή του Μακαρίου στην Κύπρο. Αν και «απόρρητα», έχουν δημοσιευθεί στη Λευκωσία εδώ και 13 ολόκληρα χρόνια (και στην Αθήνα, ως τμήμα του «Αρχείου Καραμανλή» το 1997), χωρίς όμως να πάρουν τη θέση που τους αξίζει στη συλλογική μνήμη. Αξίζει, ως εκ τούτου, ν' ασχοληθούμε μαζί τους. 

**Αντικείμενο της σύσκεψης του 1974, της πρώτης μετά τον «Αττίλα», ήταν η μελέτη της κατάστασης που δημιουργήθηκε από τα γεγονότα του καλοκαιριού (πραξικόπημα, εισβολή, de facto διχοτόμηση του νησιού) και η χάραξη κοινής στρατηγικής για το μέλλον με βάση τη νέα πραγματικότητα. Μιλάμε, δηλαδή, για την καθοριστικότερη στιγμή στην πορεία του Κυπριακού τα τελευταία 30 χρόνια. 

**Από ελληνικής πλευράς, συμμετείχαν ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, οι υπουργοί Εξωτερικών (Δημ. Μπίτσιος) και Αμυνας (Ευάγγελος Αβέρωφ), ο υφυπουργός Εξωτερικών Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, ο πρεσβευτής της Ελλάδας στη Λευκωσία Μιχάλης Δούντας και μη κατονομαζόμενοι «υπηρεσιακοί παράγοντες».

**Την ελληνοκυπριακή πλευρά εκπροσώπησαν ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ο πρόεδρος της Βουλής Γλαύκος Κληρίδης, ο υπουργός Εξωτερικών Ι. Χριστοφίδης, ο γενικός διευθυντής Χ. Βενιαμίν και ο πρεσβευτής της Κύπρου στην Αθήνα Νίκος Κρανιδιώτης. Συμμετείχαν, επίσης, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών (και μελλοντικός διάδοχος του Μακάριου στην προεδρία) Σπύρος Κυπριανού, καθώς κι ένας απλός βουλευτής με λαμπρό μέλλον: ο Τάσσος Παπαδόπουλος.

Η σύσκεψη ξεκίνησε με ενημέρωση (από τον Κληρίδη) για την κατάσταση στην Κύπρο, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί ώς τότε. Αντίθετα με το σημερινό καθεστώς της πλήρους διχοτόμησης, τα πράγματα ήταν τότε ακόμη ρευστά: 

Η αδύνατη αντίσταση

«Οι Τούρκοι ελέγχουν το 40% του κυπριακού εδάφους, το οποίον όμως αντιπροσωπεύει το 70% της κυπριακής οικονομίας. Εχομεν 170.000 πρόσφυγες. Εις το βόρειον τμήμα της νήσου έχουν παραμείνει 15.000 Ελληνες, κυρίως εις Καρπασίαν [...] Παρετηρήθη κίνησις των Τούρκων εκ του νοτίου τμήματος της νήσου προς Βορράν. Ηδη 28.000 Τούρκοι έχουν μετακινηθή προς Βορράν. Υπό τον έλεγχον ημών μένουν μόνο 20.000 Τούρκοι και άλλες 10.000 που ευρίσκονται στην περιοχή των βάσεων» (σελ. 13).

Οι προοπτικές δυναμικής ανατροπής της κατάστασης, σύμφωνα με την ίδια εισήγηση, ήταν ουσιαστικά μηδενικές: «Στρατιωτικώς ευρισκόμεθα εις πλήρη αδυναμίαν να τους αντιμετωπίσωμεν. Η μαχητική διάθεσις των ιδικών μας είναι πολύ χαμηλή».

Την ίδια ακριβώς άποψη περί αντίστασης είχαν και οι υπόλοιποι:

«Μακάριος: Είμεθα υποχρεωμένοι να αρχίσωμεν από μίαν πραγματικότητα την οποίαν δεν δυνάμεθα να παραγνωρίσωμεν. Οι Τούρκοι κατέχουν το 40% της νήσου. Δεν μπορούμεν να τους εκδιώξωμεν διά των όπλων. Δεν συμμερίζομαι μερικάς απόψεις αι οποίαι εκφράζονται εν Ελλάδι και εν Κύπρω, ότι δηλαδή η Ελλάς θα ηδύνατο ίσως αργότερον διά πολέμου να εκδιώξη εκ της Κύπρου τους Τούρκους.

Καραμανλής: Εάν υπήρχε δυνατότης θα το επεδιώκαμεν. Αλλά δυστυχώς είναι απραγματοποίητον λόγω των γεωγραφικών δεδομένων. Σας αποκαλύπτω ότι εις τας 14 Αυγούστου απεφασίσαμεν την κήρυξιν του πολέμου κατά της Τουρκίας και αναθέσαμεν εις το Επιτελείον την πραγματοποίησιν του εγχειρήματος. Κατόπιν όμως των συστάσεων του Επιτελείου εις τας 21 Αυγούστου το σχέδιον εματαιώθη.

Αβέρωφ: Εις τας 14 Αυγούστου ο πρόεδρος έλαβε την απόφασιν. Εγώ διεφώνησα. Ο πρόεδρος επέμεινε να στείλωμεν μίαν μεραρχίαν εις την Κύπρον. Εζητήσαμεν από τους Αγγλους αεροπορικήν κάλυψιν. Οι Αγγλοι απέρριψαν το αίτημά μας. Κατόπιν τούτου, ο πρόεδρος εισηγήθη να επιβώμεν εκείνος (ο κ. Καραμανλής) και εγώ της νηοπομπής και να πάμε στην Κύπρο. Βέβαιοι ότι οι Τούρκοι δεν θα μας εβομβάρδιζαν, εφόσον θα εκάναμεν γνωστόν ότι ο κ. Καραμανλής θα επέβαινε της νηοπομπής. Τελικώς όμως επείσθημεν περί του ματαίου της επιχειρήσεως» (σελ. 21-22).

Ο άχρηστος ΟΗΕ

Καθολική υπήρξε επίσης η διαπίστωση της αχρηστίας του ΟΗΕ. 

«Κληρίδης: Θα ήθελα να προσθέσω ότι δεν πρέπει να δίδεται η εντύπωσις, εις τον Κυπριακόν λαόν, ότι ότι το Κυπριακόν μπορεί να λυθή μέσω των Ηνωμένων Εθνών. Αυτό δημιουργεί ψευδαισθήσεις.

Καραμανλής: Λύσιν δεν δίδουν, απλώς δημιουργούν ένα κλίμα ευνοϊκόν. 

Κληρίδης: Αλλά δεν βλέπω τους ισχυρούς να υλοποιούν το κλίμα αυτό. Χαρακτηριστικόν είναι το μήνυμα το οποίον απέστειλε ο Κίσινγκερ αμέσως μετά την δημοσίευσιν του ανακοινωθέντος της [αμερικανοσοβιετικής] Διασκέψεως Κορυφής του Βλαδιβοστόκ, ότι το Κυπριακόν δεν συνεζητήθη εις το Βλαδιβοστόκ και ότι απλώς περιελήφθη εις το ανακοινωθέν διά λόγους εντυπώσεων» (σελ. 29-30). 

Ο Καραμανλής συμφωνεί. Εχει, άλλωστε, λάβει κι ο ίδιος παρόμοιο μήνυμα από τον Κίσινγκερ (σελ. 30).

Ο αμερικανός φίλος

Λιγότερο ομόφωνες ήταν οι εκτιμήσεις όσον αφορά τον καθοριστικό ρόλο των ΗΠΑ. Το εντυπωσιακό είναι ότι στις καλές υπηρεσίες της Ουάσιγκτον φαίνεται να εναποθέτουν κάθε ελπίδα εκείνοι ακριβώς που έχουν καταγραφεί στη συλλογική συνείδηση σαν οι πιο αδιάλλακτοι αντιιμπεριαλιστές. Με πρώτο και καλύτερο, τον αρχιεπίσκοπο.

«Μακάριος: Είμαι βέβαιος ότι [οι Τούρκοι] δεν σκέπτονται την τουρκοποίησιν των 40%. Δεν επιστρέφουν όμως αμέσως το πλεονάζον του πραγματικού σχεδίου των, διά λόγους διαπραγματευτικούς. Θα ήτο ευχής έργον να επιστραφή η επί πλέον περιοχή χωρίς δεσμεύσεις και ανταλλάγματα εκ μέρους ημών. Ο Κίσινγκερ ήλπιζε εις ωρισμένας παραχωρήσεις άνευ ανταλλαγμάτων. Αλλά αι παραχωρήσεις αύται δεν ήσαν σοβαραί. Το γεγονός ότι σήμερον δεν υπάρχει τουρκική κυβέρνησις είναι και αυτό εις βάρος μας. Δυστυχώς δύο φορές εδοκίμασεν ο Κίσινγκερ να πάει στην Τουρκία, αλλά δεν υπήρχε κυβέρνησις. Τώρα μου είπε ότι σκέπτεται να πάει στην Τουρκία προ της 10ης Δεκεμβρίου, αλλά νομίζω πάλιν δεν θα πραγματοποιηθή το ταξίδι του. Φοβούμαι ότι μόνοι μας, ως Ελληνες Κύπριοι, να διαπραγματευθώμεν, χωρίς να μας βοηθούν άλλοι, και δη ο Κίσινγκερ, δεν θα επιτύχωμεν. Ισως μόνον διά της μεσολαβήσεως του αμερικανικού παράγοντος, και μάλιστα του Κίσινγκερ, θα έπρεπε να προχωρήσωμεν εις διαπραγματεύσεις. Διότι τότε θα είχομεν ενώπιόν μας ολοκληρωμένας τας τουρκικάς προτάσεις, και τότε θα μπορούσαμεν να δεχθώμεν ή να μη δεχθώμεν ένα ωρισμένον σχέδιον» (σελ. 25).

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Τάσσος Παπαδόπουλος: «Εχω την εντύπωσιν ότι η κυριωτέρα μας ελπίς είναι η άσκησις πιέσεως επί της Τουρκίας υπό άλλων δυνάμεων και δη υπό της Αμερικής» (σελ. 47).

Ο Κληρίδης, αντίθετα, εμφανίζεται περισσότερο ρεαλιστής: «Οσον αφορά τον αμερικανικόν παράγοντα, το μάξιμουμ που μπορεί να προσφέρει είναι να κρατήσει τώρα τους Τούρκους να μην κινηθούν. Αλλά η λύσις την οποίαν ευνοεί είναι αι δύο ζώναι ή δύο περιοχαί Τουρκικαί, εκ των οποίων η μία προς Βορράν μεγάλη. Οι Βρετανοί είναι σαφώς υπέρ διχοτομικού σχεδίου. Ο ρωσσικός παράγων δεν είναι διατεθειμένος να κινηθή δυναμικώς διά να εκδιώξη τους Τούρκους, και δεν επιδεικνύει διάθεσιν να αναμειχθή εις τα εσωτερικά μας» (σελ. 28).

Αλλά κι ο Καραμανλής δηλώνει λιγότερο φιλοαμερικανός από τους Παπαδόπουλο και Μακάριο: «Ισχυροτέρα θα ήτο η πίεσις εάν ησκείτο από κοινού εκ μέρους της Αμερικής και της Ρωσίας» (σελ. 47).

Διαπραγμάτευση ή όχι; 

Το κρίσιμο ερώτημα αφορούσε, φυσικά, την πιθανότητα βελτίωσης της κατάστασης μέσα από διαπραγματεύσεις. Ο Κληρίδης ενημερώνει τους συνομιλητές του ότι «οι Τούρκοι δεν δέχονται καμίαν μορφήν λύσεως η οποία να έχει την μορφήν ενιαίου κράτους», αλλά «επιμένουν επί γεωγραφικής ομοσπονδίας». Εκτιμά, μάλιστα, ότι «δεν αποκλείεται να δεχθούν μίαν μεγάλην περιοχήν εις τα βόρεια με άνοιγμα προς την θάλασσαν και δύο ή τρία καντόνια αλλαχού» (σελ. 12). 

«Μακάριος: Τίθεται λοιπόν το σήμερον το ερώτημα: Να δεχθώμεν γεωγραφικήν ομοσπονδία; Και ποίον ποσοστόν μπορούμεν να επιτύχωμεν; Εάν οι Τούρκοι πρόκειται να μας επιστρέψουν μόνον το 10% των όσων κατέλαβον και ημείς να υπογράψωμεν, τότε είναι προτιμότερον να έχουν το 40% χωρίς να υπογράψωμεν» (σελ. 22).

«Κληρίδης: Νομίζω ότι η παράτασις της σημερινής καταστάσεως, χωρίς λύσιν, θα είναι καταστρεπτική. Οσον αφορά το θέμα που έθεσε ο Μακαριώτατος, κατά πόσον θα πρέπει να δεχθώμεν την "αρχήν" [της ομοσπονδίας] χωρίς να έχομεν συγκεκριμένας προτάσεις, νομίζω ότι διά να γίνει διάλογος μπορούμεν να δεχθούμε την αρχή υπό ωρισμένας προϋποθέσεις. 

Δούντας: Οσον αφορά την ακολουθητέαν στρατηγικήν, νομίζω ότι μπορεί να γίνη αποδοχή επί διερευνητικής βάσεως» (σελ. 30-1).

«Αβέρωφ: Θεωρώ καταστρεπτικήν την παράτασιν της σημερινής καταστάσεως. Οσον περισσότερον κυματίζει η τουρκική σημαία εις ένα μέρος, τόσον δυσκολώτερα θα μπορέσουμε να την υποστείλωμεν» (σελ. 35).

«Κυπριανού: Φοβούμαι ότι εάν δεχθώμεν την γεωγραφική ομοσπονδία, θα φύγει ο Ελληνισμός της Κύπρου και θα καταληφθεί ολόκληρο το νησί από τους Τούρκους. [...]

Κληρίδης: Και εάν διατηρήσουν οι Τούρκοι το 40% δεν κινδυνεύει να καταληφθή ολόκληρος η Κύπρος; 

Καραμανλής: Οι Τούρκοι δεν αποβλέπουν εις κατάκτησιν ολοκλήρου της νήσου. Εάν ήθελαν, θα την κατελάμβαναν. Από την διεξαχθείσαν συζήτησιν δεν διαπιστώνω σύμπτωσιν γνωμών όσον αφορά την εκτίμησιν της καταστάσεως. Στο νησί υπάρχει μια δραματική κατάστασις. [...] Αντιλαμβάνεσθε ότι με την πάροδον του χρόνου εξασθενεί η θέσις μας. Τουναντίον οι Τούρκοι ομιλούν από θέσεως ισχύος. Ο χρόνος τρέχει εις βάρος μας» (σελ. 37-9).

Περίεργα αισιόδοξος, όσον αφορά τις προοπτικές, αλλά και τα χρονικά περιθώρια επίλυσης του Κυπριακού, δήλωνε, τέλος, ο Τάσσος Παπαδόπουλος: «Δέχομαι την άποψιν του κ. Αβέρωφ ότι εάν κυματίση η τουρκική σημαία επί πολύ εις τα κατακτηθέντα κυπριακά εδάφη, θα είναι δύσκολον ύστερα να την κατεβάσουμε. Πιστεύω ότι θα παρέλθουν δύο έως τρεις μήνες πριν γίνει δεκτή από τους Τούρκους οιαδήποτε δική μας πρότασις. Σε τρεις μήνες όμως δεν μπορεί να μεταβληθή η κατάστασις. [...] Εφόσον ο Κίσινγκερ δεν έχει χάσει τας ελπίδας του δι' ένα πολυπεριφερειακόν ομοσπονδιακόν σύστημα, πώς θα το εγκαταλείψωμεν εμείς;» (σελ. 42-3).

Το πολιτικό κόστος

Δύσκολα μπορεί να κατανοήσει κανείς την «αισιοδοξία» των «αδιαλλάκτων», αν δεν πάρει υπόψη το φόβο τους για το πολιτικό κόστος οποιασδήποτε (δυνατής) λύσης του προβλήματος. Οι σχετικές εκμυστηρεύσεις και στιχομυθίες είναι αποκαλυπτικές:

«Μακάριος: Εάν προβώμεν εις υποχωρήσεις από τούδε, και οι πρόσφυγες θα αντιδράσουν και οι Ελληνοκύπριοι γενικώτερον θα δυσαρεστηθούν. Διότι δικαίως θα είπουν ότι προέβην εις παραχωρήσεις πριν ακόμη έλθω εις επαφήν μαζί τους, και πριν διαπιστώσω προσωπικώς την κατάστασιν. [...] Δεν θα ήθελα να σημειωθούν προ της μεταβάσεώς μου εις Κύπρον επεισόδια. Τούτο θα δώσει αφορμήν ώστε να δικαιωθούν αυτοί που αντιδρούν εις την μετάβασίν μου στην Κύπρο» (σελ. 39-41).

«Παπαδόπουλος: Πιστεύω ότι αφ' ης στιγμής θα δεχθώμεν την αρχήν [της ομοσπονδίας], και κατά συνέπειαν θα αποδεχθώμεν ότι μεγάλο μέρος των προσφύγων δεν θα επιστρέψει εις τας εστίας του, τότε θα αντιμετωπίσωμεν κατακραυγήν εναντίον της κυπριακής κυβερνήσεως, κατακραυγήν εναντίον της ελληνικής κυβερνήσεως και φυγήν των δυναμικών στοιχείων της Κύπρου. Εάν οι Ελληνοκύπριοι αντιληφθούν ότι εν πάση περιπτώσει ένα μεγάλο τμήμα της Κύπρου θα γίνει τουρκικόν, τότε οι πρόσφυγες θα στραφούν εναντίον μας. Τότε η ΕΟΚΑ Β' και σημαντικόν τμήμα του ελληνικού πληθυσμού θα έχει ως σύνθημα την διπλήν ένωσιν. Και το σύνθημα αυτό θα έχει απήχησιν. Ισως αυτό δεν είναι λογικόν, αλλ' εν πάση περιπτώσει το αίσθημα αυτό θα δημιουργηθεί.

Κληρίδης: Δεν υπάρχει τέτοιο σύνθημα. Ισως οι πρόσφυγες ανθέξουν λίγο, αλλά ύστερα θα στραφούν εναντίον μας» (σελ. 31).

Εξίσου εντυπωσιακός είναι ο ρεαλισμός κάποιων διαπιστώσεων:

«Κληρίδης: Επαναλαμβάνω ότι πρέπει να συνειδητοποιήσωμεν την πραγματικότητα και να χαράξωμεν μίαν ρεαλιστικήν γραμμήν. Δεν με ανησυχεί τι θα πει η κοινή γνώμη στην Κύπρο. Πρέπει να γίνη μια θυσία. Ο άνθρωπος που θα υπογράψη αυτήν την λύσιν θα καταστραφή πολιτικώς, αλλά πρέπει να αναλάβη τας ευθύνας του. Εάν δεν καταλήξωμεν εις μίαν συμφωνίαν, δεν είμαι διατεθειμένος να συνεχίσω ως διαπραγματευτής. Αλλος πρέπει αν αναλάβη αυτήν την διαπραγμάτευσιν. Εγώ δεν πιστεύω εις αυτήν την πολιτικήν.

Παπαδόπουλος: Δεν εφθάσαμεν ακόμη εις αυτό το στάδιον» (σελ. 42).

Ας χαθεί το 40 %

Τελική συνέπεια της μαξιμαλιστικής γραμμής, όπως αυτή εκφράστηκε από τους Μακάριο και Τάσσο Παπαδόπουλο, δεν μπορούσε να είναι άλλη από την αποδοχή του «Αττίλα» στην πράξη (όχι όμως και στα λόγια, τουλάχιστον δημοσίως). Διαβάζοντας τα πρακτικά της σύσκεψης, εντυπωσιάζεσαι από την άνεση με την οποία οι «αδιάλλακτοι» μεταπηδούν από την αχαλίνωτη (και, όπως αποδείχθηκε, αστήρικτη) κινδυνολογία στον πιο ωμό ρεαλισμό, κι από την προβολή ανεδαφικών θέσεων στην εξίσου ρητή προτίμηση της τωρινής διχοτόμησης από οποιονδήποτε συμβιβαστικό διακανονισμό. 

«Παπαδόπουλος: Εκτασις 25% εις την βορείαν περιοχήν ίσως σημαίνει έκτασιν 50% στην υπόλοιπη Κύπρο. Γι' αυτό δεν νομίζω ότι είναι βιώσιμον το υπόλοιπον της Κύπρου διότι το 70% ή 75% που θα μας μείνη θα είναι άχρηστον για μας.

Χριστοφίδης: Πού βασίζεις ότι το 25% αντιπροσωπεύει το 50%; Εγώ δεν το πιστεύω.

Παπαδόπουλος: Είναι το ευφορώτερον μέρος και επιπλέον από τουριστικής απόψεως είναι η περιοχή την οποίαν ανεπτύξαμεν περισσότερον πάσης άλλης.

Μπίτσιος: Πόσην βλέπετε την έκτασιν του κυπριακού τουρκικού καντονίου προς Βορράν;

Παπαδόπουλος: 8%, όπως ήτο στο πρώτο στάδιον της εισβολής.

Μπίτσιος: Αυτό είναι ευχή.

Παπαδόπουλος: Εάν δεν επιμείνωμεν, τότε ίσως μας επιστρέψουν την Αμμόχωστον και ένα τμήμα του Μόρφου και κρατήσουν τα υπόλοιπα» (σελ. 32-33).

«Μακάριος: Διαφωνώ επί του καθορισμού δευτέρας και τρίτης γραμμής υποχωρήσεως. Διότι τότε θα πάμε απευθείας εις την τρίτην γραμμήν. [...] Προτιμώ οι Τούρκοι να κρατούν εναντίον της θελήσεώς μας το 40% παρά το 28% με την θέλησίν μας» (σελ. 48-49).

«Παπαδόπουλος: Εάν πρόκειται με τις διαπραγματεύσεις να μας επιστρέψουν το 10% και να κρατήσουν το 30%, τότε είναι προτιμωτέρα η θέσις του Μακαριωτάτου να κρατήσουν το 40%» (σελ. 51).

Ενα «λεπτό» ζήτημα

Η σύσκεψη έφτασε στο τέλος της. Με λακωνικό τρόπο αποτυπώνεται στα πρακτικά μια ουσιώδης πτυχή των συνομιλιών. Πρώτη φορά, σύμπασα η ελληνοκυπριακή ηγεσία, «ενδοτική» και «απορριπτική», εμφανίζεται ενιαία απέναντι στους ελλαδίτες:

«Εν συνεχεία συζητούνται οικονομικά θέματα. Βάσει των απόψεων αι οποίαι εξετέθησαν, υπολογίζεται ότι κατά το 1975 η Κυβέρνησις της Λευκωσίας θα πραγματοποιήση έσοδα 40 εκατομμύρια λίρας και θα έχει δαπάνας 60 εκατομμύρια λίρας. Πλην των δαπανών τούτων θα απαιτηθούν 13 εκατομμύρια λίραι διά τον προϋπολογισμόν αναπτύξεως και 20 εκατομμύρια λίραι διά την συντήρησιν των προσφύγων. Τελικώς υπολογίζεται ότι διά το νέον έτος η Κύπρος θα χρειασθή βοήθειαν 53 εκατομμύρια λιρών. 

»Εις τας παρατηρήσεις αυτάς ο κ. Καραμανλής απήντησε ότι η Ελλάς θα δώσει κάποιαν βοήθειαν, αλλά ότι η Κυπριακή Κυβέρνησις πρέπει να καλύψη σημαντικόν μέρος του ελλείμματος διά της εκδόσεως χαρτονομίσματος. Εις το σημείον τούτον οι κύπριοι αντιπρόσωποι παρατηρούν ότι εάν εκδοθή χαρτονόμισμα και χρησιμοποιηθή το συναλλαγματικόν απόθεμα θα κλονισθή το κυπριακόν νόμισμα. Επί τούτου ο κ. Καραμανλής παρατηρεί ότι η Κύπρος έχει πολύ μεγαλύτερον συναλλαγματικόν απόθεμα από την Ελλάδα και ότι επομένως υπό τας παρούσας δυσκόλους συνθήκας θα πρέπει να χρησιμοποιήση μέρος αυτού» (σελ. 58).

Θα νόμιζε κανείς ότι δεν βρισκόμαστε στο μακρινό 1974, αλλά τρεις δεκαετίες αργότερα...

* Οι παραπομπές σε σελίδες αφορούν την κυπριακή έκδοση του 1991.
 

 

(Ελευθεροτυπία, 18/4/2004)

 

www.iospress.gr                                                                                    ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ