ΤΑ «ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΘΑΝΑΤΟΥ» ΤΟΥ ΠΕΝΤΑΓΩΝΟΥ

 

Ενα Σαλβαδόρ στο Ιράκ
 


ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

 

1. / 2.   



Απασχολημένα με την κολοκυθιά των «εκλογών» της 30ής Ιανουαρίου, τα περισσότερα ΜΜΕ πέρασαν στα ψιλά την σημαντικότερη είδηση του μήνα για το κατεχόμενο Ιράκ. Αναφερόμαστε στην υπηρεσιακή συζήτηση που αποκάλυψε το «Newsweek» (10.1.05), με αντικείμενο την υιοθέτηση του «σαλβαδοριανού μοντέλου» για την καταστολή της ιρακινής αντίστασης.
 

Σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ, «το Πεντάγωνο συζητά έντονα μια επιλογή που ανάγεται χρονικά σε μια (απόρρητη μέχρι σήμερα) στρατηγική της κυβέρνησης Ρέιγκαν εναντίον της αριστερής εξέγερσης στο Ελ Σαλβαδόρ, στις αρχές της δεκαετίας του '80.

Αντιμέτωπη τότε με έναν πόλεμο που οδηγούνταν σε ήττα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ χρηματοδότησε ή υποστήριξε "εθνικιστικές" δυνάμεις που λέγεται ότι συμπεριλάμβαναν τα λεγόμενα αποσπάσματα θανάτου, διατεταγμένα να καταδιώκουν και να εξολοθρεύουν στελέχη αλλά και συμπαθούντες το αντάρτικο. Τελικά η ανταρσία κατεστάλη και πολλοί συντηρητικοί στις ΗΠΑ θεωρούν αυτή την πολιτική πετυχημένη, παρά τους θανάτους αθώων πολιτών».

Πάντα σύμφωνα με το «Newsweek», οι τρέχουσες εισηγήσεις προβλέπουν την εκπαίδευση τέτοιων «αποσπασμάτων θανάτου» από τις ειδικές δυνάμεις του αμερικανικού στρατού. Θα αποτελούνται από επιλεγμένους Κούρδους ή σιίτες εκτελεστές και στόχο θα έχουν την εξολόθρευση «των σουνιτών ανταρτών και των οπαδών τους» στις εξεγερμένες ζώνες του κεντρικού Ιράκ.

Μεταξύ των ένθερμων οπαδών αυτής της «λύσης» συγκαταλέγονται ο μεταβατικός «πρωθυπουργός» Αγιάντ Αλάουϊ και ο διευθυντής της δωσιλογικής Υπηρεσίας Πληροφοριών αντιστράτηγος Μουχάμαντ αλ-Σαουάνι. Σε δημόσιες δηλώσεις του, ο τελευταίος εκτιμά τη μαζική βάση της αντίστασης σε «περίπου 200.000» άτομα.

Μια σειρά από άλλα στοιχεία επιβεβαιώνει το παραπάνω ρεπορτάζ.

Ο ίδιος ο Ράμσφελντ πρόβαλε την αμερικανική «επιτυχία» στο Σαλβαδόρ ως υπόδειγμα για τις δυνατότητες της αμερικανικής κατοχής του Ιράκ («Wall Street Journal» 10.1.05).

Αλλά και η τελευταία σχετική έκθεση της RAND Corporation, του «θινκ τανκ» που είναι κατ' εξοχήν ειδικευμένο στην καταστολή επαναστατικών κινημάτων, το παράδειγμα του Σαλβαδόρ αντιπαραθέτει στην αποτυχημένη μεθοδολογία του Βιετνάμ και το τωρινό τέλμα του Ιράκ (Bruce Hoffman, «Insurgency and Counterinsurgency in Iraq», RAND National Security Division, Ιούνιος 2004).

Η αποκάλυψη του «Newsweek» περιέχει δύο τουλάχιστον σημαντικές πληροφορίες. Κατ' αρχάς πρόκειται για την πρώτη -έστω και άτυπη- παραδοχή εκ μέρους της επίσημης Ουάσιγκτον ότι τα δεκάδες χιλιάδες θύματα των ακροδεξιών «αποσπασμάτων θανάτου» του Σαλβαδόρ μεταξύ 1979 και 1992 δεν ήταν απλώς «παράπλευρες απώλειες» αλλά μέρος ενός επιτελικού σχεδίου των αμερικανικών υπηρεσιών.

Η σημαντικότερη είδηση αφορά, ωστόσο, το ίδιο το Ιράκ. Υιοθέτηση της στρατηγικής των «αποσπασμάτων θανάτου» θα σημάνει μια ποιοτική κλιμάκωση της αιματοχυσίας, ακόμη και σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα της διάχυτης κατοχικής βίας.

Οπως γνωρίζουμε από την εμπειρία του Σαλβαδόρ, στόχος αυτών των «αποσπασμάτων» γίνεται όχι τόσο ο σκληρός πυρήνας του αντάρτικου όσο η κοινωνική βάση του -και, γενικότερα, οτιδήποτε οι αρχιτέκτονες της εκστρατείας θεωρούν «αντικαθεστωτικό στοιχείο»: συνδικάτα, φοιτητικό κίνημα, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πολιτικοί σχηματισμοί που εμποδίζουν τη χάραξη «υγειονομικής ζώνης» γύρω από την «ανταρσία».

Ας δούμε, όμως, το πρότυπο αυτής της «αντι-ανατρεπτικής» στρατηγικής από πιο κοντά.

Το τραγικό «μοντέλο»

Χώρα με έκταση όση η Πελοπόννησος και 5.000.000 κατοίκους, το Σαλβαδόρ ήταν (κι εξακολουθεί να είναι) μια τυπική κεντροαμερικανική «μπανανία», με στρατοκρατούμενη πολιτική ζωή και οξύτατες κοινωνικές αντιθέσεις. Η οικονομία της χώρας ελέγχεται από 14 οικογένειες, ενώ η «μεσαία τάξη» δεν ξεπερνά το 8% του πληθυσμού. Το 1971 το 41% των κατοίκων της υπαίθρου ήταν ακτήμονες και το 70% των υπολοίπων κατείχε λιγότερα από 20 στρέμματα, ενώ το 73% της καλλιεργήσιμης γης ανήκε στο 7% των γεωργικών εκμεταλλεύσεων.

Στις πόλεις, η Κεντρική Τράπεζα υπολόγισε το 1983 ότι μόλις 4% των μισθωτών ήταν σε θέση να αγοράσουν τα βασικά αγαθά για τη διαβίωση των οικογενειών τους (Philip Russel, «El Salvador in crisis», Οστιν 1984, σ. 61-72). Περίπου οι μισοί «μη βίαιοι» θάνατοι της δεκαετίας του '70 αφορούσαν παιδιά κάτω των 5 ετών κι οφείλονταν σε υποσιτισμό (Tom Barry κ.ά., «Dollars and dictators. Α guide to Central America», Ν. Υόρκη 1982, σ. 183).

Η διατήρηση αυτής της ανισότητας προϋπέθετε την αμείλικτη καταστολή κάθε επαναστατικού ή διεκδικητικού κινήματος. Το 1932 μια αγροτική εξέγερση καθοδηγούμενη από το Κ.Κ. αντιμετωπίστηκε με τη σφαγή 30.000 χωρικών από το στρατό μέσα σε λίγες εβδομάδες. Ακολούθησε μια αλυσίδα από δικτατορίες, άλλοτε απροκάλυπτες κι άλλοτε με κοινοβουλευτικό μανδύα.

Στις προεδρικές «εκλογές» του 1956, λ.χ., οι εφορευτικές επιτροπές καλούσαν τους ξένους ανταποκριτές να ρίξουν κι αυτοί στις κάλπες το ψηφοδέλτιο με τον επίσημο υποψήφιο, συνταγματάρχη Χοσέ Μαρία Λέμους, που «εξελέγη» με 93%. Το 1972 η ραδιοτηλεοπτική μετάδοση των αποτελεσμάτων σταμάτησε ξαφνικά μόλις άρχισε να διαφαίνεται η σαφής νίκη της αντιπολίτευσης - και νικητής ανακηρύχθηκε, μερικές μέρες αργότερα, ο υποψήφιος του στρατού. Στις δημοτικές «εκλογές» του 1974 η κυβέρνηση δεν μπήκε καν στον κόπο να εκδώσει επίσημα αποτελέσματα. Το 1977, τέλος, οι μαζικές διαμαρτυρίες για την εκλογική βία και νοθεία πνίγηκαν στο αίμα 100 τουλάχιστον διαδηλωτών.

Η δεκαετία του '70 θα γνωρίσει έτσι την ανάπτυξη ενός μαζικού και δυναμικού εξωκοινοβουλευτικού κοινωνικού κινήματος, με πρωτεργάτες τις οργανώσεις της αριστεράς και μια σημαντική μερίδα του καθολικού κλήρου, που ακολουθούσε τα κηρύγματα της «Θεολογίας της Απελευθέρωσης».

Παρά την απίστευτη βία του καθεστώτος, το κίνημα αυτό (αγροτικά κι εργατικά συνδικάτα, φοιτητικές ενώσεις κι οργανώσεις για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων) συσπείρωσε εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες στις πόλεις και την ύπαιθρο.

Το αποκορύφωμά του ήρθε στις 22 Ιανουαρίου 1980, όταν πάνω από 250.000 διαδηλωτές κατέκλυσαν τους δρόμους της πρωτεύουσας, για να διασκορπιστούν από τα πυρά ελεύθερων σκοπευτών. Το ίδιο σενάριο θα επαναληφθεί δύο μήνες αργότερα, κατά την κηδεία του δολοφονημένου αρχιεπισκόπου της χώρας, Οσκαρ Αρνούλφο Ρομέρο (30.3.80).

Την αιματηρή συντριβή του μαζικού κινήματος ακολούθησε η στροφή προς την ένοπλη πάλη. Χιλιάδες αγωνιστές των μαζικών οργανώσεων, καθώς και μεγάλο μέρος μέρος της μετριοπαθούς (χριστιανοδημοκρατικής και σοσιαλδημοκρατικής) αντιπολίτευσης, θα προσχωρήσουν στις γραμμές των ένοπλων οργανώσεων που τον Οκτώβριο του 1980 συνασπίστηκαν στο «Εθνικοαπελευθερωτικό Μέτωπο Φαραμπούντο Μαρτί» (FMLN).

Ο εμφύλιος κράτησε μέχρι το 1992 και τέλειωσε με την υπογραφή ειρηνευτικής συμφωνίας ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους αντάρτες. Παρ' όλο που οι τελευταίοι θα ενταχθούν σχετικά ομαλά στην πολιτική ζωή της χώρας, οι ΗΠΑ και η εγχώρια ολιγαρχία είχαν αποφύγει το χειρότερο: την επικράτηση ενός ριζοσπαστικού κοινωνικού κινήματος, σε μια εποχή προέλασης της αριστεράς σε όλο τον Τρίτο Κόσμο.

Η συντριπτική πλειονότητα των 75.000 νεκρών του πολέμου ήταν άμαχοι. Σύμφωνα με τη μεταπολεμική έκθεση της αρμόδιας ερευνητικής επιτροπής του ΟΗΕ (1993), τουλάχιστον το 85% των θυμάτων οφειλόταν στη δράση του στρατού, των σωμάτων ασφαλείας και των «αποσπασμάτων θανάτου», έναντι 5% περίπου που σκοτώθηκαν από το FMLN.

Ο γύρος των πτωμάτων

Τα «αποσπάσματα θανάτου» υπήρξαν το σήμα κατατεθέν της εμφύλιας σύρραξης. Η συμβολή τους στη δρομολόγησή της υπήρξε άλλωστε καθοριστική: το 1980-81 εξολόθρευσαν ένα μεγάλο μέρος του στελεχικού δυναμικού των συνδικάτων και του δημοκρατικού κινήματος, αποδεκατίζοντας ταυτόχρονα όσες μετριοπαθείς πολιτικές δυνάμεις επιδίωκαν την ειρηνική διευθέτηση της κρίσης.

Το γνωστότερο κατόρθωμά τους ήταν η δολοφονία του αρχιεπισκόπου Ρομέρο (24.3.80), μια μέρα μετά τη ραδιοφωνική έκκλησή του προς τους στρατιώτες να πάψουν να πυροβολούν τους διαδηλωτές. Ανάλογες επιχειρήσεις έβγαλαν από τη μέση τον χριστιανοδημοκράτη γενικό εισαγγελέα Μάριο Σαμόρα (22.2.80), τον πρόεδρο του Ινστιτούτου Αγροτικής Μεταρρύθμισης Ροδόλφο Βιέρα (3.1.81) και τη συλλογική ηγεσία του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Μετώπου (27.11.80).

Συνολικά, από την κρατική και παρακρατική βία δολοφονήθηκαν 10.000 πολίτες το 1980 και 13.500 το 1981. Τον Οκτώβριο του 1982 ο αμερικανός πρεσβευτής Ντιν Χίντον θα παραδεχθεί δημόσια ότι κάπου 30.000 άνθρωποι είχαν σκοτωθεί μέσα στην τελευταία τριετία «παράνομα, τουτέστιν όχι σε μάχη» (Amnesty International, «Extrajudicial executions in El Salvador», 1984, σ. 6).

«Για τους περισσότερους κατοίκους, το 1980 ήταν μια εποχή φόβου χωρίς προηγούμενο», εξηγούσε αργότερα ο ανταποκριτής της «Washington Post».

«Διαμελισμένα πτώματα ανακαλύπτονταν κατά δεκάδες κάθε πρωί στους δρόμους του Σαν Σαλβαδόρ. Καθώς οι στρατιωτικοί είχαν βάλει μπροστά τη συστηματική εξολόθρευση των οργανώσεων της αριστεράς, τα αποσπάσματα θανάτου αποτελούσαν μεγάλο μέρος αυτής της δραστηριότητας και κανείς δεν βρισκόταν εκτός βολής» (Christopher Dickey, «Behind the death squads», «The New Republic» 26.12.83). «Οποιοσδήποτε εξέφραζε απόψεις διαφορετικές απ' αυτές της κυβέρνησης κινδύνευε να εξολοθρευτεί», συνοψίζει -για την ίδια περίοδο- η μεταπολεμική έκθεση του ΟΗΕ.

Γλαφυρότερες υπήρξαν οι περιγραφές περαστικών δημοσιογράφων: «Τις τελευταίες εβδομάδες κάθε μέρα ανακαλύπτονται είκοσι αποκεφαλισμένα πτώματα», διαβάζουμε σε ρεπορτάζ του «Matin Magazine» (17.10.81). «Νωρίς το πρωί», συμπληρώνει ο απεσταλμένος του «Figaro Magazine», «ένας ντόπιος συνάδελφος επέμεινε να κάνουμε τον "γύρο των πτωμάτων". Τα βρίσκουμε σε κάθε γωνιά του δρόμου. Με οδήγησε χωρίς την παραμικρή συγκίνηση, όπως βγάζουμε βόλτα τους τουρίστες στο Παρίσι» (30.4.1981).

Με τίτλο «Στο Ελ Σαλβαδόρ, η σφαγή αρχίζει μετά τα μεσάνυχτα», οι «Times» περιέγραψαν στις 2.2.82 μια τυπική επιχείρηση των «αποσπασμάτων»: στη 1 π.μ. της 31ης Ιανουαρίου, μασκοφόροι με στολές της Εθνοφρουράς άρχισαν να χτυπούν τις πόρτες της φτωχογειτονιάς Σαν Αντόνιο, αναζητώντας με μια λίστα συγκεκριμένα άτομα και συλλαμβάνοντας όποιον άλλο δεν τους γέμιζε το μάτι. Απήγαγαν 19 άντρες και γυναίκες 14-57 ετών, τα πτώματα των οποίων βρέθηκαν την επομένη στην άκρη της συνοικίας. Το υπουργείο Αμυνας ανακοίνωσε ότι «περίπου 20 τρομοκράτες» σκοτώθηκαν σε μάχη κι ότι, «ως συνήθως», οι αντάρτες είχαν «πάρει μαζί» τους νεκρούς τους.

Την ευθύνη για τους φόνους αναλάμβανε συνήθως μια πανσπερμία από οργανώσεις-φαντάσματα: «Λευκή Χειρ», «Μυστικός Αντικομμουνιστικός Στρατός», «Ταξιαρχία Μαξιμιλιάνο Ερνάντες Μαρτίνες». Εκτός από τα πτώματα που αφήνονταν επιδεικτικά σε δημόσια θέα, πολλά άλλα κατέληγαν στη χωματερή του Ελ Πλαγιόν, λίγο έξω απ' την πρωτεύουσα.

Ο τηλε-ευαγγελιστής του θανάτου

Σύμφωνα με την επίσημη αμερικανική εκδοχή, τα «αποσπάσματα θανάτου» ήταν απλά η εξωθεσμική απάντηση της ντόπιας ακροδεξιάς στην κομμουνιστική «ανταρσία». Η εικόνα που φιλοτεχνήθηκε από τους προπαγανδιστές της Ουάσιγκτον εμφάνιζε έτσι μια «κεντρώα» κυβέρνηση χριστιανοδημοκρατών κι «εκσυγχρονιστών» στρατιωτικών, αντιμέτωπη με τη βία των «δύο άκρων»: της ένοπλης αριστεράς και της φασιστικής ακροδεξιάς.

Κεντρική μορφή αυτής της επιχειρηματολογίας θα αναδειχθεί ο απόστρατος ταγματάρχης Ρομπέρτο Ντ' Ομπουισόν, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, επικεφαλής του μεγαλύτερου νόμιμου κόμματος της χώρας και πρόεδρος της Βουλής το 1982-84. Απόρρητη έκθεση της CIA (4.3.81) που αποχαρακτηρίστηκε μετά το θάνατό του (20.2.92), τον αποκαλεί «πρωτοπαλίκαρο των πλούσιων γεωκτημόνων και συντονιστή των ακροδεξιών αποσπασμάτων θανάτου, που δολοφόνησαν αρκετές χιλιάδες υπόπτους ως αριστερούς και συμπαθούντες».

«Σχετικά έξυπνος, εγωκεντρικός, απερίσκεπτος και πιθανότατα διανοητικά διαταραγμένος», κατά την ίδια έκθεση, ο Ντ' Ομπουισόν έγινε διάσημος όταν το χειμώνα του 1979-80 άρχισε να καταγγέλλει από τηλεοράσεως διάφορα πρόσωπα για σχέσεις με την ένοπλη αριστερά, επικαλούμενος στοιχεία των μυστικών υπηρεσιών.

Οι παρεμβάσεις του έπιαναν τόπο, καθώς οι καταγγελλόμενοι βρίσκονταν συνήθως τις επόμενες μέρες σφαγμένοι και πεταγμένοι σε κάποιο χαντάκι. Ο τηλεοπτικός χρόνος των εκπομπών είχε προπληρωθεί από επιφανή στελέχη των «14 οικογενειών».

Το Μάιο του 1980 ο ταγματάρχης συνελήφθη μαζί με μια δεκαριά συνεργάτες του με την κατηγορία ότι σχεδίαζαν στρατιωτικό πραξικόπημα. Αν και στην κατοχή τους βρέθηκαν έγγραφα που τους συνέδεαν με τη δολοφονία του αρχιεπισκόπου, τις επόμενες μέρες αφέθηκαν όλοι ελεύθεροι.

Σε γενικές γραμμές, ο βαθμός αυτονομίας αυτού του μηχανισμού από το επίσημο κράτος παραμένει το λιγότερο αμφισβητούμενος. «Αν και η διάκριση ανάμεσα στα αποσπάσματα θανάτου των ενόπλων δυνάμεων και στα αποσπάσματα θανάτου που συγκροτούνταν από πολίτες είναι δυνατή, τα μεταξύ τους όρια συχνά συγχέονταν», αναγνωρίζει διακριτικά η ερευνητική επιτροπή του ΟΗΕ.

«Ακόμη και τα αποσπάσματα θανάτου που δεν είχαν οργανωθεί ως τμήμα κάποιου κρατικού μηχανισμού, συνήθως υποστηρίζονταν ή γίνονταν ανεκτά από τους κρατικούς θεσμούς».

Ανατομία του μηχανισμού

Στα τέλη του 1983, όταν το μεγαλύτερο μέρος της βρομοδουλειάς είχε διεκπεραιωθεί και η συνεχιζόμενη δράση των «αποσπασμάτων» έθετε πια σε κίνδυνο τις εσωτερικές ισορροπίες του καθεστώτος, η πρεσβεία των ΗΠΑ άρχισε τις επιλεκτικές διαρροές στα αμερικανικά ΜΜΕ με στόχο το «μάζεμα» του μηχανισμού.

Την καλύτερη σκιαγράφηση του συστήματος την έδωσε, ωστόσο, ένα ρεπορτάζ του Τομ Νερν στο ριζοσπαστικό περιοδικό «Progressive» (Μάιος 1984). Βασισμένο σε δεκάδες συνεντεύξεις, εντόπισε τις ρίζες των «αποσπασμάτων θανάτου» στα προγράμματα που προώθησαν οι ΗΠΑ στην περιοχή επί Τζον Κένεντι, την επαύριο της κουβανικής επανάστασης.

Ολα ξεκίνησαν το 1963, με την αποστολή 10 αμερικανών πρασινοσκούφηδων επιφορτισμένων με την εκπαίδευση της Εθνοφρουράς του Σαλβαδόρ στις σύγχρονες τεχνικές της «αντιεξέγερσης». Τελικό προϊόν ήταν η δημιουργία της παρακρατικής «Εθνικιστικής Δημοκρατικής Οργάνωσης» (ORDEN) για τον προληπτικό «εμβολιασμό» της υπαίθρου από τον κομμουνιστικό κίνδυνο.

Η ORDEN διέθετε 100.000 πληροφοριοδότες και 10.000 ένοπλους χωρικούς οργανωμένους κατά «περιπόλους». Τα στελέχη της εκπαιδεύονταν από τη CIA σε τρεις τομείς: πολιτική κατήχηση, χρήση των όπλων και «εντοπισμό - ταυτοποίηση» των υπόπτων για ανατρεπτική δράση. Οι τελευταίοι φακελώνονταν από την κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ANSESAL) και, όποτε αυτό φαινόταν χρήσιμο, συλλαμβάνονταν ή «εξαφανίζονταν».

Για τα κριτήρια αυτής της προληπτικής καταστολής αποκαλυπτική είναι η ανάλυση του δημιουργού της ORDEN (κι επί χρόνια διοικητή της Εθνοφρουράς), στρατηγού Χόρχε Μεντράνο:

«Τον κομμουνιστή τον ανακαλύπτεις από τον τρόπο που μιλάει. Γενικά, μιλάει εναντίον του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, εναντίον της ολιγαρχίας κι εναντίον των στρατιωτικών. Δεν ήταν δύσκολο να τους εντοπίζουμε».

Για τις επιδόσεις του αυτές ο Μεντράνο παρασημοφορήθηκε από τον πρόεδρο Τζόνσον το 1968. Καθοριστική ήταν επίσης η συμβολή της CIA στην ενημέρωση των φακέλων της ANSESAL, ιδίως για μετανάστες και φοιτητές στο εξωτερικό. Μια άλλη πολύτιμη πηγή πληροφοριών υπήρξαν οι αδελφές υπηρεσίες των γειτονικών χωρών. Η Ουάσιγκτον προσέφερε ένα ολοκληρωμένο δίκτυο από τηλέτυπα για τον καλύτερο συντονισμό τους.

Ο ρόλος του Ντ' Ομπουισόν σ' αυτό το κύκλωμα αποδείχθηκε κομβικός. Αρχικά υπηρέτησε ως το δεξί χέρι του Μεντράνο στο στήσιμο της ORDEN. Υστερα ανέλαβε υποδιοικητής της ANSESAL, απ' όπου παραιτήθηκε λίγο πριν την διάλυσή της, το φθινόπωρο του 1979, υπεξαιρώντας μεγάλο μέρος των υπηρεσιακών φακέλων. Σύμφωνα με συνεργάτες του, ως στέλεχος της ANSESAL μισθοδοτούνταν παράλληλα από τη CIA, με την οποία διατήρησε το 1980-81 στενή επαφή.

Τελικό συμπέρασμα του Νερν: τα «αποσπάσματα θανάτου» δεν ήταν παρά μια συγκαλυμμένη, παράλληλη λειτουργία των ίδιων των επίσημων κατασταλτικών μηχανισμών. «Τα πράγματα είναι πολύ απλά», του ξεκαθάρισε λ.χ. ένα στέλεχος της αμερικανικής πρεσβείας, που είχε ψάξει το θέμα. «Κάθε στρατώνας, οποιουδήποτε μεγέθους, έχει αποσπάσματα θανάτου».

«Δουλεύαμε με γραπτές διαταγές», διευκρίνισε απ' την πλευρά του ένας πρώην εθνοφρουρός με δράση στα αποσπάσματα. «Παραλαμβάναμε ονόματα και διευθύνσεις, με εντολή να τους συλλάβουμε, να πάρουμε πληροφορίες και να τους σκοτώσουμε μετά. Σε σοβαρές περιπτώσεις, τις λίστες τις έφερνε αυτοπροσώπως κάποιο στέλεχος από την πρωτεύουσα».

Η εικόνα αυτή θα επιβεβαιωθεί τα επόμενα χρόνια, με τις αποκαλύψεις και άλλων βετεράνων. Σε συνέντευξή του προς τη μεξικανική «Jornada» (19.10.89), ο 27χρονος Σέζαρ Χόγια Μαρτίνες, πρώην αξιωματικός του Α2 της 1ης ταξιαρχίας πεζικού, περιέγραψε λ.χ. τη συμμετοχή του σε 74 φόνους:

«Είχαμε ειδικά αυτοκίνητα, όπως ένα τετράπορτο κόκκινο βαν που του αλλάζαμε πινακίδες κυκλοφορίας κάθε 5-6 μέρες (...). Δουλειά μας ήταν η παρακολούθηση, η απαγωγή, η κράτηση σε μυστικές φυλακές, η ανάκριση και η δολοφονία των υπόπτων για συμμετοχή σε εργατικές, διδασκαλικές ή φοιτητικές οργανώσεις και -κυρίως- στο FMLN. Τους σκοτώναμε με μαχαίρι, με στραγγαλισμό ή με ένεση θειικού οξέος κι ύστερα τους θάβαμε κρυφά ή τους πετούσαμε στην παραλία Ελ Μαχαουάλ και τον ποταμό Αλκεχουάτε. Δεν χρησιμοποιούσαμε πυροβόλα, για να μην αναγνωριστούμε».

Μετά τη δημοσίευση του άρθρου στο «Progressive», η Επιτροπή Πληροφοριών της Γερουσίας ξεκίνησε σχετική έρευνα και κάλεσε τον Νερν να καταθέσει. «Επί τρεις ή τέσσερις ώρες μου υπέβαλλαν ερωτήσεις σε μια κλειστή συνεδρίαση», θυμάται. «Ηταν κάπως περίεργο, αφού αυτοί οι ίδιοι είχαν πιστοποίηση ασφαλείας και πρόσβαση στους φακέλους της CIA και του Πενταγώνου. Ηταν οι ίδιοι που συνεργάζονταν μαζί τους, που τους χρηματοδοτούσαν, αλλά τώρα ρωτούσαν εμένα, πιθανότατα για να διαπιστώσουν πόσα ήξερα. Αυτά που ήξερα, τα είχα ήδη δημοσιεύσει...». Το τελικό προϊόν της επίσημης έρευνας, μια έκθεση 400 σελίδων, παραμένει άκρως απόρρητο.
 

(Ελευθεροτυπία, 6/2/2005)

 

www.iospress.gr                                                                                    ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ