ΕΘΝΙΚΟΦΡΟΣΥΝΗ ΚΑΙ "ΑΡΜΕΝΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ"

 

Ο ξεχασμένος "εθνικός εχθρός"
 

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

 

1. / 2.

 


90ή επέτειος της αρμενικής γενοκτονίας σήμερα, και θα ξανακουστούν οι συνήθεις πανηγυρικοί για την "προαιώνια φιλία" και την "κοινή ιστορική διαδρομή" Ελλήνων και Αρμενίων. Η νεότερη ιστορία των δυο λαών περιλαμβάνει όμως και άλλες σελίδες, που συνήθως μένουν στη σκιά.

 

 

Ο εχθρός του εχθρού μου κατά κανόνα θεωρείται φίλος. Τι γίνεται όμως όταν οι φιλίες και οι εχθρότητες εναλάσσονται, ανάλογα με τις ισορροπίες και τους βραχυπρόθεσμους στόχους της συγκυρίας;

Η περίπτωση των Αρμενίων, μαρτυρικού λαού που σε περιόδους ελληνοτουρκικής έντασης αναγορεύεται σε "προαιώνιο" σύμμαχο του "Ελληνισμού", είναι χαρακτηριστική. Ανάλογα με τις εποχές, κατατάσσονταν από τους θεματοφύλακες του ελληνικού εθνικισμού άλλοτε στα "φιλελληνικά" κι άλλοτε στα "ανθελληνικά" έθνη, ανάλογα με τις συμμαχίες που επέλεγαν κάθε φορά τα αντίστοιχα εθνικά κινήματα.

Με την αποσιωπημένη πτυχή αυτού του δίπολου, τις τριβές μεταξύ των δύο λαών και την "ερμηνεία" τους από τους εγχώριους εθνικιστές (στα γνωστά στερεότυπα περί "πανταχόθεν βαλλόμενου" Ελληνισμού) θα ασχοληθούμε σήμερα.

Το ζήτημα, φυσικά, δεν είναι να κατεδαφίσουμε ένα εθνικό στερεότυπο για να οικοδομήσουμε στη θέση του ένα άλλο. Απλά, θυμίζουμε πόσο επιλεκτική είναι η εθνική συλλογική μνήμη, πώς κατασκευάζεται (με σταχυολόγηση συγκεκριμένων κάθε φορά στιγμών του παρελθόντος) η εκάστοτε επικρατούσα αντίληψη περί "εχθρών" και "φίλων".

Οικονομικοί ανταγωνιστές

Λανθασμένη είναι, κατ' αρχάς, η αντίληψη που θέλει το ελληνικό και το αρμενικό εθνικό κίνημα να συμπλέουν μόνιμα κατά του κοινού εχθρού.

Οπως επισημαίνει ο πανεπιστημιακός Ιωάννης Χασιώτης, "μέχρι τουλάχιστον τις εκτεταμένες διώξεις του 1893, η ελληνική στάση απέναντι στο αρμενικό εθνικό κίνημα δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή. Κάτω από την επιρροή παλιών και νέων προκαταλήψεων, οι οθωμανοί Ελληνες ήταν γενικά συγκρατημένοι και συχνά κατέκριναν τις εθνικές διεκδικήσεις των Αρμενίων" ("The Greeks and the Armenian Massacres", 1981, σ. 71).

Καθοριστική ο ίδιος θεωρεί την αναμέτρηση των δύο αστικών τάξεων για κυριαρχία στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας: "Οι ανώτερες τάξεις των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επηρεάζονταν κυρίως από τον οικονομικό και κοινωνικό ανταγωνισμό τους με τους Αρμενίους. Από τα μέσα του [19ου] αιώνα, ο ελληνοαρμενικός ανταγωνισμός ήταν πια προφανής στις ελίτ και των δύο λαών, ιδίως στην Κωνσταντινούπολη και την Τραπεζούντα" (όπ.π., σ. 75).

Προξενικές εκθέσεις της εποχής πιστοποιούν την ύπαρξη αυτών των αντιθέσεων. "Ουδεμίαν πεποίθησιν δυνάμεθα να έχωμεν" στους Αρμενίους της Προύσας, ενημερώνει π.χ. το Φεβρουάριο του 1912 το Υπ.Εξ. ο εκεί υποπρόξενος, "καθότι ενταύθα αείποτε οι ασπονδότεροι εχθροί των Ελλήνων υπήρξαν, ο δε αρχηγός του τέως ανθελληνικού αποκλεισμού εις την φυλήν ταύτην ανήκεν" (Σία Αναγνωστοπούλου, "Μικρά Ασία. Οι Ελληνορθόδοξες κοινότητες", Αθήνα 1997, σ.519).

Βουλγαρόφιλοι "τρομοκράτες"

Σοβαρότερο πρόβλημα για τους σχεδιαστές της εθνικής πολιτικής υπήρξε η συμμαχία της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας (Τασνάκ) με τους κομιτατζήδες της Μακεδονίας. Η συμπόρευση των Αρμενίων με το τοπικό "σλαβοβουλγαρικό" κίνημα χρονολογούνταν ήδη από τη δεκαετία του 1870 (Hassiotis 1981, σ. 73), πήρε όμως νέα ώθηση με τη δημιουργία της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης το 1893.

"Η αρμενική συνεισφορά στην οργάνωση του μακεδονικού ανταρτοπολέμου εναντίον των οθωμανών", γράφει ο σημαντικότερος ιστορικός της γενοκτονίας, "δεν περιορίστηκε στο ρόλο του παραδείγματος. Στην Κωνσταντινούπολη, οι Μακεδόνες εξασφάλισαν τη συνεργασία ενός ειδικού στην κατασκευή βομβών. Οι δοκιμές και η κατασκευή γίνονταν στη Σόφια. Η βουλγαρική αστυνομία και οι άλλες αρχές έκλειναν τα μάτια σ' αυτές τις δραστηριότητες" (Βαχάκν Νταντριάν, "Η ιστορία της αρμενικής γενοκτονίας", σ. 137).

Η απάντηση της επίσημης Αθήνας σ' αυτή τη συμμαχία είναι μια "αντιτρομοκρατική" εκστρατεία που βάζει στο στόχαστρο τους λιγοστούς Αρμενίους της ελληνικής επικράτειας. Τον Αύγουστο του 1905, οι αθηναϊκές εφημερίδες θ' ασχοληθούν επί μέρες με την εξάρθρωση μιας καταχθόνιας "αρμενικής συνωμοσίας" στην ίδια την πρωτεύουσα.

"Ολόκληρα εργοστάσια και αποθήκαι δυναμίτιδος ήσαν εγκαθιδρυμένα από πολλού εις τας Αθήνας και τον Πειραιά εξάγοντα τα προϊόντα των ακωλύτως εις την Τουρκίαν", διαβάζουμε σχετικά σε κύριο άρθρο του "Εμπρός" (25.8.1905). "Δεν επιτρέπεται η εργασία αυτή των Αρμενίων να κριθή επιεικώς ως εργασία αποβλέπουσα εις την απελευθέρωσιν λαού υποδούλου. Πρόκειται περί καταχθονίου ανατρεπτικής εργασίας, απειλούσης το καθεστώς ολοκλήρου της Τουρκικής αυτοκρατορίας". Και η εφημερίδα συμπληρώνει με νόημα: "Μέχρι τούδε, περί Αρμενίων είχομεν πληροφορίας παν άλλο ή τιμητικάς διά τον χαρακτήρα τους".

Γλαφυρότερο, το "Σκριπ" δημοσιεύει περιγραφές του πρώτου αντιαρμενικού πογκρόμ, με την ευθύνη να επιρρίπτεται στα ίδια τα θύματα - τα οποία, άγνωστο πώς ακριβώς, σκόπευαν να κάνουν τα ίδια "και εις τας Αθήνας". Ρητή είναι η καταδίκη των αρμένιων επαναστατών, "των νέων Βανδάλων της Ανατολής, των εξακολουθούντων εφ' όλην την δεκαετίαν ταύτην διά σειράς κακουργιών ή αποπειρών να επιδιώκουν ηλιθίως εννοουμένην εξυπηρέτησιν των πολιτικών των συμφερόντων", και εξίσου σαφές το συμπέρασμα ότι "τας αγριότητας της Κωνσταντινουπόλεως του 1896", όταν 5-6.000 Αρμένιοι σκοτώθηκαν από ροπαλοφόρους παρακρατικούς ως αντίποινα για την κατάληψη της Οθωμανικής Τράπεζας, "δικαιολογεί σήμερον ο παρελθόν χρόνος και άι διασφηνισθείσαι περιστάσεις".

Η κατάταξη των Αρμενίων στους "εχθρούς" θα συνεχιστεί και στους Βαλκανικούς πολέμους, όταν η "Αρμενική λεγεώνα" του θρυλικού Αντρανίκ Οζανιάν πολεμά στο πλευρό του βουλγαρικού στρατού. Σε σχετικά πρόσφατο λεύκωμα με εχθρικές σημαίες - λάφυρα του ελληνικού στρατού που φυλάσσονται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας, συναντάμε έτσι και το λάβαρο του "στρωμνιτσιώτικου αποσπάσματος" της λεγεώνας, με την επιγραφή "προς την Αρμενία" ("Σημαίες ελευθερίας", Αθήνα 1996, σ.159).

Στα μυαλά των εθνικιστών της εποχής, η ταύτιση των δύο λαών ήταν πάντως δεδομένη: από την Καβάλα, σημειώνει στις 31.7.1913 ο Φίλιππος Δραγούμης, οι Βούλγαροι "έφυγαν με τις δασκάλες και τους Αρμένηδες και με τα πλιάτσικα" ("Ημερολόγιο 1912-13", Αθήνα 1988, σ.365).

"Καλά να πάθουν"

Πολύ πιο σύνθετο είναι το ζήτημα της στάσης των Ελλήνων απέναντι στη γενοκτονία του 1915. Γεγονός είναι ότι υπήρξαν Μικρασιάτες που με κίνδυνο της ζωής τους διέσωσαν αρμενόπουλα, καθώς και ότι στελέχη του ελληνορθόδοξου μηχανισμού, όπως ο μητροπολίτης Τραπεζούντας, επιχείρησαν να εμποδίσουν τοπικά τη σφαγή. Από την άλλη, τα ίδια στελέχη είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων από τις αρχές για το επερχόμενο μακελειό, στη διάρκεια του οποίου στέκονταν συμβολικά στο πλευρό των φονιάδων.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παιδικές αναμνήσεις μιας Μικρασιάτισσας, σύμφωνα με τις οποίες "οι αντιδράσεις των Ελλήνων της Αμάσειας στο διωγμό των Αρμενίων ήταν λίγο πολύ παρόμοιες με εκείνες των Ελλήνων στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με την εξόντωση των Εβραίων":

"Ολοι λυπόντουσαν για την τύχη των Αρμενίων, αλλά καταλάβαινες ότι μερικοί, λίγο-πολύ, αν δεν δικαιολογούσαν ολότελα τους Τούρκους, έβρισκαν κάποιο φταίξιμο στους Αρμένιους: 'Αφού υπόσκαπταν το κράτος όπου ζούσαν ευτυχισμένοι...'. Αλλοι έλεγαν: 'Ας ελπίσουμε πως ξεθύμαναν οι Τούρκοι μ' αυτούς και τη γλυτώσαμε εμείς' [...] Αλλοι πάλι, έστω και λίγοι, έβλεπαν με κάποια ανακούφιση τον αφανισμό του χθεσινού ανταγωνιστή τους" (Ευδοκία Επέογλου-Μπακαλάκη, "Η Αμάσεια", Θεσ/νίκη 1988, σ. 48).

Η προβληματική "συμμαχία"

Στη διάρκεια του μικρασιατικού πολέμου σημειώθηκαν προσπάθειες για το συντονισμό της δράσης των Ελλήνων του Πόντου με τη νεοσύστατη Αρμενική Δημοκρατία. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η σοβαρότερη σχετική μελέτη, "είναι σαφές ότι η ελληνοαρμενική συνεννόηση, παρόλες τις ενθουσιώδεις διακηρύξεις της, ουδέποτε έφτασε σε κάποιο ουσιαστικό επίπεδο και, με ελάχιστες λαμπρές εξαιρέσεις, δεν χαρακτηριζόταν από αμοιβαία εμπιστοσύνη. Αναμφίβολα, αυτό επηρεαζόταν από τις προκαταλήψεις και την κοινωνικοοικονομική αντιζηλία του παρελθόντος. Υπήρξε επίσης έλλειψη πολιτικής πείρας και ρεαλισμού από πλευράς των αρμενίων ηγετών και πολλών Ελλήνων (ιδιαίτερα των Ποντίων) που είχαν αναλάβει αυτές τις διαπραγματεύσεις" (J.K. Hassiotis, "Shared Illusions: Greek-Armenian cooperation in Asia Minor and the Caucasus, 1917-1922", Θεσ/νίκη 1985, σ. 176).

Μια ιδέα γι' αυτή την αντιπαλότητα παίρνουμε από το πόνημα του Γεωργίου Σκαλιέρη, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1922 με τίτλο "Λαοί και φυλαί της Μικράς Ασίας". Ο συγγραφέας κατατάσσει μεν τους Αρμενίους στην "ομοφυλία των Αρίων Λαών", σπεύδει όμως να τους "προειδοποιήσει" να μείνουν μακριά από τις ελληνικές διεκδικήσεις στον Πόντο: "Παρά την φυλετικήν συγγένειαν Ελλήνων και Αρμενίων, τα Εθνογραφικά όρια των δύο Αρίων φυλών εισί σαφώς κεχωρισμένα και διακεκριμένα [...]. Οι Αρμένιοι ου μόνον δεν δύνανται, αλλ' ουδέ δικαιούνται να προβάλλωσιν αξιώσεις επί χωρών Ελληνικών". Απεναντίας, "έχουσι την υποχρέωσιν και το καθήκον" να συνασπιστούν με τους Ελληνες, "κατά μέρος τιθέμενοι υπερφιάλους αξιώσεις" και "περιοριζόμενοι εν τοις εθνογραφικοίς αυτών ορίοις" (σ. 203-4).

Το Μάρτιο του 1918, τα πράγματα οδηγήθηκαν σε ένοπλη αναμέτρηση Ποντίων και Αρμενίων στο Καρά Κλισέ του Κάρς. "Οι λόγοι οι οποίοι προεκάλεσαν την μάχην ήταν πολλοί και διάφοροι", διαβάζουμε στην κλασική μονογραφία του Στυλιανού Μαυρογένους, "κυρίως όμως ήταν λόγοι αυθαιρεσίας και αυτοδικίας των οπλισμένων Αρμενικών τμημάτων, άτινα ενόμιζον ότι, με τα όπλα εις χείρας των, είχαν δικαιώματα επί παντός ξένου αντικειμένου". Ακόμη "σοβαρότερος λόγος της δημιουργίας των προστριβών", συμπληρώνει, ήταν ότι το Ντασνάκ "εσχεδίαζε την καθ' ολοκληρίαν εξόντωσιν του Μουσουλμανικού στοιχείου του Κυβερνείου Καρς, εις ήν ηρνήθη κατηγορηματικώς να συμμετάσχη το Ελληνικόν στοιχείον" ("Το Κυβερνείον Καρς του Αντικαυκάσου", Θεσ/νίκη 1963, σ. 206).

Γλαφυρότερη είναι η περιγραφή των ίδιων γεγονότων από τον τέως αντιπρόεδρο της Βουλής, Ισαάκ Λαυρεντίδη. Οταν οι Πόντιοι αρνήθηκαν να παραδώσουν τα άλογά τους σ' έναν αρμένιο ίλαρχο, γράφει, αυτός "προεξετράπη εις ύβρεις και απειλάς, ειπών 'Αρπαλάρ πιστίκ πογτά καλτί' (θερίσαμε τα κριθάρια, έμειναν τα σιτάρια). Με κριθάρια παρωμοίαζε τους Τούρκους, των οποίων είχε προηγηθεί η σφαγή. Αν δεν τους δώσουν τα άλογα, θα έχουν την τύχη των Τούρκων αμάχων που θέρισαν, θα θερίσουν και τους Ρωμαίους σαν σιτάρια".

Ακολούθησε πολύνεκρη διήμερη μάχη. Οι Πόντιοι "υπεχώρησαν προς Γιαλαγούζ-Τσιάμ, όπου συνηντήθησαν μετά του εκ Σαρήκαμις προελαύνοντος Τουρκικού στρατού, διοικητής του οποίου ήτο ο συνταγματάρχης Απτούρ Ραχμάν Μπέη, όστις τους εδέχθη με εγκαρδιότητα ως εκ περιστάσεως πολεμίους κοινού εχθρού, τους συνεχάρη και προσεφέρθη να τους βοηθήση, εάν επεθύμουν να συνεχίσουν τον αγώνα των κατά των Αρμενίων, είτε ως ανεξάρτητον τμήμα, είτε από κοινού μετά των Τούρκων. Αλλ' οι Ελληνες των ως άνω χωρίων απέκρουσαν την πρότασιν, μη δεχθέντες να συμπολεμήσουν μετά των Τούρκων εναντίον των Αρμενίων, όπως απέκρουσαν και προγενεστέραν πρόστασιν των Αρμενίων δια σύμπραξιν εις κοινόν αγώνα κατά των Τούρκων. Ούτως κατεδείχθη ότι ίσως είνε πλέον εφικτή η συνεργασία Ελλήνων μετά Τούρκων, παρά η τοιαύτη μετά Αρμενίων, των οποίων η συμπεριφορά υπήρξε βάρβαρος, ληστρική και απάνθρωπος κατά την βραχύβιον διακυβέρνησίν των" ("Αρχείον Πόντου", τ. 31ος, 1971-72, σ. 423-5).

Κυριότερο σημείο τριβής ήταν η τύχη της Τραπεζούντας. Στις 12 Μαρτίου 1921, πάλι, η τουρκική αντιπροσωπεία στη Διασυμμαχική Διάσκεψη κατέθεσε έκκληση της εκεί "Ελληνορθοδόξου Κοινότητος", υπογεγραμμένη από τον πρόεδρό της και τον αρχιερατικό επίτροπο, που διακήρυσσαν ότι "δεν μπορούμε επ' ουδενί να δεχθούμε προσάρτηση της Τραπεζούντας στην Αρμενία" και πως "η Τραπεζούντα και τα περίχωρά της ανήκουν στους Τούρκους και τους Ελληνες, φίλους λαούς από αρχαιοτάτων χρόνων" ("Documents on British Foreign Policy, 1919-39", τ.XV, Λονδίνο 1967, σ. 408).

Αυτή η συλλογιστική δεν ήταν άγνωστη στους κόλπους της κοινότητας. Στα απομνημονεύματα του μητροπολίτη Χρύσανθου παρατίθεται η ανάλυση τοπικού παράγοντα, σύμφωνα με τον οποίο αντί για ενσωμάτωση της πόλης στην Αρμενία, "ώστε να έχωμεν εντελώς ασήμαντον μειοψηφίαν εις έν κράτος όπου θα επλειοψήφουν καταπληκτικώς οι Αρμένιοι και οι Τούρκοι, θα προετίμων, διά την σωτηρίαν ακριβώς αυτού του δήθεν ελευθερουμένου Ελληνισμού, να μείνωμεν όλοι ηνωμένοι, ακόμη και υπό την Τουρκικήν κυριαρχίαν" (Αθήνα 1970, σ.276).

Αλλά κι ο ίδιος ο Χρύσανθος, έχοντας παζαρέψει ταυτόχρονα με τους Αρμενίους τη δημιουργία μιας "Πόντο-Αρμενικής Ομοσπονδίας" (σ.207-8, 272-3 & 356-9) και με τους Κεμαλικούς τη σύσταση "αυτονόμου Πόντου, εν ισοπολιτεία Ελλήνων και Μουσουλμάνων" (σ.266-9 & 364-9), θα καταλήξει το 1920 στο συμπέρασμα πως, αφού "ο Πόντος εγκατελείφθη υπό των Μ. Δυνάμεων", "ό,τι εναπομένει να πράξωμεν είναι να συνεννοηθώμεν με τους Τούρκους" (σ. 281).

"Κακοποιά στοιχεία"

Μετά την καταστροφή του 1922, δεκάδες χιλιάδες Αρμένιοι καταφεύγουν στην Ελλάδα, μαζί με τους άλλους πρόσφυγες. Η υποδοχή τους δεν είναι πάντα ευνοϊκή. Αποκαλυπτικός ο μεταπολεμικός απολογισμός της Γενικής Διεύθυνσης Αλλοδαπών, "μητριάς" της ΕΥΠ: κατά το Μεσοπόλεμο, διαβάζουμε εκεί, "το εν Ελλάδι Αρμενικόν στοιχείον ου μόνον δεν αφωμοιώθη προς το τόσον φιλόξενον και φιλικόν προς αυτούς Ελληνικόν περιβάλλον, αλλά το μέγιστον ποσοστόν δεν παρέλειπε εις πάσαν παρουσιαζομένην ευκαιρίαν να εκδηλώνη το προς τους Ελληνας φυλετικόν αυτού μίσος και την αποστροφήν του προς παν το Ελληνικόν".

Η ίδια έκθεση δεν παραλείπει να φορτώσει στους Αρμένιους την αυξημένη εγκληματικότητα της εποχής: "Από το στοιχείον τούτο συγκαταλέγονται πλείστα κακοποιά στοιχεία, άτινα από της εγκαταστάσεώς των εις Ελλάδα διέπραξαν φρικώδη και ανατριχιαστικά εγκλήματα, άγνωστα έως τότε εις τα εγκληματικά χρονικά της Χώρας μας. Ασταθείς, ύπουλοι, φανατικοί, πονηροί, φιλέριδες και ατίθασοι, συχνότατα εδημιούργουν ζητήματα και απησχόλουν τας Ελληνικάς Αρχάς και ιδιαιτέρως τας Αστυνομικάς τοιαύτας. Αντιστάσεις κατά της Αρχής, φόνοι, ληστείαι, κλοπαί, εκβιάσεις και άλλα συναφή αδικήματα πλειστάκις είχον ως δράστας Αρμενίους κακοποιούς" ("Εκθεσις περί των εν Ελλάδι βιούντων Αρμενίων", Μάρτιος 1952, αρ.πρωτ. 421/7/2/4, σ.23).

Από αδημοσίευτες εκθέσεις των αρχείων του Υπ.Εξ. διαπιστώνουμε πως παρόμοιες αντιλήψεις έτρεφαν και επιτελικά στελέχη του κρατικού μηχανισμού.

Τον Οκτώβριο του 1927, λ.χ., ο Γενικός Διοικητής Θεσ/νίκης Αχιλλέας Καλεύρας εισηγείται στον πρωθυπουργό "να γίνη εκκαθάρισις των συνόρων από των επικινδύνων αρμενικών στοιχείων, τα οποία δέον να μετακινηθούν προς το εσωτερικόν", καθώς "απεδείχθη ότι μεταξύ των ανωτέρω στοιχείων υπάρχουσι κακοποιά και γενικώς πολύ ολίγον χρήσιμα διά την παραγωγικήν ανάπτυξιν στοιχεία".

Ο υπουργός Εξωτερικών Ανδρέας Μιχαλακόπουλος επικροτεί την ιδέα: "Την πρότασιν περί μετατοπίσεως των Αρμενίων δεν θεωρούμεν άσκοπον, υπό την προϋπόθεσιν ότι θέλει αποφευχθή η ομαδική μεταβίβασις τούτων, καθόσον άλλως διατρέχομεν τον κίνδυνον να δώσωμεν την ιδέαν ότι διώκομεν τα ενταύθα ευρισκόμενα ξένα στοιχεία" (Εν Αθήναις 10.12.1927, αρ.πρωτ.14471).

"Αρμενο-βούλγαροι" κι "Εαμο-αρμένιοι"

Η κορύφωση της κρίσης στις σχέσεις αρμενικής κοινότητας και ελληνικού κράτους θα έρθει στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η έκθεση της Διευθύνσεως Αλλοδαπών κατηγορεί τους καθολικούς Αρμενίους του Δουργουτιού (σημ. Νέος Κόσμος) ότι "κατά την διάρκειαν του Ελληνοϊταλικού πολέμου και μετέπειτα, απέβησαν επίσημοι πράκτορες και όργανα της Ιταλικής προπαγάνδας και κατασκοπείας", για να προχωρήσει στη γελοία διαπίστωση ότι "πρώτοι οι Αρμένιοι, υπό την υψηλήν προστασίαν των εχθρών της Πατρίδος μας, εξεχύθησαν εις ολόκληρον την Ελλάδα προς διενέργειαν μαύρης αγοράς" (σ. 24).

Σοβαρότερες φαίνονται οι κατηγορίες για συνεργασία με τις βουλγαρικές κατοχικές αρχές στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη: "Αμα τη εισόδω των Βουλγάρων εις Ελληνικά εδάφη, πρώτοι οι Αρμένιοι υπεδέχθησαν τούτους, και ζητωκραυγάζοντες υπέρ αυτών και των Γερμανών ετέθησαν από των πρώτων ημερών εις την υπηρεσίαν των. Εξεφράζοντο δημοσία υπέρ τούτων, και ως Πράκτορές των διά παντός θεμιτού και αθεμίτου μέσου έβαλλον κατά παντός Ελληνος, ανεξαρτήτως τάξεως και ιδεολογίας. [...] Πολλοί τούτων υπηρέτησαν εις τον Βουλγαρικόν Στρατόν και τας λοιπάς πολιτικάς και διοικητικάς υπηρεσίας των Βουλγάρων. Κατά κοινήν και γενικήν αντίληψιν ουδεμία ενέργεια ή πράξις των Βουλγάρων, κατά του Εθνους και του Ελληνικού Λαού, εγένετο χωρίς να φέρη και την σφραγίδα των Αρμενίων" (σ. 25-6).

Δεν υπήρξαν βέβαια όλοι οι Αρμένιοι δωσίλογοι. Μεγάλο μέρος της κοινότητας, ιδίως στην πρωτεύουσα, πολέμησε ηρωικά τον κατακτητή μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ. Για τους μηχανισμούς ασφαλείας, όμως, η αντιστασιακή τους δράση ήταν εξίσου "ανθελληνική":

"Από του έτους 1942 οι οπαδοί του Κ.Κ. Αρμενίων και του Κόμματος Hintsak και μεγάλον ποσοστόν των άλλων Κομμάτων ανεμίχθησαν εις την Εαμικήν κίνησιν και συνειργάσθησαν στενώς μετά του ΚΚΕ. Οσοι εκ των Αρμενίων δεν ηδυνήθησαν να τεθούν εις την υπηρεσίαν του Κατακτητού, προθυμότατα υπήκουσαν εις την φωνήν του 'ινστρούχτορα' της Μόσχας και του Διεθνούς αναρχοκομμουνισμού, και αθρόως προσήλθον και επύκνωσαν τας συμμορίας των ενόπλων ορδών του ΕΛΑΣ. Ικανός αριθμός Αρμενίων ήσαν βαθμοφόροι του ΕΛΑΣ, εκτελεσταί της ΟΠΛΑ και ΕΠ, εμπρησταί και δυναμιτισταί κατά το Δεκεμβριανόν κίνημα. Η συμμετοχή και ενίσχυσις υπό του Αρμενικού στοιχείου του Δεκεμβριανού κινήματος είναι τοις πάσιν γνωστή, και θα παρέλθη ασφαλώς η παρούσα γενεά διά να ξεχασθούν τα αποτρόπαια εγκλήματα και άι χαρακτηριστικαί έρριναι κραυγαί των υπέρ του ΚΚΕ κατά τας συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις υπέρ των κομμουνιστών" (όπ.π., σ. 26-7).

Τα ίδια ακριβώς στερεότυπα συναντάμε και στην μεταπολεμική εθνικόφρονα φιλολογία. Στην "Τειχομαχία" (1955), ο Θεόφιλος Φραγκόπουλος περιγράφει τη συγκρότηση της ΟΠΛΑ "από παλιά ψημένα στελέχη της ΟΚΝΕ, ανακατεμένα με Αρμένηδες επαγγελματίες φονιάδες, κοινούς καταδότες και εκδικητικούς φυματικούς της Ακροναυπλίας" (σ.192). Ο Χρήστος Ζαλοκώστας πάλι, στο "Χρονικό της σκλαβιάς" (1949) φωτογραφίζει τον "παντοδύναμο αρχηγό της ΟΠΛΑ Καμινίων, ένα σαρανταπεντάρη πρόσφυγα με αρμένικο μούτρο" (σ.332). Σημεία των καιρών: η μομφή απευθύνεται όχι στους ίδιους τους Αρμένιους, που εντάχθηκαν στο ΕΑΜ, αλλά στο ΚΚΕ, που έκανε το "έγκλημα" να τους στρατολογήσει...
 

 

(Ελευθεροτυπία, 24/4/2005)

 

www.iospress.gr                                                                                    ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ