ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΣΤΟ ΧΑΚΙ
 

Τι έκανες στον πόλεμο κ. καθηγητά;

 

Η στρατολόγηση κοινωνικών ανθρωπολόγων από τον αμερικανικό στρατό ξαναθέτει επί τάπητος τις σχέσεις των "ανθρωπιστικών επιστημών" με τις πιο σκοτεινές πτυχές της αυτοκρατορικής πολιτικής.
 

Πού ακριβώς τελειώνει η αμιγής «κοινωνική επιστήμη» και πού αρχίζει η πρακτική συμβολή των «κοινωνικών επιστημόνων» στην οργανωμένη άσκηση κρατικής βίας; Το ερώτημα δεν είναι καινούριο: στη δεκαετία π.χ. του ’60, τα εγχειρίδια βασανισμού της CIA αντλούσαν μέγα μέρος του περιεχομένου τους από το «επιστημονικό» έργο διαπρεπών κοινωνιοψυχολόγων όπως ο Άμπερτ Μπίντερμαν (βλ. «Ιός» 13.6.04). Επανήλθε όμως πρόσφατα ορμητικά στο προσκήνιο με τη δημοσιοποίηση ενός προγράμματος στρατολόγησης κοινωνικών ανθρωπολόγων από το αμερικανικό Πεντάγωνο για την «επιστημονικότερη» διεξαγωγή των «αντιτρομοκρατικών» πολέμων στο Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Όλα ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 2005 με ένα άρθρο στο επίσημο περιοδικό του αμερικανικού στρατού, τη «Στρατιωτική Επιθεώρηση». Τιτλοφορούνταν «μια οργανωτική λύση για τις ανάγκες πολιτισμικής γνώσης του Υπουργείου Αμύνης» και το υπέγραφαν δύο γυναίκες: η Μοντγκόμερι Μακφέιτ, διδάκτωρ κοινωνικής ανθρωπολογίας του Γέιλ, πρώην υπάλληλος του Κέντρου Πολιτικής Κατασκοπείας της RAND Corporation κι εν συνεχεία του Γραφείου Ναυτικών Ερευνών του Πενταγώνου, και η Αντρέα Τζάκσον, εκπαιδεύτρια της DIA, του αμερικανικού στρατού και των πεζοναυτών στο Ιράκ, με προηγούμενη θητεία στη Βοσνία και το Κοσυφοπέδιο.

Κεντρική ιδέα του άρθρου ήταν η διαπίστωση ότι τα κατά τόπους αμερικανικά στρατεύματα κατοχής αγνοούν παντελώς τις κοινωνίες μέσα στις οποίες κινούνται κι εναντίον των οποίων μάχονται, με αποτέλεσμα οι επιδόσεις τους στον τομέα της «αντιεξέγερσης» (counterinsurgency) να πηγαίνουν απ’ το κακό στο χειρότερο – και η δράση τους να τροφοδοτεί μάλλον παρά να καταστέλλει τα τοπικά αντάρτικα.

Εξού και η ανάγκη επανεκπαίδευσης των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ, με τη δημιουργία μιας μόνιμης οργανωτικής δομής «κοινωνικών επιστημόνων που θα έχουν ισχυρούς δεσμούς με τις υπηρεσίες και τις μάχιμες διοικήσεις» και θα «διεξάγουν επιτόπια εθνογραφική έρευνα πεδίου», με «συνεντεύξεις και συμμετοχική παρατήρηση», «σε όλες τις περιοχές στρατηγικής σημασίας (όπως η Ανατολική Ευρώπη, το Μαγκρέμπ, η υποσαχάρια Αφρική, η Μέση Ανατολή, η Κεντρική Ασία κι η Ν.Α. Ασία)». Τελικός σκοπός του εγχειρήματος, κατά τις Μακφέιτ και Τζάκσον, είναι η δημιουργία ενός «κέντρου διαλογής γνώσης» που θα «διανέμει γνώση στο πεδίο της μάχης σε χρησιμοποιήσιμη μορφή», επιτρέποντας στους αξιωματικούς των ΗΠΑ να γνωρίζουν καλύτερα τον -εκάστοτε- εχθρό τους.

Εξίσου σαφής ήταν η Μακφέιτ σ’ ένα άλλο άρθρο της, που δημοσιεύθηκε την ίδια εποχή στο (επίσης στρατιωτικό) περιοδικό Joint Force Quarterly με τίτλο «Η στρατιωτική χρησιμότητα της κατανόησης του αντίπαλου πολιτισμού»: «Για να αντιμετωπίσουν έναν εχθρό τόσο βαθιά προσαραγμένο στην ιστορία και τη θεολογία», όπως τα αντάρτικα του Ιράκ και του Αφγανιστάν, διαβάζουμε εκεί, «οι Ένοπλες Δυνάμεις των ΗΠΑ πρέπει να υιοθετήσουν μια εθνογραφική οπτική του κόσμου».

Όταν γράφονταν αυτά, η διδάκτωρ του Γέιλ είχε ήδη προσληφθεί από το αμερικανικό Υπουργείο Άμυνας για τη δημιουργία μιας πρώτης βάσης εθνολογικών δεδομένων για τα στελέχη των κατοχικών στρατευμάτων. Με τη συμβολή ενός λοχαγού του Γραφείου Διεθνών Στρατιωτικών Σπουδών του Πενταγώνου, αυτό το πρώτο πρόγραμμα εξελίχθηκε το 2005-2006 στο «Σύστημα Ανθρώπινου Πεδίου» (Human Terrain System) ή HTS, μια ολοκληρωμένη στρατηγική «ενσωμάτωσης» κοινωνικών επιστημόνων στις μονάδες του αμερικανικού στρατού. Το επιστημονικό σκέλος του ανατέθηκε στην Μακφέιτ, υπό την καθοδήγηση του απόστρατου συνταγματάρχη των ειδικών δυνάμεων Στιβ Φοντακάρο. Για τη χρηματοδότησή του διατέθηκαν 40 εκατομμύρια δολάρια το Σεπτέμβριο του 2007 κι άλλα 120 εκατομμύρια τη φετινή άνοιξη.

«Ενσωματωμένοι» επιστήμονες

Τι περιλαμβάνει όμως ακριβώς το περίφημο αυτό πρόγραμμα; Σύμφωνα με τους δημιουργούς του, το HTS αποτελείται από τέσσερις βασικές δομές:

* πενταμελείς «Ομάδες Ανθρώπινου Πεδίου» (Ηuman Terrain Teams ή HTT) που δραστηριοποιούνται στις πολεμικές ζώνες. Η πρώτη από αυτές έφτασε στο Αφγανιστάν το Μάρτιο του 2007, κι ακολούθησε τον Ιούλιο μια δεύτερη στο Ιράκ. Σήμερα υπάρχουν έξι τέτοιες ομάδες (1 στο Αφγανιστάν και 5 στο Ιράκ), με προοπτική την επέκτασή τους σε καθεμιά από τις 26 μάχιμες ταξιαρχίες του αμερικανικού στρατού στις δυο κατεχόμενες χώρες. Κάθε ομάδα αποτελείται από τρεις στρατιωτικούς και δύο επιστήμονες. Στρατιωτικοί είναι ο επικεφαλής και δύο ειδικοί της στρατιωτικής κατασκοπείας (ΜΙ) ή των υπηρεσιών ψυχολογικού πολέμου (PSYOP), ενώ πολίτες οι «Κοινωνικοί Επιστήμονες Πεδίου» – ο «Πολιτισμικός Αναλυτής» και ο «Αναλυτής Περιφερειακών Σπουδών».

* δύο «Ερευνητικά Κέντρα Υποστήριξης» (Reachback Research Center ή RRC), εγκαταστημένα σε στρατιωτικές βάσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Επανδρωμένο με 14 ερευνητές, «ειδήμονες στα πολιτισμικά κι εθνογραφικά χαρακτηριστικά» της αντίστοιχης περιοχής, κάθε Κέντρο ασχολείται με την πληροφοριακή υποστήριξη των επιμέρους ΗΤΤ, ώστε οι τελευταίες να μπορούν «να απαντούν στα ειδικά αιτήματα που τους υποβάλλουν οι διοικητές των προωθημένων μονάδων». Το RRC που ασχολείται με το Ιράκ βρίσκεται σήμερα στο Όιστερ Πόιντ της Βιρτζίνια, ενώ το RRC που ασχολείται με το Αφγανιστάν στο Φορτ Λίβενσγουερθ του Κάνσας. Κι εδώ ο επικεφαλής είναι πάντα στρατιωτικός, ενώ τα μέλη κάτοχοι μάστερ ή διδάκτορες κοινωνικής ανθρωπολογίας, διεθνών σχέσεων, κοινωνιολογίας, πολιτικής επιστήμης, ιστορίας, κοινωνιοψυχολογίας, θεολογίας και συναφών ανθρωπιστικών επιστημών.

* ένα «Δίκτυο Ειδημόνων Αντικειμένου» (Subject Matter Expert Network ή SMEnet), συγκροτημένο από ειδικευμένους επιστήμονες που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο RRC όποτε αυτό τους καλέσει και πληρώνονται «με την ώρα» για τις συμβουλές τους.

* ένα σετ ηλεκτρονικών υπολογιστών εφοδιασμένων με το κατάλληλο λογισμικό και «Χαρτογράφηση του Ανθρώπινου Πεδίου», προορισμένο για χρήση από τους διοικητές των κατά τόπους στρατιωτικών μονάδων (MAP-HT Toolkit). Μεταξύ άλλων, η ενσωματωμένη βάση δεδομένων περιλαμβάνει χάρτες με την ακριβή «εδαφική κατανομή των επιμέρους φυλών και κοινωνικών οντοτήτων», σχεδιαγράμματα με «τις δομές εξουσίας και τα κοινωνικά δίκτυα των άτυπων οικονομικών συστημάτων», καθώς και συμπληρωματικές πληροφορίες, όπως π.χ. «ο ρόλος της εθνότητας στην ιρακινή κατανομή εξουσίας».

Περισσότερο διαφωτιστικές για τα πραγματικά χαρακτηριστικά (και καθήκοντα) αυτών των μηχανισμών είναι οι πληροφορίες που αντλούμε από την ιστοσελίδα με τα αναγκαία προσόντα των υποψηφίων μελών τους. Αν εξαιρέσουμε τους «ειδήμονες» του SMEnet, που καλούνται να λύσουν τις απορίες των στελεχών του RRC και πληρώνονται με το κομμάτι, απαραίτητο προαπαιτούμενο για την πρόσληψη όλων των άλλων είναι η ύπαρξη «πιστοποιητικού ασφαλείας» (security clearance), κυρίως όμως «μια ανοιχτόμυαλη προσέγγιση απέναντι σε μια ποικιλία αντιλήψεων και μεθόδων». Η γνώση των τοπικών γλωσσών θεωρείται, αντίθετα, απλώς «επιθυμητή».

Σχετικά με τον καταμερισμό εργασίας στο εσωτερικό των ΗΤΤ, πληροφορούμαστε ότι ο (στρατιωτικός) επικεφαλής είναι «ο βασικός σύμβουλος του στρατιωτικού διοικητή» της ταξιαρχίας στην οποία έχει «ενσωματωθεί» η ομάδα. Ο -επίσης στρατιωτικός- «Διαχειριστής Ερευνών» είναι αυτός που επικοινωνεί με τον κεντρικό μηχανισμό υποστήριξης του RRC και μοιράζει συγκεκριμένες δουλειές στα υπόλοιπα μέλη. Ο «Αναλυτής Ανθρώπινου Πεδίου», στρατιωτικός κι αυτός, «διεξάγει πρωταρχική έρευνα, συμμετέχει σε συνεντεύξεις και συνεννοείται με άλλες τοπικές οργανώσεις κι υπηρεσίες». Είναι αυτός που ετοιμάζει την «προκαταρκτική ανάλυση», την οποία οι «Κοινωνικοί Επιστήμονες Πεδίου» θα σερβίρουν επεξεργασμένη στη διοίκηση της ταξιαρχίας. Όσο για τους «ενσωματωμένους» (embedded) επιστήμονες, τα καθήκοντά τους περιγράφονται στην επίσημη ιστοσελίδα του HTS ως εξής:

«Ως σύμβουλοι της ταξιαρχίας, οι Κοινωνικοί Επιστήμονες Πεδίου αναλύουν το διαθέσιμο σώμα της σχετικής επιστημονικής βιβλιογραφίας και συλλέγουν δεδομένα από μια πρόσθετη ποικιλία πηγών (συμβατικές στρατιωτικές περιπόλους, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, Διεθνείς Οργανισμούς, μονάδες πολιτικών υποθέσεων, ειδικές δυνάμεις, τις τοπικές κοινότητες κ.λπ.)». Γενικευμένος χαφιεδισμός, μ’ άλλα λόγια, ενισχυμένος με την απαραίτητη τεχνογνωσία και βιβλιογραφική υποστήριξη.

Κατατοπιστικότερος είναι, σε άρθρο που συνυπογράφει στη «Στρατιωτική Επιθεώρηση», ο αξιωματικός που έστησε το όλο σύστημα. Βασικό καθήκον των ΗΤΤ, διαβάζουμε εκεί, είναι «να συγκεντρώνουν, αποθηκεύουν, χειρίζονται και παρέχουν πολιτισμικά δεδομένα εκατοντάδων κατηγοριών. Τα δεδομένα θα καλύπτουν αντικείμενα όπως σημαντικές τοπικές προσωπικότητες, κοινωνικές δομές, δεσμοί μεταξύ φυλών και οικογενειθών, οικονομικά ζητήματα, δημόσιες επικοινωνίες, αγροτική παραγωγή κ.ο.κ.». Όλες αυτές οι πληροφορίες «θα μεταφέρονται τακτικά στα μετόπισθεν για αποθήκευση σ’ ένα ευρύτερο αρχείο, για να επιτρέψουν πιο προχωρημένη ανάλυση κι ευρύτερη χρήση τους από τις στρατιωτικές και άλλες υπηρεσίες». Σε αυτό το κεντρικό αρχείο θα έχουν άλλωστε πρόσβαση όχι μόνο ο στρατός αλλά και «άλλες κρατικές υπηρεσίες των ΗΠΑ» (Don Smith κ.ά., Military Review 9-10.2006).

Ενδιαφέροντα είναι, τέλος, τα επιπλέον κίνητρα που επιστρατεύονται για να πειστούν τα υποψήφια μέλη να «ενσωματωθούν» στις μονάδες του HTS: «Η εργασία σε μια ΗΤΤ παρέχει μια ευκαιρία για την ανάπτυξη νέων μεθόδων έρευνας πεδίου κι ανάλυσης δεδομένων. Οι Επιστήμονες Ανθρώπινου Πεδίου θα μπορούν να γράψουν σχετικά με τις εμπειρίες τους και να συμμετέχουν αλλιώς στην ακαδημαϊκή φιλολογία του πεδίου τους μετά τη συμμετοχή τους, υποκείμενοι στον καθιερωμένο έλεγχο ασφαλείας». Eπιστημονική δηλαδή καριέρα με την πλάτη (και κάτω από τον έλεγχο) του στρατού και των υπηρεσιών ασφαλείας.

Η σκιά του «Φοίνικα»

Ο επίσημος προπαγανδιστικός λόγος υπέρ του HTS το θέλει να μειώνει την ανεξέλεγκτη βία των αμερικανικών στρατευμάτων, μέσα από τον περιορισμό των «παρεξηγήσεων» (που οφείλονταν στην άγνοια των τοπικών κωδίκων συμπεριφοράς) και την προσέγγιση του ντόπιου πληθυσμού. Υμνητικό ρεπορτάζ των New York Times (5.10.07) αποδίδει π.χ. στην παρουσία της «Ομάδας Ανθρώπινου Πεδίου» μια μείωση κατά 60% των πολεμικών επιχειρήσεων της 82ης αερομεταφερόμενης μεραρχίας στο Αφγανιστάν. Για έμφαση σε «μη θανατηφόρα μέσα (όπως η οικονομική ανάπτυξη)» κάνει λόγο και η επίσημη ιστοσελίδα του προγράμματος, διαβεβαιώνοντάς μας ότι «ένας ανθρωπολόγος μπορεί να είναι αποτελεσματικότερος από ένα βομβαρδιστικό Β-1».

Η ιδέα ενός «εξανθρωπολογισμού του στρατού», κατά τη διατύπωση της Μακφέιτ, επαναλαμβάνεται τακτικά σε κάθε δημόσια παρουσίαση: «Αν είσαι επιστήμονας που αξίζεις τα λεφτά σου και διαφωνείς με τον τρόπο που οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κι η στρατιωτική σκέψη έχουν ρημάξει την ποιότητα ζωής των ιθαγενών λαών με τους οποίους ασχολούμαστε», δηλώνει χαρακτηριστικά ο συνταγματάρχης Φοντακάρο στο San Fransisco Chronicle Magazine (29.4.07), «τότε η προσέγγιση που θα επιλύσει αυτό το πρόβλημα είναι κατά τη γνώμη μου η εμπλοκή και η εκπαίδευση. Αυτά γίνονται όχι επειδή είμαστε κακοί, αλλά επειδή είμαστε ηλίθιοι. Η θεραπεία για την ηλιθιότητα είναι η εκπαίδευση. Και ποιός θα παράσχει αυτή την εκπαίδευση, αν όχι εσείς, οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι;»

Μακάρι, φυσικά, τα πράγματα να ήταν τόσο απλά. Οι επιτελείς του «εξανθρωπολογισμού» της κατοχικής τρομοκρατίας προδίδονται, άλλωστε, από τα ίδια τους τα λόγια. Στο άρθρο της στο Joint Force Quarterly, η Μακφέιτ θεωρεί π.χ. σαν αντιπροσωπευτικό «κοινωνικό-πολιτισμικό εργαστήρι» το ...«Απόσπασμα Στρατηγικών Σπουδών του 4ου Γκρουπ Ψυχολογικών Επιχειρήσεων» του Πενταγώνου. Σε σχετικό δε άρθρο της «Στρατιωτικής Επιθεώρησης», επικεντρωμένο στην «εθνογραφική κατασκοπεία», ένας αντισυνταγματάρχης εισηγείται την εγκατάσταση «στρατιωτικών εθνογράφων» σε κάθε αμερικανική πρεσβεία, διευκρινίζοντας ότι «η πληροφόρηση από ανοικτές πηγές που θα συγκεντρώνουν οι στρατιωτικοί εθνογράφοι θα μπορούσε να συμπληρώνει τη συγκαλυμμένη δουλειά που γίνεται από τη CIA (και αντιστρόφως)» (Fred Renzi, «Networks: Terra Incognita and the case for Ethnographic Intelligence», Military Review 9-10.2006, σ.16-22).

Αποκαλυπτικότερη όλων είναι ωστόσο η παρουσίαση του HTS από τον ίδιο το σχεδιαστή του. Εκεί, το όλο σύστημα αναγορεύεται χωρίς περιστροφές σε διάδοχο του διαβόητου προγράμματος CORDS («Υποστήριξη Πολιτικών Επιχειρήσεων κι Επαναστατικής Ανάπτυξης») που εφάρμοσαν ο αμερικανικός στρατός, η AID και η CIA στο Νότιο Βιετνάμ μεταξύ 1967 και 1972. Σύμφωνα με τους νοσταλγούς του, το CORDS «συνδύαζε την εστιασμένη συλλογή πληροφοριών με άμεση δράση κι ολοκληρωμένες συγρονισμένες δραστηριότητες που αποσκοπούσαν στο κέρδισμα ‘της καρδιάς και του μυαλού’ των Νοτιοβιετναμέζων». Επικεφαλής του ήταν ο μετέπειτα διευθυντής της CIA, Ουίλιαμ Κόλμπι.

Οργανικό τμήμα του CORDS αποτελούσε το διαβόητο «Σχέδιο Φοίνιξ», για τον εντοπισμό και τη φυσική εξολόθρευση των πολιτικών στελεχών των Βιετκόγκ στο εσωτερικό των νοτιοβιετναμικών κοινοτήτων. Ο εντοπισμός των στόχων γινόταν με τον κτηνώδη βασανισμό κάθε λογής υπόπτων σε 279 μυστικά ανακριτικά κέντρα, προγόνους της σημερινής Air-CIA, απ’ τα οποία πέρασαν εκατοντάδες χιλιάδες ανακρινόμενοι. Ειδικές ομάδες μισθοφόρων αναλάμβαναν τις εκτελέσεις, που επισήμως υπολογίζονται μεταξύ 25 και 40.000 και αφορούσαν όχι μόνο Βιετκόγκ αλλά και κάθε λογής ανθρώπους που οι χαφιέδες του «Φοίνικα» ήθελαν να βγάλουν από τη μέση.

Η αντίσταση των επιστημόνων

Η δημοσιοποίηση του προγράμματος προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, έντονες αντιδράσεις στους κόλπους της εμπλεκόμενης επιστημονικής κοινότητας. Με απόφασή του, το ΔΣ της Αμερικανικής Ανθρωπολογικής Ένωσης (ΑΑΑ) κήρυξε στις 31 Οκτωβρίου 2007 το HTS αντίθετο στον κώδικα ηθικής του σωματείου.

Αυτός ο τελευταίος ορίζει σαφώς ότι «οι ερευνητές ανθρωπολόγοι πρέπει να κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να διασφαλίσουν ότι η έρευνά τους δεν θα θίξει την ασφάλεια, την αξιοπρέπεια ή την ιδιωτικότητα των ανθρώπων με τους οποίους δουλεύουν». Υποχρεώνει επίσης τους ερευνητές «να ενημερώνουν όσους μετέχουν στις έρευνές τους για τις πιθανές επιπτώσεις της επιλογής τους» να τηρηθεί ή όχι η ανωνυμία τους, να αποσπούν τη «συνειδητή συναίνεση» των ερευνόμενων και να «αναγνωρίζουν την υποχρέωσή τους να ανταποδώσουν κατάλληλα το χρέος τους προς τις κοινωνίες και τους ανθρώπους που μελετούν».

Είναι προφανές ότι καμιά από τις παραπάνω δικλείδες δεν μπορεί να τηρηθεί σε συνθήκες πολέμου, από ένστολους και ένοπλους επιστήμονες «ενσωματωμένους» σε στρατιωτικές μονάδες. Επιπλέον, όπως επισημαίνει η απόφαση του σωματείου, «το HTS ταυτίζει την ανθρωπολογία και τους ανθρωπολόγους με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ», με αποτέλεσμα «σοβαρά προβλήματα σε πολλούς ανθρωπολόγους που δεν μετέχουν σ’ αυτό, ακόμη και κινδύνους για την προσωπική τους ασφάλεια» σε διάφορα μέρη του κόσμου.

Γλαφυρότερες από αυτές τις -αναγκαστικά στρογγυλεμένες- συνδικαλιστικές διατυπώσεις είναι οι προσωπικές παρεμβάσεις των πανεπιστημιακών που ηγήθηκαν της καμπάνιας για την καταδίκη του HTS.

«Στήνεις τη σκηνή σου ανάμεσα στους ανθρώπους που θέλεις να κατανοήσεις, ζεις μαζί τους, κολλάς τις αρρώστιες τους, τρως τη φριχτή τροφή τους, μοιράζεσαι τις χαρές και τις λύπες τους. Η σκέψη ότι καλλιεργείς αυτές τις σχέσεις εμπιστοσύνης και οικειότητας, και στη συνέχεια πας στο Πεντάγωνο και λες: ‘αυτοί είναι οι άνθρωποι που πρέπει να σκοτώσετε κι αυτοί είναι άνθρωποι που δεν πρέπει να σκοτώσετε’, ιδού τι είναι προβληματικό μ’ αυτούς τους ανθρώπους και τη μεθοδολογία τους», εξηγεί χαρακτηριστικά ο καθηγητής ανθρωπολογίας Χίου Γκούστερσον, που καταγγέλλει τη Μακφέιτ και τους συνεργάτες της για «εκπόρνευση της τέχνης τους». Προϋπόθεση για την τήρηση της επιστημονικής δεοντολογίας, επισημαίνει, θα ήταν «να πεις στους κατοίκους του Σουνιτικού Τριγώνου: ‘παρεμπιπτόντως, πρόκειται να επιστρέψω στις ΗΠΑ και να τα πώ όλα αυτά στον [υπουργό Άμυνας] Ρόμπερτ Γκέιτς’», Όμως, «σ’ αυτή την περίπτωση, δεν μπορώ να φανταστώ πολλούς ανθρώπους στο Σουνιτικό Τρίγωνο που θα ήταν διατεθειμένοι να σου μιλήσουν».

Ακολούθησε η αποδόμηση του «επιστημονικού» προφίλ της επικεφαλής του προγράμματος. Το εγχείρημα δεν ήταν καθόλου δύσκολο, καθώς η εικόνα της Μακφέιτ είχε φιλοτεχνηθεί αποκλειστικά και μόνο από υμνητικά ρεπορτάζ των ΜΜΕ. Το ξετίναγμα της συμβολής της στο νέο «Εγχειρίδιο Αντιεξέγερσης» του αμερικανικού στρατού αποκάλυψε, αντίθετα, ουκ ολίγες χοντροκομμένες λογοκλοπές κι έναν απαρχαιωμένο απλοποιητικό λόγο, που αγνοεί τις επιστημονικές επεξεργασίες των τελευταίων δεκαετιών αλλά «αρέσει στους στρατιωτικούς και την κατασκοπευτική κοινότητα, επειδή ακριβώς τους λέει αυτά που ήδη γνωρίζουν» (David Price, «Pilfered scholarship devastates General Petraeus’ Counterinsurgency Manual», CounterPunch 30.10.07).

Ως αποτέλεσμα (και) αυτών των αντιστάσεων, η εξέλιξη του HTS κάθε άλλο παρά έχει δικαιώσει τις ελπίδες που επενδύθηκαν σ’ αυτό. Σύμφωνα με την Μακφέιτ, στις ΗΤΤ του Ιράκ υπηρετούν συνολικά 38 άτομα, εκ των οποίων μόλις 8 κοινωνικοί επιστήμονες (κι απ’ αυτούς, μόνο 2 γνωρίζουν αραβικά)! Είναι προφανές ότι ο εξαιρετικά ψηλός μισθός (300.000 δολάρια το χρόνο, το εξαπλάσιο των μέσων απολαβών ενός κοινωνικού επιστήμονα στις ΗΠΑ) δεν αρκεί για να «ενσωματωθεί» κάποιος στις ομάδες του Πενταγώνου.

Η εν λόγω ένταξη συνεπάγεται, άλλωστε, ρίσκα καθόλου ευκαταφρόνητα: στις 7 Μαΐου 2008 ο πρώτος «κοινωνικός επιστήμονας» του προγράμματος σκοτώθηκε στο Αφγανιστάν, όταν το θωρακισμένο που τον μετέφερε προς κάποια «διαπραγμάτευση μεταξύ φυλών» χτυπήθηκε από αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό. Λεγόταν Μάικλ Μπατιά και ήταν υποψήφιος διδάκτορας πολιτικής επιστήμης στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Η σχέση του με το HTS έγινε γνωστή μετά το θάνατό του.

Εντελώς άγνωστη παραμένει, αντίθετα, η κλίμακα στρατολόγησης κοινωνικών επιστημόνων από ιδιώτες «υπεργολάβους» συνεργαζόμενους με τον αμερικανικό στρατό. Σχετικές αγγελίες δημοσιεύονται συχνά στον ειδικευμένο έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο των ΗΠΑ. Σε μια τυπική περίπτωση, η εταιρεία ζητά «πολιτισμικό ειδήμονα για τη Μ. Ανατολή», ομιλητή της αραβικής γλώσσας, της παστού ή της φαρσί, για «συλλογή πληροφοριών, διαχείριση, ανάπτυξη, εφαρμογή και διεύθυνση προγραμμάτων ανάλυσης πληροφοριών». Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να είναι αμερικανοί πολίτες και να έχουν διδακτορικό Ιστορίας ή Ανθρωπολογίας.
 

 



Η «επιστήμη» του 1952

Μισόν αιώνα πριν από τους πολέμους της κυβέρνησης Μπους, η μετεμφυλιακή Ελλάδα είχε επιλεγεί ως το πεδίο μιας ανάλογης «επιστημονικής» έρευνας με ανομολόγητες προεκτάσεις.

Ήταν 1952, όταν ο αμερικανός πανεπιστημιακός R.V. Burks έφτανε στη χώρας μας, εφοδιασμένος με μια υποτροφία του Ιδρύματος Φουλμπράιτ, για να επεξεργαστεί το «εξαιρετικά πλούσιο υλικό για τη μελέτη του κομμουνισμού» που αποτελούσαν οι αριστεροί πολιτικοί κρατούμενοι της εποχής: 10.569 καταδικασμένοι από κάθε λογής έκτακτα και τακτικά δικαστήρια, οι μισοί θανατοποινίτες ή ισοβίτες, προσέφεραν στον φιλόπονο ερευνητή ένα ιδεώδες αντιπροσωπευτικό δείγμα «ακτιβιστών» του εγχώριου κομμουνιστικού κινήματος.

Συνοδευόμενος από έναν διερμηνέα κι «έναν πρώην κομμουνιστή που χρησίμευε ως επαφή», ο Burks επισκέφθηκε δέκα συνολικά φυλακές, μοιράζοντας στους κρατούμενους ερωτηματολόγια σχετικά με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των ίδιων και των οικογενειών τους. Η περιοδεία του θ’ αποδώσει τελικά 586 συμπληρωμένα ερωτηματολόγια (αποκλειστικά από «μεταμεληθέντες»), έναν αριθμό συνεντεύξεων με πολιτικούς κρατούμενους και κάμποσες συζητήσεις με τους φύλακές τους.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύθηκαν απ’ τον Burks το 1955 στο περιοδικό «Journal of Modern History» και το 1961 σε εγχειρίδιο σοβιετολογίας των πανεπιστημιακών εκδόσεων του Πρίνστον («The dynamics of Communism in Eastern Europe»). Στον πρόλογό του, ο συγγραφέας ευχαριστεί ιδιαίτερα «δύο διπλωμάτες και τρεις πρώην κομμουνιστές, χωρίς τη βοήθεια των οποίων αυτό το έργο δεν θα είχε ίσως ποτέ ολοκληρωθεί». Μεταξύ των τελευταίων ξεχωρίζουμε τον επιφανή δημοσιογράφο (και μετέπειτα υπουργό Παιδείας της χούντας) Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου.

Από άποψη περιεχομένου, τα δημοσιευμένα πορίσματα του αμερικανού πολιτικού επιστήμονα δεν λένε και πολλά πράγματα. Περιορίζονται, απλώς, στη διαπίστωση ότι όσοι συμπλήρωσαν τα ερωτηματολόγιά του δεν ήταν αποκλειστικά προλεταριακής καταγωγής αλλά αντιπροσωπευτικό δείγμα της ευρύτερης ταξικής δομής της τότε ελληνικής κοινωνίας. Ο ίδιος, βέβαια, διεκδικεί για τη δουλειά του δάφνες πρωτοπόρας, εμπεριστατωμένης κι «απροκατάληπτης ανάλυσης». Στο βιβλίο του δεν παραλείπει μάλιστα να ειρωνευτεί τις αμφιβολίες κάποιων «αμετανόητων» πολιτικών κρατουμένων κατά πόσον «η έρευνα είναι πράγματι επιστημονικής φύσης».

Μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα αποκαλύπτουν ωστόσο κάποια έγγραφα των αμερικανικών αρχείων που αποκάλυψε πρόσφατα ο καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Χάγκεν Φλάισερ. Από την αλληλογραφία του Burks με το Επιτελείο Πολιτικής και Σχεδιασμού του Στέιτ Ντιπάρτμεντ προκύπτει ότι οι στόχοι της έρευνας του αμερικανού καθηγητή ήταν πολύ διαφορετικοί από την απλή μελέτη της ταξικής διάρθρωσης του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος:

«Πολύ σημαντικότερο ίσως από το στατιστικό προφίλ», γράφει στις 27.8.1952, «είναι ένα πρόγραμμα που βοήθησα την USIS [Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ] ν’ αρχίσει για προπαγανδιστική δουλειά στις ελληνικές φυλακές, όπου στεγάζεται περίπου το 50% των ακτιβιστών του ΚΚΕ. Ανακάλυψα ότι οι συνήθεις ρυθμοί απωλειών του ΚΚΕ είναι πολύ ψηλοί, ίσως και 40%, κι αισθάνθηκα ότι θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε αν οι ρυθμοί αποσκίρτησης και απόκλισης θα μπορούσαν ν’ αυξηθούν με μεθόδους ψυχολογικού πολέμου. Οι μέθοδοι που θα μαθευτούν πάνω στη δουλειά στις ελληνικές φυλακές θα μπορούσαν επίσης να είναι εφαρμόσιμες και σε άλλα κομμουνιστικά κόμματα.

Με τη βοήθεια του [αμερικανού διπλωμάτη] κ. Γιοστ, ορισμένοι αξιωματούχοι της USIS κι εγώ στήνουμε ένα πειραματικό πρόγραμμα στις φυλακές Αβέρωφ της Αθήνας. Το πρόγραμμα θα συνεχιστεί για άλλους έξι μήνες. Θέλουμε να δούμε πόση αποδιοργάνωση και ηττοπάθεια μπορεί να δημιουργηθεί με ειδικά προετοιμασμένα φυλλάδια κι άλλα ψυχολογικά τεχνάσματα. Λέμε ότι το πείραμά μας θα είναι επιτυχές αν επιφέρουμε την αποσκίρτηση 360 από τους 600 κομμουνιστές στου Αβέρωφ».

Στα πλαίσια αυτού του προγράμματος, ενημερώνει ο επιστήμων το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι ελληνικές αρχές «πείστηκαν» να μεταγάγουν 51 "φανατικά στελέχη" του ΚΚΕ σε άλλες φυλακές. Όμως τα σχέδιά του δεν περιορίζονταν στον «ψυχολογικό πόλεμο» σε βάρος πολιτικών κρατουμένων, αλλά επεκτείνονταν και στην υπόλοιπη ελληνική κοινωνία:

«Τώρα αμέσως θα έπρεπε να μαγειρέψουμε ένα πείραμα προπαγάνδας σε κάποιο χωριό που φήφιζε πάντα 60% ή 70% κομμουνιστικά, έτσι ώστε να επωφεληθούμε των προσεχών εκλογών για να μάθουμε αν υπάρχουν τρόποι και μέσα για να μειώσουμε την κομμουνιστική ψήφο».
 


ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Montgomerry McFate – Andrea Jackson

«An organizational solution for DOD’s cultural knowledge needs»

(περ. Military Review, 7-8.2005, σ.18-21)

Η αρχική εισήγηση για μια μόνιμη δομή κοινωνικών ανθρωπολόγων και άλλων «κοινωνικών επιστημόνων» στην υπηρεσία των σχεδιασμών του Πενταγώνου.

Don Smith κ.ά.

«The Human Terrain System: a CORDS for the 21st Century»

(περ. Military Review, 9-10.2006, σ.8-15)

Παρουσίαση του προγράμματος HTS από τους υπηρεσιακούς σχεδιαστές του, ως μετεξέλιξη του προγράμματος CORDS που εφάρμοσαν στο Βιετνάμ ο αμερικανικός στρατός και η CIA.

Roberto J. Gonzalez

«Towards mercenary anthropology? The new US Army counterinsurgency manual FM 3-24 and the military-anthropology complex»

(περ. Anthropology Today, 6.2007, σ.14-19)

Δομική κριτική της «μισθοφορικής ανθρωπολογίας», όπως αποτυπώνεται στο πρόγραμμα HTS και τις ιδιωτικές υπεργολαβίες των κατοχικών στρατευμάτων, από έναν καθηγητή στο δημόσιο πανεπιστήμιο του Σαν Χοσέ.

Χάγκεν Φλάισερ

«Μακρόνησος 1950: πρότυπο για τη Γερμανία του Ψυχρού Πολέμου;»

(στο συλλογικό «Ιστορικό τοπίο και συλλογική μνήμη. Το παράδειγμα της Μακρονήσου», εκδ. Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σ.199-224)

Οι πραγματικοί στόχοι της «επιστημονικής» έρευνας του R.V. Burks μεταξύ των ελλήνων πολιτικών κρατουμένων (1952), σύμφωνα με τα αποχαρακτηρισμένα αμερικανικά αρχεία.

ΣΥΝΔΕΘΕΙΤΕ

Human Terrain System. Scientia per Humanitas

(http://humanterrainsystem.army.mil)

Ο επίσημος δικτυακός τόπος παρουσίασης του HTS από τον αμερικανικό στρατό. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική η ιστοσελίδα με τα προαπαιτούμενα προσόντα των «επιστημόνων» που καλούνται να στελεχώσουν το πρόγραμμα.

 

Ελευθεροτυπία, 29/6/2008

 

www.iospress.gr