Η ΚΙΝΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΠΙΣΚΕΠΤΩΝ
 

Το ιδεόγραμμα του ταξιδιώτη

 

Επί δεκαετίες, ολόκληρες οι αφηγήσεις όσων επέστρεφαν από τη μακρινή Κίνα αποτελούσαν το πιο ενδιαφέρον (και συνάμα εξωτικό) τμήμα της ταξιδιωτικής φιλολογίας που αφορούσε τις χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού».
 

Αντίθετα με την ΕΣΣΔ και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπου το γλωσσικό φράγμα ήταν σαφώς μικρότερο κι οι πολιτισμικοί κώδικες αρκετά οικείοι, εδώ οι αντικειμενικές συνθήκες καθιστούσαν σχεδόν αδύνατη την επαφή του ταξιδιώτη με την ευρύτερη κινέζικη κοινωνία, περιορίζοντας την πληροφόρησή του σε όσα ήθελαν οι οικοδεσπότες του να μάθει. 

Το γλίστριμα των αφηγήσεων λοιπόν στον εξωτισμό ή στην κάθε είδους μυθοποίηση ήταν εξαιρετικά εύκολο, αν όχι και σχεδόν μοιραίο. 

Ταυτόχρονα, η σύγκριση με τη γενικευμένη αθλιότητα και τις σοκαριστικές αντιθέσεις των γειτονικών ασιατικών χωρών, απ' τις οποίες περνούσε συνήθως ο επισκέπτης, λειτουργούσε ως το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ των επιλογών της «κόκκινης Κίνας». 

Η εικόνα αυτή κάθε άλλο παρά αναλλοίωτη έμεινε όμως στο χρόνο. Οι τρικυμιώδεις διακυμάνσεις της πρόσφατης κινεζικής ιστορίας, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες πολιτικοϊδεολογικές μεταβολές στην ευρύτερη Δύση και την καθ' ημάς Ανατολή, έχουν απεναντίας αφήσει έντονα τα σημάδια τους στις σχετικές αφηγήσεις.

Μια επίσκεψη στην Κίνα δεν ήταν εύκολο πράγμα τα μετεμφυλιακά (για εμάς) και μετεπαναστατικά (για εκείνους) χρόνια. Το 1954, π.χ., ακόμη κι η απλή έκδοση ενός βιβλίου του Μάο για τον κινεζικό εμφύλιο έστειλε στο στρατοδικείο τον επιμελητή Τ. Βουρνά για παράβαση του Ν. 509. 

Η αρχή έγινε μόλις το 1956, από μία αντιπροσωπεία αριστερών και κεντρώων προσωπικοτήτων. Με την «κομμουνιστική προπαγάνδα» εκτός νόμου, οι παρατηρήσεις τους για όσα είδαν ήταν φυσικό να καταφύγουν σε περιφραστικά σχήματα.

Πατριωτισμός και «δυτικοποίηση»

«Είτε το θέλουμε είτε όχι», έγραφε χαρακτηριστικά ο Ηλίας Τσιριμώκος, «αυτό που συντελείται εις την Κίνα πρέπει να ονομασθεί "δυτικοποίηση". Και στον υλικό και στον πνευματικό τομέα, η Κίνα θέλει να καταλάβει τη Δύση και να επωφεληθεί από τις προόδους της». Με άλλα λόγια, η «εποχή που ο Αυτοκράτωρ της Κίνας έκλεινε όχι μόνο τις πόρτες της χώρας αλλά και τα δικά του μάτια» είχε παρέλθει πια ανεπιστρεπτί («Αθηναϊκή» 17.10.56).

Ενα χρόνο μετά, ο Νίκος Καζαντζάκης θα διαπιστώσει κι αυτός τη συρρίκνωση της ανατολίτικης «διαφορετικότητας». Εχοντας ξαναεπισκεφτεί τη χώρα το 1935, η ματιά του διέκρινε τις αλλαγές που έφερε η επανάσταση: «Πόσο άλλαξε, χάλασε το Πεκίνο! Οχι λαντέρνες (φανάρια) πια και πολύβουο κίτρινο πλήθος. Ηλεχτρικά, αμερικανοποίηση, όλες πια οι πολιτείες εξευτελίστηκαν» («Ταξιδεύοντας. Κίνα - Ιαπωνία», Αθήνα 2002, σ. 257-8). 

Η πρώτη αυτή ενόχληση του κρητικού λογοτέχνη θα μετατραπεί, όμως, αρκετά γρήγορα σε ενθουσιασμό για το νέο καθεστώς. Το διαπιστώνουμε από τις ανεπεξέργαστες σημειώσεις του, με τη σύγκριση ανάμεσα στην προπολεμική και τη Νέα Κίνα:

«1) Τότε: ακαθαρσία, αρρώστιες ενδημικές, οχετοί ανοιχτοί, βρομούσαν οι δρόμοι, κουρελήδες, ζητιάνοι ενοχλητικοί κι επικίντυνοι. Αναρχία πολιτική, εμφύλιοι σπαραγμοί. Διαφθορά στην κυβέρνηση. Αγραμματοσύνη, φτώχεια, φεουδαρχία.

2) Τώρα: καθαριότητα στους δρόμους, στους σιδηρόδρομους, στα ρούχα... Οχι αρρώστειες, όχι μύγες, ποντίκια... Οχι ζητιάνοι.

Κυβέρνηση ισχυρή, πειθαρχημένη. 

Οι κυβερνήτες = απόστολοι, καμιά σπατάλη, καμιά πολυτέλεια. Ασκητικοί» (όπ.π., σ. 342).

Το πλούσιο ιστορικό παρελθόν των δύο χωρών και τα ανοιχτά εθνικά ζητήματα της εποχής θα προσφέρουν στους μη κομμουνιστές επισκέπτες ένα δεύτερο πεδίο ταύτισης: «Τρεις χώρες με αρχαίο πολιτισμό έχουν ανοιχτά ανάλογα ζητήματα» εθνικής ολοκλήρωσης, δηλώνει χαρακτηριστικά ο Τσου Ενλάι στην αντιπροσωπεία του 1956. «Η Ελλάδα την Κύπρο, η Αίγυπτος το Σουέζ και η Κίνα το Ταϊβάν». 

Κι ο Τσιριμώκος, που καταγράφει τη στιχομυθία, εξηγεί: «Σε καμιά στιγμή της ιστορίας της, η Κίνα δεν είχε την εθνική ενότητα και την εθνική συνείδηση που έχει τώρα. Οπως η συνείδησις του Νέου Ελληνισμού σχηματίζεται μετά την Αλωση της Κωνσταντινουπόλεως, η συνείδησις της Νέας Κίνας σχηματίζεται διαμέσου των ταπεινώσεων του 19ου αιώνος, των εισβολών των δυτικών και του πολέμου κατά των Ιαπώνων. Σήμερα, η εθνική συνείδησις είναι το βασικό στοιχείο της νέας κινεζικής πραγματικότητος. Λουτρόν αληθινού πατριωτισμού αποτελεί η επαφή με την Κίνα».

Δεν νιώθουν, ωστόσο, όλοι οι επισκέπτες τα ίδια συναισθήματα. Για τον Πέτρο Χάρη, «η Κίνα αυτή τη στιγμή είναι ένα πελώριο στρατόπεδο εργασίας, όπου ο εργάτης ή ο εργαζόμενος δεν μπορεί να υπολογίζει στην επιείκεια, δεν έχει πρωτοβουλίες και μόνο μόχθο μπορεί να προσφέρει» («Η Κίνα έξω από τα τείχη», Φέξης 1961, σ.81-2). Στην καθαριότητα των δημόσιων χώρων, ο ίδιος αντπαραθέτει το συνωστισμό και τη βρόμα των ιδιωτικών κατοικιών (σ. 83-4), ενώ στα πρόσωπα της νεολαίας βλέπει «έναν φανατισμό, που μπορεί να είναι ευλογία θεού, δύναμη ευεργετική γι' αυτόν τον τόπο, μα δεν αποκλείεται να γίνει και κίνδυνος μέγας, κίνδυνος για την Κίνα και για όλο τον άλλο κόσμο» (σ. 135). 

Η ταύτισή του με «την ήπειρό μας, τον πολιτισμό μας και τη ράτσα μας» (σ. 214) είναι άλλωστε τέτοια, που εσωτερικεύει τραυματικά κάθε κριτική του ημιαποικιακού παρελθόντος: 

«Περάσαμε και δυο ώρες δοκιμασίας πολύ οδυνηρής στη Σαγκάη. Ηταν στην προβολή ενός καλού κινεζικού φιλμ, που δείχνει τον πόλεμο του οπίου, τον πόλεμο του 1848. Η προβολή έγινε μόνο για τη μικρή μας συντροφιά, σε μιαν αίθουσα κινηματογράφου αντίκρυ στο ξενοδοχείο μας. Και τη ντροπή από την επιμονή των Ευρωπαίων να μείνει ανεμπόδιστη η εισαγωγή του δηλητηρίου στην Κίνα κι από τον πόλεμο που επροκάλεσε η επιμονή αυτή, την αισθανόμουνα πολύ μεγάλη μέσα στο σκοτάδι. Κι όταν τέλειωσε το φιλμ κι άναψαν τα φώτα, δεν είχα μάτια να κοιτάξω τους Κινέζους» (σ. 137).

Κίνα κινέζων ασκητών

Η επόμενη τομή στην κινεζική ιστορία ήρθε το 1966, με το ξέσπασμα της Πολιτιστικής Επανάστασης. Οι εξελίξεις στη χώρα μας και το πραξικόπημα του 1967 δεν επέτρεψαν, απ' όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε, την οργανωμένη επαφή συμπατριωτών μας μ' αυτή τη δεύτερη επαναστατική εμπειρία. 

Οι πόρτες της Κίνας θα ξανανοίξουν έτσι μόλις το 1973, με την επίσημη επίσκεψη εκεί του «οικονομικού εγκεφάλου» της χούντας Νικολάου Μακαρέζου. Οι δημοσιογράφοι της συνοδείας του (απ' την οποία αποκλείστηκε η δεξιά πλην αντιχουντική «Βραδυνή») είναι οι πρώτοι που θα παραβιάσουν το μυστηριώδες «παραπέτασμα από μπαμπού» χάριν του αναγνωριστικού τους κοινού. 

«Φαντασθήτε μια χώρα χωρίς φόρους, χωρίς σεξ, χωρίς καφενεία, χωρίς διαφημίσεις, χωρίς νυχτερινή ζωή - χωρίς καμιά απολύτως από τις προκλήσεις της καταναλωτικής κοινωνίας της εποχής μας», γράφει χαρακτηριστικά στο «Βήμα» ο Σταύρος Ψυχάρης (3.6.1973). «Αυτή είναι η Κίνα του 1973. Η πιο αινιγματική χώρα των καιρών μας». Σύμφωνα με τον τίτλο του άρθρου, πρόκειται άλλωστε για «ένα κόκκινο αίνιγμα με οκτακόσια εκατομμύρια γαλάζια μυρμήγκια».

«Το πλήθος των τεχνιτών που εργάζονται εδώ σου δημιουργεί την εντύπωση ότι περισσεύουν πολλοί», σημειώνει ο ίδιος λακωνικά για την αυτοκινητοβιομηχανία του Πεκίνου. 

Εντυπωσιασμένος δηλώνει αντίθετα, από την επίσκεψη σε μονάδα του κινεζικού στρατού. Η Λέσχη της «είναι πραγματικά ένας ναός προπαγάνδας», οι θάλαμοι «λάμπουν από καθαριότητα», οι δε στρατιώτες «μοιάζουν ρομπότ. Ζητωκραυγάζουν υπέρ του Μάο (χειροκροτούν και την επίσημη ελληνική αντιπροσωπεία) και φαίνονται έτοιμοι να πέσουν στη φωτιά...». 

Κατά τα άλλα, «σε όλο το Πεκίνο των 8.000.000 κατοίκων δεν υπάρχει ούτε ένα νυχτερινό κέντρο. Δεν υπάρχουν ζαχαροπλαστεία και κέντρα διασκεδάσεως. Και φυσικά, είναι ανύπαρκτα τα γνωστά "σπίτια" ασκήσεως του αρχαιότερου επαγγέλματος. Ο Ευρωπαίος που θα βρεθεί στο Πεκίνο, πρέπει να το πάρει απόφαση: το βράδυ ύπνος από νωρίς». Η τραυματική αυτή εμπειρία επανέρχεται διαρκώς: «Ασκητική η ζωή για τους Κινέζους. Υποχρεωτικός και για τους ξένους ο ασκητισμός».

Οι δρόμοι της Κίνας

Λιγότερο εξομολογητικός, ο Παύλος Καμβύσης της «Ακροπόλεως» εστιάζει στο κυκλοφοριακό: «Οι κινεζικοί δρόμοι είναι αναμφισβήτητα ο παράδεισος των οδηγών, οι οποίοι κυκλοφορούν ανέτως, γρήγορα και έχουν όσο χώρο θέλουν για πάρκινγκ». Ετσι κι αλλιώς, «από όλα τα αυτοκίνητα, κυριαρχούν τα φορτηγά. Δεν μπόρεσα, όμως, να καταλάβω πόσα από αυτά ήσαν στρατιωτικά και πόσα όχι. Φαίνεται πάντως ότι και τα στρατιωτικά χρησιμοποιούνται συχνά σε όχι στρατιωτικές εργασίες. Συμβαίνει, δηλαδή, πιθανώς, ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα με τις μονάδες των ΜΟΜΑ, όπου ο στρατός βοηθεί στο έργο της ανοικοδομήσεως και της κατασκευής μεγάλων δημοσίων έργων» (3.6.1973).

Πιο επίσημος, ο απεσταλμένος του «Ελεύθερου Κόσμου» Ευθ. Παπαγεωργίου θ' αναζητήσει τέλος διακριτικά κάποιες αναλογίες μεταξύ των επίσημων συνομιλητών: «Είχε τελειώσει μια βραδινή σύσκεψη για τα οικονομικά θέματα και ο αντιπρόεδρος της κινεζικής κυβερνήσεως κ. Λι Σιεν Νιεν άρχισε να αυτοβιογραφείται. Είπε στον κ. Μακαρέζο ότι είχεν υπηρετήσει στο στρατό έως το 1959, οπότε εκλήθη να αναλάβη κυβερνητικές ευθύνες. Ηταν μια προσωπική "εξομολόγηση" που προφανώς απέβλεπε να δημιουργηθεί ατμόσφαιρα» (31.5.1973).

Η πανηγυρική «φιλία» της κινεζικής ηγεσίας με το κομμουνιστοφάγο καθεστώς της Αθήνας δύσκολα μπορούσε άλλωστε να περάσει εντελώς ασχολίαστη. Αναφερόμενο στην επίσημη πρόποση της χουντικής αντιπροσωπείας («υπέρ του Μάο, του μεγάλου ηγέτη και οδηγού του κινεζικού λαού»), το «Βήμα» αναρωτιόταν έτσι χαμηλόφωνα «τι θα συνέβαινε, αν κάποιος υπήκοος της κυβερνήσεως είχε την ατυχή έμπνευση να επαναλάβη την φράση, πίνοντας με φίλους του σε μια ταβέρνα...» (25.5.73). Το ερώτημα δεν ήταν ρητορικό: το πρωτοσέλιδο της ίδιας ημέρας μας πληροφορεί για τη σύλληψη και παραπομπή στη Δικαιοσύνη οκτώ μελών της μαοϊκής φοιτητικής παράταξης ΑΑΣΠΕ...

Εντελώς διαφορετική εικόνα επικράτησε μετά τη Μεταπολίτευση του 1974. Η ελευθερία της έκφρασης, η μαζικοποίηση της αριστεράς, η κρίση του δυτικού μοντέλου και -κυρίως- το πρωτόγνωρο κύρος των «σοσιαλιστικών χωρών» στην ελληνική κοινωνία ενθαρρύνουν μια προέγγιση της μακρινής Κίνας που νομιμοποιεί κάθε είδους μυθολογία. Από κεντρώα έντυπα, η χώρα του Μάο προβάλλεται σαν πρότυπο σε διάφορους τομείς, όπως η... αντισεισμική προστασία. 


Αναμενόμενος, λοιπόν, ο ενθουσιασμός όσων φτάνουν εκεί ως οπαδοί του «κινέζικου δρόμου». «Ενα ταξίδι σήμερα στην Κίνα δεν μπορεί να 'χει την συνηθισμένη έννοια μιας τουριστικής περιοδείας», ξεκαθαρίζει στο βιβλίο του ο Πέτρος Κουρόπουλος, επισκέπτης της χώρας τον Οκτώβριο του 1975. «Η ζωή εκεί ξετυλίγεται κατά τέτοιον τρόπο, ώστε απαιτεί καθολική την τοποθέτηση του επισκέπτη. Τον βυθίζει μονομιάς σε κατάσταση επαναστατική» («Επίσκεψη στην Κίνα», «Κέδρος» 1976, σ. 7). 

Η αφήγησή του καταγράφει τα δρομολόγια των ταξιδιωτών της ύστερης μαοϊκής περιόδου: εργοστάσια κάθε λογής, αγροτικές κοινότητες και καθόλου μνημεία του «φεουδαρχικού-ημιαποικιακού» παρελθόντος. 

Για τη ματιά του στρατευμένου προσκυνητή, όλα είναι υπέροχα: «Πολύ θα δυσκολευτεί κανείς να βρει αλήτη. Χίπηδες, ναρκομανείς, μέθυσοι ή ζητιάνοι είναι άφαντοι. [...] Τα παρουσιαστικά είναι καθαρά, νοικοκυρεμένα, οι εκφράσεις υπεύθυνες. Δεν είναι ο φόβος του αστυνόμου που το καταφέρνει αυτό. Είναι η πίεση της εργατικής τάξης με τον ιδεολογικό αγώνα που ασκεί. [...] Εργατικές επιτροπές προπαγάνδας παντού. Αγωνίζονται για την επιβολή εργατικής νοοτροπίας ακόμα και στα σχολεία» (σ. 14-15). «Αντίθετα με τη νεολαία στη Δύση, τα παιδιά στην Κίνα είναι ευτυχισμένα, είναι υπερήφανα για την κοινωνία όπου μεγαλώνουν» (σ. 17). Ακόμη και μια παλάντζα με ανθρώπινα σκατά που προορίζονται για λίπασμα, έχει κι αυτή τη χάρη της: «η ταπεινή της χρήση δεν είχε εμποδίσει τον τεχνίτη να την φτιάξει αριστοτεχνικά, με αγάπη» (σ. 35).

Εξίσου ενθουσιώδη αλλά σαφώς πιο προβληματισμένη περιγραφή συναντάμε στο βιβλίο «Τι είδα στην Κίνα» του ελληνοκαναδού καθηγητή Λευτέρη Σταυριανού (Κάλβος 1976), που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της μεταπολιτευτικής γενιάς για το μαοϊκό πείραμα. Ταξιδιώτης του 1972, ο συγγραφέας σκιαγραφεί τη νέα κοινωνία που οικοδομούνταν με την κατάργηση της αντίθεσης χειρωνακτικής - διανοητικής εργασίας, την αμφισβήτηση των «ειδικών» και την επιβολή της πιο απόλυτης ισότητας. 

Χαρακτηριστικό δείγμα, η αναφορά του στον υπεύθυνο της πρότυπης κομμούνας του Τατσάι, μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΚ και κάμποσων περιφεριακών οργάνων: «Η σημασία της καριέρας του Τσεν δεν βρίσκεται στο ότι ένας αγρότης είχε φτάσει στα ανώτατα αξιώματα -όχι και τόσο σπάνιο επίτευγμα σε κομμουνιστικές κοινωνίες- αλλά μάλλον στο ότι και αφού έφτασε, δεν έπαψε να είναι αγρότης. Και τις πέντε μέρες που έμεινα στο Τατσάι τον έβλεπα να δουλεύει στα χωράφια» (σ. 89). 

Το καταναλωτικό μέλλον

Ο μεγάλος Τιμονιέρης πέθανε το 1976 κι οι διάδοχοί του εγκατέλειψαν την προσπάθεια οικοδόμησης μιας αυθεντικά κομμουνιστικής κοινωνίας. Στο εξής, οι έλληνες επισκέπτες θα καταγράψουν τη σταδιακή μετατόπιση προς ένα «αναπτυξιακό» μοντέλο που συνδυάζει τον άγριο καπιταλισμό με τη σιδερένια στρατοκρατία ενός μονοκομματικού καθεστώτος.

Σημείο τομής αποτελεί η επίσκεψη 5 δημοσιογράφων με πρόσκληση του πρακτορείου «Νέα Κίνα», την άνοιξη του 1978: «Οπου κι αν ταξιδέψαμε», θυμάται ένα μέλος της ομάδας, «η λιτότητα, που βρισκόταν πολύ κοντά στην ένδεια, ήταν ορατή διά γυμνού οφθαλμού. Η κομματική προπαγάνδα την επαινούσε ως υπέρτατη αγωνιστική αρετή και έμοιαζε πραγματικά σαν ιεραποστολικό κήρυγμα που στηλίτευε τον καταναλωτισμό και την ευμάρειά μας» (Μαρία Καραβία, «Λαϊκή Κίνα. Εικονογραφημένο οδοιπορικό», «Αγρα» 2002, σ. 7). 

Μία δεκαετία μετά, ένα άλλο μέλος της αποστολής, ο Βασίλης Νικολόπουλος, καταγράφει τις ενδιάμεσες αλλαγές: «Κάνοντας σύγκριση με το 1978, μπορώ να πω ότι στο ντύσιμο των Κινέζων έχει γίνει άλλη μία επανάσταση. Οι βιτρίνες των καταστημάτων δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από οποιαδήποτε βιτρίνα μαγαζιού δυτικής χώρας. Και οι επιδείξεις μόδας με μανεκέν ωραιότατες Κινεζούλες έγιναν κι εκεί ρουτίνα. Πάντως, η δουλειά του μανεκέν είναι από τα πιο προσοδοφόρα επαγγέλματα» («Τα Νέα» 9.12.1987).

Τα πρότυπα τείνουν άλλωστε να ομογενοποιηθούν, ανεξαρτήτως ιδεολογιών. Εν έτει 1988, η απεσταλμένη του «Ριζοσπάστη» Ευγενία Λουπάκη θα επικεντρώσει λ.χ. το ρεπορτάζ της (30.4.1988) στα τουριστικά αξιοθέατα και τα μικρά δράματα του ταξιδιώτη: 

«Νύχτα. Το Πεκίνο ανεμοδαρμένο και σιωπηλό. Δεν υπάρχει τίποτα να κάνουμε μετά τις 11. Η τηλεόραση κλείνει στις 10.30-11. Το τεράστιο "Κεντάκι Φριντ Τσίκεν", το μεγαλύτερο φαστφουντάδικο του κόσμου, κλείνει απ' τις 9.30». Στο Σιαν, αντίθετα, την κατάσταση σώζει «το "θαύμα" της μικρής ιδιωτικής πρωτοβουλίας, που στήνει μέχρι τις 3 τα ξημερώματα πάγκους και τραπεζάκια έξω, μαγειρεύοντας επιτόπου κινέζικες λιχουδιές». 

Στη Σαγκάη, τέλος, το πρωινό «καταναλώνεται με δύο επισκέψεις. Στο εργοστάσιο πολύτιμων λίθων και στο εργοστάσιο μεταξωτών υφασμάτων», με «μια εντυπωσιακή επίδειξη μόδας». 

«Στην αγορά μπορείς να βρεις τα πάντα, σε όλες τις μορφές και όλες τις τιμές», αναφωνεί απ' την πλευρά του με ενθουσιασμό ο Γιάννης Πρετεντέρης. «Τα μικρεμπόρια και τα μεγαλεμπόρια ξεχειλίζουν από προϊόντα. Ενας λαός εμπόρων ξαναβρήκε τον εαυτό του» («Βήμα» 15.6.1997). 

Σκεπτικότερος, ο Δημήτρης Μητρόπουλος επισημαίνει ότι «το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών είναι ορατό. Εύποροι νεαροί Κινέζοι πίνουν γερμανικό ζύθο και απολαμβάνουν λουκάνικα στη μπιραρία Paulaner Broihaus, ενώ φιλιππινέζες αοιδοί τραγουδούν "bessa me mucho" σε σπασμένα ισπανικά. Απ' έξω, μικρά παιδιά ζητιανεύουν στα κουνούπια. Ανάλογη εικόνα στο Hard Rock Cafe, όπου ανθεί η πορνεία και χτυπούν διαρκώς τα κινητά» («Βήμα» 14.6.1998).

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται κι ο συνταξιδιώτης του, Δημήτρης Καστριώτης: «Το κομματικό σφυροδρέπανο στο παμπρίζ της "Λίνκολν" (!) ενός γιατρού-επιχειρηματία ενισχύει τα ερωτηματικά για τις οικονομικές προτεραιότητες. Ο αυταρχισμός του Μάο απέβλεπε στη διατροφή των εκατομμυρίων. Αν αυτό δεν αρκεί ως δικαίωση, ποια δικαίωση θα βρει ένας αυταρχισμός που απολήγει στον πλουτισμό των λίγων;». Ο ίδιος παραθέτει ένα ποιηματάκι, που αποτυπώνει την οπτική των χαμένων του αναπτυξιακού άλματος: «Ο Μάο μάς έδωσε μια ατσάλινη κούπα ρύζι. Ο Ντενγκ της άνοιξε μία τρύπα. Και τώρα ήρθε ο Ζιάνγκ Ζεμίν, για να την κάνει θρύψαλα» («Καθημερινή» 14.6.1998).

Αυτό στο οποίο έτσι κι αλλιώς όλοι συμφωνούν, είναι η απουσία πραγματικής επικοινωνίας με τον πληθυσμό. 

«Εκτός ξενοδοχείων, ανύπαρκτοι είναι οι Κινέζοι που μπορούν να μεταδώσουν κάποια πληροφορία σε ξένη γλώσσα», επισημαίνει χαρακτηριστικά ο Δημήτρης Ψυχογιός. «Η επιγραφή πάνω στον τοίχο είναι διαφήμιση ή πολιτικό σύνθημα; Η κινέζικη "επικράτεια των σημείων" είναι απροσπέλαστη» («Βήμα» 29.10.1995). 

Η επιμέρους ψυχοσύνθεση κάθε επισκέπτη καθορίζει, πάντως, σε μεγάλο βαθμό την οπτική του. 

Μέλος της Εθνικής Ενωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, φιλοξενούμενος του αντίστοιχου κινέζικου συνδέσμου, ο αξιωματικός ε.α. Νίκος Σταθάκης εκστασιάζεται μπροστά στους πήλινους στρατιώτες του Σιάν κι ανησυχεί για το μέλλον της παραχαϊδεμένης κινεζικής νέας γενιάς. Μεγάλο μέρος του βραβευμένου απ' την Ακαδημία Αθηνών οδοιπορικού του, άλλωστε, τα διαδοχικά καψόνια στα οποία υπέβαλε τη χαριτωμένη ξεναγό του («Πολιτιστική Οδύσσεια στην Κίνα του 1994», Αθήνα 1994).

Η ώρα των χορηγών

Μετά το 2004, και ενόψει της επερχόμενης Ολυμπιάδας, οι δημοσιογραφικές επισκέψεις στην Κίνα παίρνουν τη μορφή χιονοστιβάδας. Με δεδομένα πλέον τα χαρακτηριστικά του κινέζικου καπιταλισμού και ντεμοντέ τις ανησυχίες για τα ανθρώπινα (πόσω μάλλον τα κοινωνικά) δικαιώματα, τον τόνο τον δίνουν πια οι ύμνοι προς το «αναπτυξιακό θαύμα» της αναδυόμενης υπερδύναμης, του «κίτρινου γίγαντα».

Υπάρχει, άλλωστε, μια δομική αλλαγή που πρέπει να επισημανθεί: οργανωτής των «ενημερωτικών» αυτών ταξιδιών δεν είναι πια μονάχα το κινεζικό κράτος, αλλά και καθαρά ιδιωτικοί φορείς, με συμφέροντα στην αχανή τοπική αγορά. Το φθινόπωρο π.χ. του 2005, οικοδεσπότης μιας ομάδας ελλήνων δημοσιογράφων δεν ήταν άλλος από την... Coca Cola, με την ιδιότητά της του ολυμπιακού χορηγού.

Τα υπόλοιπα, στις μικρές μας οθόνες...




Ο καλύτερος μεζές του ανθρώπου


Χωρίς αμφιβολία, μία από τις χαρακτηριστικότερες πλευρές των οδοιπορικών περί Κίνας είναι αυτή που αφορά την τοπική κουζίνα. Η πάπια του Πεκίνου και η συνοδεία της κλέβουν ουκ ολίγες φορές την παράσταση, ενώ κάποιες φορές τα ρεπορτάζ μετατρέπονται σε ταινίες τρόμου για τον ζωόφιλο αναγνώστη.

Ο Πέτρος Χάρης αφιερώνει λ.χ. κάμποσες σελίδες του βιβλίου του στις εξωτικές λεπτομέρειες των γευμάτων του: «Δεν ξέρω αν δοκίμασα αβγά περιστεριών, έφαγα όμως χείλη καρχαρία. Και πρέπει να πω ότι ήξερα πως έτρωγα καρχαρία, καρχαρία που τον είχαν ψαρέψει στον Ειρηνικό, και να ομολογήσω πως τον βρήκα, νοστιμότατο» (σ. 65). 

Μάλλον από απλή άγνοια, η διαπίστωση της απουσίας σκύλων και γάτων από τους δρόμους των πόλεων παρατίθεται απ' το συγγραφέα σε διαφορετικό κεφάλαιο (σ. 49-50). Στις επίμονες σχετικές ερωτήσεις του ίδιου, οι συνοδοί τους θα προτιμήσουν, άλλωστε, να φορτώσουν την εξαφάνιση... στο βιολογικό πόλεμο των Αμερικανών, που επέβαλε την απομάκρυνση των αδέσποτων απ' τους δημόσιους χώρους.

Εντελώς διαφορετική (και μάλλον αυθεντικότερη) απάντηση στο ερώτημα δίνει ωστόσο η περιγραφή της λαϊκής αγοράς της Καντόνας από το Βασίλη Νικολόπουλο («Τα Νέα» 10.12.1987): «Αποτελεί κάτι το σύνηθες το θέαμα γδαρμένων σκυλιών που κρέμονται στα τσιγκέλια. Δεν ξέρω αν έχω προκατάληψη -ή μάλλον έχω φυσικά- αλλά εκείνο το άσπρο, κάτασπρο κρέας του σκύλου και της γάτας στους πάγκους μου έφερνε αναγούλα. Αλλά αίσθημα ναυτίας είχα και όταν έβλεπα δεκάδες πανέμορφες γάτες μέσα σε συρμάτινα ή πλεχτά κλουβιά να περιμένουν τους αγοραστές τους. Τα συμπαθέστατα ζωάκια κοίταζαν με ένα βλέμμα γεμάτο παράπονο, λες και ήξεραν ότι προορίζονται για το τσουκάλι».

Ακολουθεί, στο ίδιο ρεπορτάζ, η εξωτική και συνάμα γκραν γκινιόλ περιγραφή της προετοιμασίας κάποιων άλλων πιάτων: «Ολα πουλιούνται ζωντανά. Τα πολύ μεγάλα ψάρια στα τεμαχίζουν ζωντανά μπροστά σου και για πρώτη φορά είδα καρδιά ψαριού να πάλλει πολλή ώρα αφού ο πελάτης είχε φύγει με το μισό κομμάτι του. Εκείνο όμως που όχι απλώς σε ξενίζει αλλά σου φέρνει ανατριχίλα, είναι το θέαμα της πώλησης ζωντανών φιδιών για φάγωμα. Οι πωλητές, για να διευκολύνουν τους αγοραστές, τα γδέρνουν ζωντανά μπροστά τους και τα καθαρίζουν από τα εντόσθιά τους. Είδα Κινέζο πωλητή φιδιών να το κρατάει από το κεφάλι, να το χαράζει απαλά με το μαχαίρι του γύρω από το λαιμό και με μια δεξιοτεχνική κίνηση να του βγάζει όλο το δέρμα. Ακολούθησε το ανατριχιαστικότερο θέαμα που μπορεί να φαντασθεί κανείς. Το κουλούριασμα του γδαρμένου πλέον σώματος του φιδιού. [...] Κανείς από τους χιλιάδες συναλλασσόμενους δεν φαίνεται να ταράζεται από το θέαμα, που επαναλαμβάνεται σχεδόν σε κάθε του βήμα».

Μακριά απ' όλα αυτά, ο Σταύρος Ψυχάρης θα περιοριστεί σε προβληματισμούς για τις επιπτώσεις της τοπικής κουζίνας στη σιλουέτα: «Μπορεί να έχει κανείς τις αντιρρήσεις του για μερικά από τα κινέζικα φαγητά - τις χελώνες και μερικά άλλα. Δεν μπορείς, όμως, να αρνηθείς ότι το μαγείρευμα είναι για τους Κινέζους μια ολόκληρη ιεροτελεστία. Και ακόμη: τα φαγητά σερβίρονται σε μικρά κομματάκια. Και φαίνεται ότι δεν παχαίνουν! Σε όλη τη διάρκεια της παραμονής μας δεν είδαμε ούτε ένα χονδρό Κινέζο ή Κινέζα...» («Το Βήμα», 3.6.1973).

Το μυστικό της εμφάνισης των ντόπιων, εκείνα τα χρόνια τουλάχιστον, δεν βρίσκεται φυσικά στην τέχνη του γουόκ. Οξυδερκέστεροι παρατηρητές, από το Λευτέρη Σταυριανό ώς τη Μαρία Καραβία, παρατήρησαν απλώς ότι το εδεσματολόγιο του μέσου Κινέζου απείχε έτη φωτός από το «κέρας της ασιατικής Αμάλθειας» που προσφερόταν στους επίσημους. 

«Στη μακριά πορεία των ομοιόμορφα ντυμένων ανθρώπων που γυρνάνε το βράδυ απ' τη δουλειά τους», παρατηρεί η τελευταία, «έτυχε να δω το κρέας να το κρατούν περασμένο σε μικρά τσιγκέλια σε ποσότητες ελάχιστες -μόλις ένα κομματάκι ψαχνό ή μια λωρίδα πάχος- και να το μεταφέρουν σαν πολύτιμο αγαθό» (σ. 29).


ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Λευτέρης Σταυριανός
«Τι είδα στην Κίνα»

(Αθήνα 1976, εκδ. «Κάλβος»). 
Αναμφίβολα το πιο ενδιαφέρον από τα οδοιπορικά που υποστηρίζουν τις ριζοσπαστικές τομές της Πολιτιστικής Επανάστασης.

Μαρία Καραβία
«Λαϊκή Κίνα. Εικονογραφημένο οδοιπορικό»

(Αθήνα 2002, εκδ. «Αγρα»). 
Η πρώτη επίσκεψη ελληνικής δημοσιογραφικής ομάδας στην Κίνα το 1978, όπως την κατέγραψε η απεσταλμένη της «Καθημερινής». Βλέμμα διεισδυτικό, χωρίς ωραιοποιήσεις ή αρνητικά στερεότυπα.

«Regards froids sur la Chine»

 (Παρίσι 1976, εκδ. «Seuil»).
Συλλογή κειμένων για τη σύγχρονη Κίνα και την εικόνα της στη Δύση, έντονα κριτική προς τις φιλομαοϊκές μυθοποιήσεις της εποχής. Περιλαμβάνεται μια κινεζική οδηγία για τη μεταχείριση των φιλοξενούμενων ξένων (1972), αλλά και οι παρατηρήσεις του σινολόγου Κλοντ Ομπέρ για το πώς μπορούν να αξιοποιηθούν ερευνητικά οι οργανωμένες επισκέψεις σε συγκεκριμένες κομμούνες. 

Simon Leys
«Ombres chinoises»

 (Παρίσι 1974, εκδ. «UGE»). 
Στρατευμένη αντιμαοϊκή πραγματεία ενός βέλγου σινολόγου και διπλωματικού υπαλλήλου, με ενδιαφέρουσες ωστόσο παρατηρήσεις για το μηχανισμό των οργανωμένων περιηγήσεων στην Κίνα της εποχής.

Νίνα-Μαρία Πασχαλίδου
«Hot Dog. Ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου στο πιάτο»

(«BHMAgazino» 9.7.2006). 
Εμπεριστατωμένο επιτόπιο ρεπορτάζ για τη λιγότερο γνωστή πτυχή της αυθεντικά κινέζικης κουζίνας.



ΔΕΙΤΕ

«Κίνα» 
(Chung Kuo) του Μικελάντζελο Αντονιόνι (1972).
Εκπληκτικό τρίωρο ντοκιμαντέρ, η δημόσια προβολή του οποίου καθυστέρησε επί μία δεκαετία λόγω αντιδράσεων της κινεζικής κυβέρνησης.


 

Ελευθεροτυπία, 20/7/2008

 

www.iospress.gr