ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΟΝ "ΙΟ" ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

 

 

 

ΛΟΓΟΣ και αντίλογος για το δικαίωμα πρόσβασης των πολιτών

 

Το Αρχείο του ΥΠΕΞ

και η διαφάνεια


Το άρθρο του «Ιού» (27.1.2001) για το Αρχείο του ΥΠΕΞ προκάλεσε την απάντηση του εκπροσώπου Τύπου του υπουργείου κ. Παναγιώτη Μπεγλίτη. Δημοσιεύουμε στη συνέχεια τις απόψεις του κ. Μπεγλίτη και την ανταπάντηση του «Ιού».


Αξιότιμε κύριε Φυντανίδη,

Σε απάντηση δημοσιεύματός σας με τίτλο «Τα ξένα χέρια του Ιού», στο φύλλο του Σαββάτου της 27ης Ιανουαρίου, θα θέλαμε να διευκρινίσουμε τα εξής:

1. Στο Αρχείο ΥΠΕΞ έχει δικαίωμα πρόσβασης κάθε πολίτης με έννομο συμφέρον ή ακαδημαϊκή και ερευνητική ιδιότητα, αρκεί να συμπληρώσει το έντυπο αίτησης (επισυνάπτεται για ενημέρωσή σας) και να αποδεχθεί ενυπόγραφα τον κανονισμό λειτουργίας του Αναγνωστηρίου. Κάθε μήνα η Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου (ΥΔΙΑ) δέχεται 35 με 40 νέες αιτήσεις για έναν χώρο που διαθέτει 18 θέσεις εργασίας. Από αυτές, ένα πολύ μικρό ποσοστό απορρίπτεται κάθε φορά και αυτό οφείλεται είτε σε υπερκάλυψη θέσεων εργασίας του Αναγνωστηρίου είτε σε περιπτώσεις που μέρος του υλικού ταξινομείται και βρίσκεται στο στάδιο μηχανοργάνωσης (περίπτωση Κάραμποτ) ή το περιεχόμενο του αιτήματος της έρευνας δεν έχει συνάφεια με τους διπλωματικούς φακέλους ΥΠΕΞ (περίπτωση Αγγέλικας Ψαρρά).

2. Αν και χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που οφείλει να εναρμονίζεται σε γενικές οδηγίες που λαμβάνονται κάθε εξάμηνο σε αντίστοιχες ομάδες εργασίας, η Ελλάδα εφαρμόζει, στην περίπτωση της ΥΔΙΑ, από τους πιο ανοιχτούς κανονισμούς λειτουργίας σε θέματα πρόσβασης και διαχείρισης ευαίσθητων εγγράφων, όπως είναι τα διπλωματικά έγγραφα της χώρας, ιδιαίτερα εάν κανείς λάβει υπόψη του ανάλογες νομοθεσίες άλλων χωρών. Ενδεικτικά αναφέρεται η περίπτωση της Δανίας, που απαγορεύει την πρόσβαση στα διπλωματικά αρχεία της, η περίπτωση της Ολλανδίας, που υποχρεώνει τους ερευνητές να θέσουν, προ οποιασδήποτε δημοσιεύσεως, υπόψη του ΥΠΕΞ τις μελέτες τους, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν έχουν παρερμηνευτεί στοιχεία που έχουν αντληθεί από διπλωματικά του έγγραφα, αλλά και άλλες περιπτώσεις περιορισμών ελέγχου διαχείρισης πληροφοριών που, δυστυχώς, ο χώρος μιας απάντησης δεν μας επιτρέπει να αναφέρουμε κατά τρόπο πιο διεξοδικό.

Θα αρκεστούμε, πάντως, σ' ένα ακόμη παράδειγμα του βρετανικού Foreign Office, που διοχετεύει στην έρευνα τα αρχεία του μέσω του PRO (κρατικά αρχεία Βρετανίας) και όποτε κρίνει, για λόγους δικής του εθνικής πολιτικής, ότι κάποιοι φάκελοι πρέπει έστω και προσωρινά να αποσυρθούν από τη δημόσια, έκθεση χρησιμοποιεί την πάγια φράση «the files are being held for consultation», γνωστή σε όλους τους Ελληνες και ξένους ερευνητές, οι οποίοι βέβαια στην περίπτωση αυτή πειθαρχούν, ενώ εδώ εξανίστανται αν για κάποιο λόγο δεν έχουν προσωρινά πρόσβαση σε συγκεκριμένο υλικό μιας περιόδου. Σημειωτέον ότι ο κ. Κάραμποτ δεν αποκλείστηκε στην έρευνά του για όλους του φακέλους του Μεσοπολέμου, παρά μόνο για εκείνους που βρίσκονταν στο στάδιο της μηχανοργάνωσης. Μάλιστα, η ΥΔΙΑ ειδοποιούσε, μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, του εν λόγω ερευνητή σχετικά με τους φακέλους των ετών που δίδονταν ξανά στην έρευνα.

3. Σε ό,τι αφορά τώρα τις διατάξεις περί προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων επί του υλικού που περιλαμβάνεται στα αρχεία της, η ΥΔΙΑ (άρθρο 8 του Κανονισμού) δεν πρωτοτυπεί, όχι μόνο σε εθνικό χώρο (κάθε δημοσίευση προϋποθέτει την τήρηση και το σεβασμό στον κανόνα αυτό), αλλά και σε ευρωπαϊκό και διεθνές πλαίσιο. Αμεσο παράδειγμα αποτελεί και στην περίπτωση αυτή το βρετανικό PRO, που σε κάθε παρεχόμενη φωτοτυπία υπενθυμίζει τη συγκεκριμένη υποχρέωση στους ερευνητές. Η ΥΔΙΑ του ελληνικού ΥΠΕΞ εφαρμόζει τον ίδιο ακριβώς κανονισμό, τον οποίον όλοι οι ερευνητές σέβονται, πλην ελαχίστων. Το παράδειγμα του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα αποτελεί ακραία περίπτωση εκμετάλλευσης πνευματικού υλικού, στην οποία το ΥΠΕΞ παλαιότερα αντέδρασε εντονότατα. Σε περιπτώσεις όμως καθημερινών αιτημάτων που εισρέουν στην ΥΔΙΑ, όπως η περίπτωση Γ. Φαράκου, και αφορούν περιορισμένο αριθμό εγγράφων, το ΥΠΕΞ ποτέ δεν εχει αρνηθεί σχετική άδεια, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι το αίτημα δεν πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως, όπως το απαιτεί ο Κανονισμός του Αναγνωστηρίου.

Μία υπηρεσία, όπως η Υπηρεσία Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών, δεν είναι νοητό να λειτουργεί χωρίς κανονισμό. Η ύπαρξη κανονισμού δεν σημαίνει «ιδιοκτησιακή αντίληψη», (όπως αβασάνιστα αναφέρεται στο σχετικό δημοσίευμα).

Το ενδιαφέρον της Υπηρεσίας για τη συνεργασία των ερευνητών και τη φροντίδα του υλικού με την τήρηση του κανονισμού δεν σημαίνει «παρεμπόδιση της έρευνας», όπως επίσης με ευκολία, υπονοείται σε σχετικό δημοσίευμά σας.

Ο εκ των συνεργατών της ομάδας του Ιού κ. Τάσος Κωστόπουλος εργάστηκε, και εξακολουθεί να εργάζεται, ως ερευνητής, χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Η έκδοση, μάλιστα, του βιβλίου του «Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία» αποτέλεσε αφορμή για να κινητοποιηθεί ένας συγκεκριμένος κύκλος, που επιδίωκε πολιτικό θρίαμβο σε βάρος της Υπηρεσίας Ιστορικού Αρχείου του ΥΠΕΞ, με το επιχείρημα ότι «παραδίδονται στη δημοσιότητα εθνικά απόρρρητα». Με δεδομένο αυτό το στοιχείο, που υπάρχει στο σχετικό δημοσίευμα, είναι τουλάχιστον αντιφατικά όσα περί ανοιχτής κ.λπ. έρευνας αναφέρονται.

Κύριε διευθυντά,

Η Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου καταβάλλει την τελευταία πενταετία τιτάνια προσπάθεια για την προώθηση της ιστορικής έρευνας, προσπαθώντας έτσι να καλύψει μεγάλο κενό, που άφησαν πίσω τους πολλές δεκαετίες απραξίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όταν κάποιος αναφέρεται σε θέματα πρόσβασης και δημοκρατίας σε αρχειακό υλικό, πρέπει να λαμβάνει υπόψη ότι τα αρχεία του υπουργείου Εξωτερικών δεν είναι ληξιαρχικά αρχεία ή αρχεία κάποιας ιδιωτικής επιχείρησης. Πρόκειται για τα σημαντικότερα αρχεία εγγράφων που διαθέτει μια χώρα και στα οποία στηρίζονται ακόμα και σήμερα βασικές παράμετροι εξωτερικής πολιτικής, που υπόκεινται σε συνεχείς αλλαγές, ανάλογες αυτών που παρατηρούνται και στο διεθνές στερέωμα.

Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, κύριε διευθυντά, ότι ούτε ο ισχυρισμός ότι προβάλλονται προσκόμματα στην έρευνα ευσταθεί, πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού ήδη ο κ. Φαράκος έχει συγγράψει δύο μονογραφίες κι ένα δίτομο έργο σε τρία χρόνια, μελετώντας τα αρχεία του ΥΠΕΞ, ούτε τα κριτήρια πρόσβασης στις αρχειακές πηγές είναι δυσδιάκριτα, εκτός και εάν κάποιοι ενοχλούνται μόνο από το γεγονός ότι σήμερα, σε αντίθεση με το παρελθόν, δεν λειτουργούν δύο μέτρα και δύο σταθμά, αλλά υπάρχει ίση αντιμετώπιση έναντι όλων είτε πρόκειται για απλούς πολίτες, για δημοσιογράφους ή για χρηματίσαντες μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου.

Με ιδιαίτερη εκτίμηση

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΠΕΓΛΙΤΗΣ
εκπρόσωπος Τύπου
υπουργείου Εξωτερικών



Η απάντηση του «ΙΟΥ»:


Η απάντηση του κ. Μπεγλίτη ουδόλως ανατρέπει όσα γράψαμε σχετικά με τα «αδιευκρίνιστα κριτήρια», βάσει των οποίων μια αίτηση εγκρίνεται ή απορρίπτεται από την εν λόγω υπηρεσία. Θα ήταν μάλιστα εξαιρετικά διαφωτιστικό αν δίνονταν στη δημοσιότητα οι σχετικοί πίνακες με τα ονόματα και τη θεματολογία των «επιτυχόντων» και «αποτυχόντων» της τελευταίας διετίας (μαζί, φυσικά, με τη δικαιολογητική βάση της κάθε απόρριψης): Θα μπορούσαν έτσι και οι αναγνώστες της εφημερίδας μας να πληροφορηθούν πόσες και ποιες από τις 35-40 αιτήσεις κάθε μήνα απορρίπτονται λόγω «ανεπάρκειας χώρου», και πόσες και ποιες για άλλους λόγους και ποιους.

Αυτά όσον αφορά το γενικότερο ζήτημα που θίξαμε στο άρθρο μας. Υπάρχουν όμως και ορισμένα επιμέρους σημεία της απάντησης του υπ. Εξ., τα οποία δεν μπορούν να παραμείνουν αναπάντητα:

1. Ο κ. Μπεγλίτης υποστηρίζει ότι η αίτηση της συντάκτριάς μας Αγγέλικας Ψαρρά απορρίφθηκε επειδή το θέμα της («Γυναίκες και κόμματα/φορείς της Αριστεράς κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου») «δεν έχει συνάφεια με τους διπλωματικούς φακέλους ΥΠΕΞ». Απ' ό,τι είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, στο συγκεκριμένο αρχείο φυλάσσονται μερικές δεκάδες φάκελοι σχετικοί με τις δραστηριότητες της ελληνικής και διεθνούς Αριστεράς του Μεσοπολέμου, οι οποίοι περιέχουν εκθέσεις των διωκτικών υπηρεσιών, αντίγραφα ντοκουμέντων που έχουν κατασχεθεί από τις υπηρεσίες ασφαλείας, στοιχεία από ατομικούς φακέλους ιστορικών προσωπικοτήτων κ.λπ. Τυπικό δείγμα αυτού του υλικού μπορεί να θεωρηθεί εγκύκλιος της ΟΚΝΕ για την αντιμιλιταριστική δράση των νεαρών κομμουνιστριών το 1925 (Α/2η, 14). Η αξία τέτοιων ντοκουμέντων για τη συγκεκριμένη έρευνα είναι παραπάνω από προφανής, όπως άλλωστε θα ήταν και η απουσία στοιχείων για γυναίκες της Αριστεράς στη σχετική υπηρεσιακή αλληλογραφία. Για την ιστορία, οι φάκελοι στους οποίους αναφερόμαστε είναι, μεταξύ άλλων, οι εξής: Για το 1925 οι Α/2 (8), Α/12 (16), για το 1925 οι Α/2.2, Α/2.3, Α/2.4, Α/2.6, Α/2.9, Α/2.10, Α/2η.14, Α/2η.15, Α/2η.17 και Α/2η.18, για το 1927 οι 1.1, 1.2, 3.1, 4.2, 4.3, 5.1, 7.1 κ.ο.κ. για τα επόμενα χρόνια.

2. Σχετικά με την περίπτωση του ερευνητή Φ. Κάραμποτ, δεν είμαστε φυσικά σε θέση να γνωρίζουμε το περιεχόμενο της προσωπικής του ηλεκτρονικής αλληλογραφίας με την ΥΔΙΑ. Η απόρριψη όμως της αίτησής του (με την αιτιολογία της «μηχανοργάνωσης») δημοσιοποιήθηκε από τον ίδιο, σε άρθρο του στο περιοδικό «Ιστωρ» (τχ.10, Δεκ. 1997). Δεν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε ότι, όπως γνωρίζουμε από προσωπική εμπειρία, την εποχή ακριβώς που το τμήμα του αρχείου το σχετικό με το Μεσοπόλεμο υποτίθεται ότι ήταν κλειστό, η συντριπτική πλειοψηφία των φακέλων του ήταν απόλυτα ανοιχτή στους ερευνητές. Εξαίρεση αποτελεί το έτος 1926, που -άγνωστο γιατί- παραμένει στο «στάδιο της μηχανοργάνωσης» ανελλιπώς από τα μέσα της δεκαετίας του '90 μέχρι σήμερα.

3. Δεν γνωρίζουμε αν η δημοσίευση 300 εγγράφων του υπ. Εξ. για το Μακεδονικό Αγώνα από το αρμόδιο μουσείο συνιστά «ακραία περίπτωση εκμετάλλευσης πνευματικού υλικού». Γνωρίζουμε όμως ότι η δημοσίευση συλλογών με διπλωματικά έγγραφα από ιστορικούς αποτελεί μια πάγια, διαχρονική πρακτική. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τις συλλογές εγγράφων που έχουν εκδώσει ο εμπειρογνώμονας του ίδιου του υπ. Εξ. Ευάγγελος Κωφός (1969), η πανεπιστημιακός Σοφία Βούρη (1994 & 1998) κ.ά. Ως εκ τούτου, είναι αρκετά φυσιολογικό να μας προκαλεί κάποια έκπληξη η οργισμένη αντίδραση του υπουργείου για τη συγκεκριμένη έκδοση.

4. Οσον αφορά την «προσωρινή απόσυρση φακέλων για μελέτη», η μέθοδος αυτή δεν εφαρμόζεται μόνο από το βρετανικό PRO, αλλά και από την ίδια τη «δική μας» ΥΔΙΑ. Φάκελοι, λ.χ., που ο συντάκτης μας Τάσος Κωστόπουλος μελέτησε τον Ιανουάριο του 1999, όπως ο Α/6/4 & Α/6/9 του 1935, το φθινόπωρο του 2000 είχαν πλέον «αποσυρθεί για μελέτη», ενώ κάποιοι άλλοι «μελετώνται» εδώ και μία τουλάχιστον πενταετία. Δεν θίξαμε το θέμα αυτό, ακριβώς επειδή έχουμε υπόψη μας πως η συγκεκριμένη μέθοδος δεν συνιστά ελληνική ιδιοτυπία -και επειδή, προφανώς, πρόκειται για εντελώς διαφορετικό ζήτημα από την ασάφεια των κριτηρίων που διέπουν την πρόσβαση των ερευνητών στα Αρχεία.

(Ελευθεροτυπία, 12/2/2001)

www.iospress.gr