Επιτραπέζια ταξική πάλη     

"Αισιοδοξία και γκρίνια για το διάλογο"
        ("Αυριανή" 16/4/1997)

Είναι γνωστό ότι οι πρωτοπόροι στο χώρο των ιδεών συνήθως αδικούνται από την Ιστορία, καθώς το κοινό, κατά κανόνα, χρειάζεται κάποιο χρόνο μέχρι να αντιμετωπίσει με το δέοντα σεβασμό τις απόψεις τους. Πριν από δυο δεκαετίες, η διακήρυξη του τότε υπουργού Εργασίας των κυβερνήσεων Καραμανλή, Κωνσταντίνου Λάσκαρη, ότι προτίθεται να καταργήσει την πάλη των τάξεων, είχε γνωρίσει μονάχα τη γενικευμένη λοιδορία. Ο ίδιος δε ζει πια για να δει το εκσυγχρονιστικό του όραμα πραγματικότητα, στο τραπέζι του επικείμενου διαλόγου - μεταξύ των "κοινωνικών εταίρων" πλέον, και όχι τάξεων με αντίπαλα ή (έστω) αποκλίνοντα συμφέροντα. Ομως το πνεύμα του αναμφίβολα θα πλανιέται πάνω από τις συνομιλίες που αναμένεται να ξεκινήσουν μετά το Πάσχα, με σκοπό -τι άλλο;- να βαδίσει το Εθνος συντεταγμένο προς τη νέα Μεγάλη Ιδέα, της συμμετοχής στο κλαμπ των πλουσίων του κόσμου τούτου.
Δεν πρόκειται εδώ να επαναλάβουμε όλες εκείνες τις ενστάσεις που έχουν διατυπωθεί από τους καθ' έξιν λαϊκιστές και γενικώς ασχημονούντες: ότι, χοντρικά, εφόσον το ζητούμενο ("η έγκαιρη ένταξή μας στην ΟΝΕ") έχει σαφώς προσδιοριστεί και οι παράμετροι των λύσεων θεωρούνται δεδομένες εκ των προτέρων, μόνος στόχος του όλου αλισβερισιού είναι ο αφοπλισμός αυτών που θα κληθούν να πληρώσουν το λογαριασμό. Ούτε θα σταθούμε ιδιαίτερα στον εξαιρετικά κομψό τρόπο με τον οποίο προτείνεται, μεταξύ άλλων, η νομιμοποίηση των μαζικών απολύσεων ("αντιμετώπιση δυσχερειών που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις σε περιόδους χαμηλής ζήτησης και σε περιόδους κρίσης"). Στο κάτω κάτω της γραφής, ποιος μπορεί να φανταστεί σήμερα μια συζήτηση για την οικονομική πολιτική που θα ξεκινούσε όχι από τα προβλήματα των επιχειρήσεων και των "παραγωγικών τάξεων" που τις κατέχουν, αλλά από τις ανάγκες που έχει μια οικογένεια εργαζομένων και το πώς μπορούν αυτές να ικανοποιηθούν;
Θα υπενθυμίσουμε, απλώς, ότι αυτή η πολιτική του "διαλόγου" δεν αποτελεί ούτε ριζοσπαστική καινοτομία ούτε ελληνική πρωτοτυπία, αλλά συνταγή που εφαρμόζεται τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια σε πανευρωπαϊκή κλίμακα -από σοσιαλδημοκρατικές κυρίως κυβερνήσεις, που θέλουν να ακολουθήσουν νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική, διατηρώντας ταυτόχρονα τα προσχήματα της διαφοροποίησης από τις πολιτικές δυνάμεις που παραδοσιακά βρίσκονται στα δεξιά τους.
Για "ένα λόγο κατάλληλο να εξουδετερώνει την αντιμετώπιση των ιδεών και να καταστρέφει την ίδια την έννοια της δημοκρατικής συζήτησης" έγραφε το 1992 η γνωστή επιθεώρηση Le Debat: "το ουσιώδες λοιπόν δεν είναι πλέον να έχει κανείς δίκιο, να κάνει να θριαμβεύσει η άποψή του, να παλεύει εν ολίγοις, αλλά να δίνει αποδείξεις για την πρόθεσή του να κάνει διάλογο και να επιδεικνύεται σαν ο καλύτερος δημοκράτης, σαν αυτός που εμφορείται από τη μεγαλύτερη συναινετική θέληση. Πρόκειται, σε τελευταία ανάλυση, για την προσπάθεια να πείθει για την ηθική του υπεροχή και να νικά τον εχθρό του στο μοναδικό γήπεδο της καλής πρόθεσης".
Το γεγονός ότι σε ένα διάλογο ανάμεσα σε εργοδότες, κυβέρνηση κι εργαζόμενους οι πλευρές δεν είναι και τόσο ισότιμες, αποσιωπάται διακριτικά. Οπως άλλωστε και η εμπειρία από τις θεσμοθετημένες, εδώ και 15 χρόνια, μορφές τέτοιας "συνεργασίας" στο επίπεδο των πανεπιστημίων -με τα γνωστά αποτελέσματα για το φοιτητικό κίνημα. Η θλίψη για την τωρινή κατάσταση είναι περιττή, όταν ξεχνιέται πως η δύναμη του συνδικαλισμού βρίσκεται στην ικανότητά του όχι να πείθει την άλλη πλευρά, αλλά -όσο παλιομοδίτικο κι αν ακούγεται αυτό- να της επιβάλλεται. Ο μόνος που δεν φαίνεται να το ξεχνά είναι ο κ. Σημίτης, που μιλώντας την Τετάρτη στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης, υπενθύμισε την "ανάγκη", καλού-κακού, "να καθιερωθούν κάποιοι κανόνες στις διαδηλώσεις"...
 

(Ελευθεροτυπία, 19/4/1997)

 

www.iospress.gr