Το νέο βαλκανικό δίλημμα


"Αποκάλυψη τώρα"
                (Ούτρινσκι Βέσνικ 4.5.2001) 


Περίεργα γυρίσματα έχει η Ιστορία. Πριν από μια δεκαετία, οι νεοφώτιστοι εγχώριοι μακεδονολόγοι δεν έκρυβαν την ανυπομονησία τους για τη «χαριστική βολή» που οι Αλβανοί της ΠΓΔ Μακεδονίας θα έδιναν, αργά ή γρήγορα, στο «εκτρωματικό κατασκεύασμα του Τίτο». Σήμερα, που η γειτονική μας χώρα έχει αναγορευθεί σε προασπιστή της σταθερότητας των Βαλκανίων (και, κατ’ επέκταση, της δικής μας «εθνικής ασφάλειας»), τα κυρίαρχα στερεότυπα έχουν αντιστραφεί. 
Δεν είναι μόνο ο εφοδιασμός των «Σκοπιανών» με πολεμικό υλικό (ελικόπτερα, διαβιβάσεις, αλεξίσφαιρα, κ.λπ.) από την Ελλάδα, πράγμα αδιανόητο μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η σπουδή των ελληνικών ΜΜΕ να στρατευθούν στο πλευρό του πάλαι ποτέ «ψευδοκράτους». Μένουν έτσι τραγικά μόνοι οι αιώνιοι πιστοί της διάλυσης του «κρατιδίου», όπως ο Στέλιος Παπαθεμελής ή ο Αντώνης Σαμαράς, που αναζητά στις τωρινές τραγικές εξελίξεις μια αμφίβολη δικαίωση για το εθνικιστικό παραλήρημα του 1991-94 ('Εθνος' 26/3/01).
Ας ξεφύγουμε, όμως, από τον καθ’ ημάς μικρόκοσμο κι ας περάσουμε στην ουσία. Δυόμισι μήνες μετά το ξέσπασμα των συγκρούσεων στην ΠΓΔΜ, μπορεί κανείς να καταλήξει σε ορισμένα συμπεράσματα για το σημείο στο οποίο βρίσκεται η προσπάθεια βοσνιοποίησης της γειτονικής μας χώρας. Από τη μια, είναι προφανές ότι οι αντάρτες του νέου UCK διαθέτουν ένα μίνιμουμ λαϊκής υποστήριξης -και πολύ μεγαλύτερα αποθέματα συμπάθειας- ανάμεσα στον αλβανικό πληθυσμό της χώρας. Δεν είναι περισσότερο «εξτρεμιστές», «φανατικοί» ή «τρομοκράτες» από τους Σέρβους της Βοσνίας, που αποτελούσαν κι αυτοί το 30% περίπου του πληθυσμού της χώρας που κατέστρεψαν, στη βάση των ίδιων ακριβώς μεγαλοϊδεατικών οραματισμών. Εξίσου προβληματική είναι η αντιμετώπιση του Εθνικοαπελευθερωτικού Στρατού των Αλβανών της ΠΓΔΜ απλά και μόνο σαν την πολιτική έκφραση της περιβόητης, πλέον, «αλβανικής μαφίας» των Βαλκανίων: αν μη τι άλλο, γιατί η ύπαρξη τέτοιου είδους διασυνδέσεων αποτελεί συνήθως τον κανόνα στα περισσότερα από τα ένοπλα αντάρτικα της υφηλίου (με κοντινότερο παράδειγμα το ΡΚΚ του Οτζαλάν), χωρίς αυτό να αναιρεί ούτε στο ελάχιστο τον πολιτικό τους χαρακτήρα, τη σοβαρότητα των προβλημάτων που τα γέννησαν ή την ειλικρίνεια της στράτευσης όσων εντάχθηκαν σ’ αυτά. 
Από την άλλη, ωστόσο, φαίνεται πως αυτή η συμπάθεια που ο νέος UCK απολαμβάνει μεταξύ των Αλβανών της ΠΓΔΜ, δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε ενεργητική υποστήριξη και συμμετοχή της πλειοψηφίας των τελευταίων στο αντάρτικο. Κατά κάποιον τρόπο, βρισκόμαστε σε μια φάση αντίστοιχη με εκείνη των πρώτων βημάτων του αρχικού UCK στο Κόσοβο - τότε που η πλειοψηφία των κατοίκων της περιοχής ακολουθούσε τον μετριοπαθή και ειρηνόφιλο Ρουγκόβα, ο δε απεσταλμένος της κυβέρνησης Κλίντον καλούσε δημόσια τον Μιλόσεβιτς να πατάξει τους «τρομοκράτες». Εκ των υστέρων γνωρίζουμε ότι, στο Κοσυφοπέδιο, το πέρασμα από αυτή τη μειοψηφική δραστηριότητα στη μαζική ένοπλη εξέγερση του πληθυσμού σημειώθηκε όταν η κλιμάκωση της καταστολής κατέστησε αδύνατη οποιαδήποτε άλλη μέθοδο διεκδίκησης των δικαιωμάτων της αλβανικής πλειοψηφίας - και πως αυτό το πέρασμα διευκολύνθηκε όσο τίποτα άλλο από το δεκαετή αποκλεισμό των Αλβανών του Κοσόβου από τη δημόσια σφαίρα που είχε επιβάλει το άτυπο απαρτχάϊντ του Μιλόσεβιτς. Επισκεπτόμενοι την Πρίστινα τη δεκαετία του ’90, είχαμε εντυπωσιαστεί από την εικόνα των συντηρητικότατων κατά τα άλλα στρωμάτων της τοπικής κοινωνίας, τα οποία υποχρεώνονταν να σηκώσουν κεφάλι στην εξουσία αποκλειστικά και μόνο επειδή αυτή η τελευταία δεν τους άφηνε άλλο δρόμο... 
Αυτό ακριβώς είναι και το τρέχον διακύβευμα στην εξελισσόμενη σύρραξη στο εσωτερικό της ΠΓΔΜ: αν η πλειοψηφία της αλβανικής κοινότητας θα κρατηθεί μέσα στους θεσμούς ενός ενιαίου πολυεθνικού κράτους ή όχι. Για κάτι τέτοιο απαιτούνται, φυσικά, πολύ σοβαρότερες παραχωρήσεις και εγγυήσεις από τη συνήθη βαλκανική μέθοδο της πολλαπλής πραγματικότητας - όπου η καθημερινή διοικητική πρακτική ανατρέπει στα μουλωχτά κάθε μεγαλόστομη διακήρυξη περί σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων. Αν, αντίθετα, η πίεση της εθνικιστικής κινητοποίησης των πιο «εθνικά υπερήφανων» τμημάτων της πλειοψηφούσας εθνότητας καταστρέψει όσες γέφυρες συνεννόησης έχουν μείνει όρθιες, η δρομολόγηση μιας νέας Βοσνίας στα βόρεια σύνορά μας μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη. 



(Ελευθεροτυπία, 12/5/2001)

 

www.iospress.gr