Ας μιλήσουμε για τους καταφρονεμένους


"Εκτακτα μέτρα για κύμα Αφγανών"
                («Καθημερινή», 19.9.2001) 


ΠΟΛΥ ΛΟΓΙΚΑ αρκετοί από όσους τοποθετούνται στο δημόσιο χώρο επιχειρώντας να αναλύσουν το τρομοκρατικό χτύπημα στις ΗΠΑ, αναφέρονται και στις αγεφύρωτες ανισότητες, καθώς και στη βία που γεννά το παγκοσμιοποιημένο οικονομικό σύστημα. Θυμίζουν στους πολίτες του κόσμου της ευημερίας, τις καθημερινές αιματοχυσίες, την πείνα, την κοινωνική αδικία, την εξαθλίωση σε όλες τις μορφές της, τη λεηλασία χωρών ολόκληρων και την αγριότητα διάφορων ολοκληρωτικών και διεφθαρμένων καθεστώτων του Τρίτου Κόσμου. Αμερικανοί διανοούμενοι, ήδη, προσπαθώντας να αναχαιτίσουν την εκδικητική μανία που θα οδηγήσει μαθηματικά σε νέες τραγωδίες, θέτουν το κρίσιμο ερώτημα: «Προτού σπείρουμε πυραύλους και φέρετρα, προτού εξαπολύσουμε πογκρόμ κατά των μουσουλμάνων και των σκουρόχρωμων παγκοσμίως, ας απαντήσουμε πρώτα γιατί μας μισούν τόσα εκατομμύρια άνθρωποι σ' όλο τον κόσμο». 

ΑΥΤΗ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ αυτοκριτικής, κατανόησης και αντιπολεμικής δράσης δεν αφορά, όμως, αποκλειστικά την αμερικανική κοινωνία. Και εμάς μας «μισούν» κάμποσοι κολασμένοι της Γης, έχοντάς μας ταυτίσει με τον πλούτο, τη δύναμη και τον αυταρχισμό: οι λεγόμενοι υποτιμητικά «λαθρομετανάστες», οι τριτοκοσμικοί των Βαλκανίων, οι «μεμέτηδες» κ.ο.κ., ιμπεριαλιστές μάς θεωρούν. Οσο γρηγορότερα μπούμε στον κόπο, πέρα από αστυνομικά σενάρια και συνωμοτικές θεωρίες, να αντιληφθούμε το έδαφος πάνω στο οποίο εξαπλώνονται τέτοιου είδους ιδέες και κινήματα, ιδίως τα ισλαμικά, όσο περισσότεροι κατανοήσουμε τους πολύπλοκους μηχανισμούς που τροφοδοτούν με «ήρωες» και «μάρτυρες» τις οργανώσεις φανατικών -οι οποίες συνεγείρουν πληβειακά στρώματα σε πολλές χώρες- τόσο περισσότερο θα περιορίσουμε τον «πόλεμο των πολιτισμών».

ΕΙΔΙΚΑ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ, όπου περισσεύουν οι ανέξοδες μεγαλοστομίες, χρειάζεται αυτογνωσία και καθαρή πολιτική θέση. Δεν μπορούμε να ανεχόμαστε τον αγοραίο αντιαμερικανισμό τού κάθε εθνικόφρονα δημαγωγού, που ζητεί να πετάξουμε έξω τους μουσουλμάνους από την Ελλάδα (περίπτωση Γ. Καρατζαφέρη), ή να κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε όταν «επαναπροωθούνται» (στο πλαίσιο και της Σένγκεν) βίαια και παράνομα οι τριτοκοσμικοί πρόσφυγες που φτάνουν στην «αντιιμπεριαλιστική» και «φιλόξενη» χώρα μας. «Η κυβέρνηση να ζητήσει την οικονομική βοήθεια των εταίρων της για να θωρακίσουμε τη νοτιοανατολική Ευρώπη από τα κύματα των λαθρομεταναστών και των προσφύγων», έγραφε η «Χώρα» του Γ. Τράγκα στο κύριο άρθρο της (19.9.2001). Ηταν, ωστόσο, ο ίδιος που λίγο πριν κατακεραύνωνε -ανάμεσα σ' άλλους παρόμοιους- τη Δύση για τα δεινά που προκαλεί στους φτωχούς λαούς. Τότε, φαίνεται, έγραφε με την ιδιότητα του κατοίκου Κανταχάρ, ύστερα ως μέλος της Κου-Κλουξ-Κλαν... κι αύριο δεν ξέρουμε.

ΑΣ ΑΦΗΣΟΥΜΕ, όμως, τους δημαγωγούς και τους κατ' επάγγελμα κινδυνολόγους να ψαρεύουν στα θολά νερά και ας δούμε ορισμένες γενικότερες όψεις της «ιδιοπροσωπείας μας». Ενώ μετά την κατάρρευση των χωρών του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου» και τους αλλεπάλληλους πολέμους, η ελληνική οικονομία (ενταγμένη στο δυτικό σύστημα) ανθούσε διεισδύοντας στις γειτονικές αγορές, η πλειοψηφία των ηγετών της (και, επομένως, και η κοινή γνώμη) υπέφεραν δήθεν από τα «ισλαμικά τόξα» και τα κύματα των «λαθρομεταναστών». Ποτέ κανένας πολιτικός ηγέτης δεν εισηγήθηκε σοβαρά ένα γενναιόδωρο σχέδιο οικονομικής βοήθειας και αλληλεγγύης προς τις γύρω κατεστραμμένες χώρες και τους μετανάστες τους, ακριβώς όπως και σήμερα δεν συζητούν το φόρο Τόμπιν και τη διαγραφή των χρεών του Τρίτου Κόσμου. Αντίθετα, διαγωνίζονταν σε ιδιοτελείς αντιδυτικές ρητορείες και επιδείξεις αντιαλβανισμού, αντισκοπιανισμού και τουρκοφαγίας.

ΠΑΡΕΑ, ΟΜΩΣ, με τον εθνικισμό και το ρατσισμό προχωρούσε η δυτικόφερτη «νέα οικονομία»: το πλιάτσικο στα Βαλκάνια, η χρυσή κότα του ΧΑΑ, η ευλογία της κυκλοφορίας των κερδοσκοπικών κεφαλαίων, ο αχαλίνωτος καταναλωτισμός και η υποτίμηση του κόσμου της εργασίας, δεν θυμόμαστε να συνάντησαν μεγάλη αντίσταση στη χώρα του αντιιμπεριαλιστικού αχταρμά μας. Η πολιτική ελίτ έλεγε και συνεχίζει να λέει «ναι» σε όλες τις επιλογές της Δύσης (και στη χρήση βίας), το 90 τόσο τοις εκατό του πληθυσμού διαφωνούσε, παραδόξως όμως η κυβέρνηση δεν έπεφτε, ούτε οι προσανατολισμοί της άλλαζαν προς όφελος των καταφρονεμένων... Κάποτε οφείλουμε να κοιταχτούμε στον καθρέφτη.



(Ελευθεροτυπία, 22/9/2001)

 

www.iospress.gr