Οι εχθροί του Μανχάταν


"Ο Ρούντι Τζουλιάνι είναι ένας από τους δημοφιλέστερους ανθρώπους στον κόσμο"
                (Λάρι Κινγκ, CNN, 13/11/2001) 


Με τιμές ήρωα αποσύρεται από τη δημαρχία της Νέας Υόρκης ο Ρούντολφ Τζουλιάνι. Η δημοτικότητά του φτάνει σε τόσο μεγάλα ύψη ώστε ήταν αρκετή η δική του υποστήριξη για να εκλεγεί ο επόμενος δήμαρχος, ανατρέποντας τα προγνωστικά που ίσχυαν πριν από τις 11 Σεπτεμβρίου. Ο Τζουλιάνι θεωρείται αυτή τη στιγμή ο πραγματικός "πατέρας" των κατοίκων της πόλης.
Ειρωνεία της τύχης! Ο Τζουλιάνι ήταν εκείνος που τόσα χρόνια είχε κάνει έργο ζωής την ασφάλεια της αμερικανικής μεγαλούπολης. Τώρα που το δημιούργημά του έχει γίνει συνώνυμο με την ανασφάλεια, την τρομοκρατία, την τυφλή βία, το μαζικό έγκλημα, και το θάνατο, κανείς δεν φαίνεται να θυμάται τι ακριβώς "προσέφερε" ο Τζουλιάνι στη Νέα Υόρκη και τους κατοίκους της. Και όμως. Το μόνο που έκανε τόσα χρόνια ο συντηρητικός πολιτικός ήταν να στρέφει τα (ιδεολογικά αλλά και πραγματικά) πυρά του προς τους πιο αδύναμους κατοίκους της πόλης του.
Ο Τζουλιάνι έγινε γνωστός ως ο άνθρωπος που εφάρμοσε την πολιτική της "μηδενικής ανοχής" στη Νέα Υόρκη με διακηρυγμένο στόχο την πάταξη της εγκληματικότητας και πραγματική πολιτική το σκληρό κυνήγι των μικροπαραβατών, των ξένων και των ανηλίκων και την απώθησή τους από το κέντρο της πόλης στα γκέτο.
Πίσω από τον Τζουλιάνι βρίσκεται το υπερσυντηρητικό θινκ τανκ "Ινστιτούτο Μανχάταν", το οποίο ιδρύθηκε το 1984 από τον (μέντορα της Μάργκαρετ Θάτσερ) Αντονι Φίσερ και τον (εν συνεχεία διευθυντή της CIA) Ουίλιαμ Κέισι. Σκοπός του οργανισμού ήταν να εφαρμόσει τη ρεϊγκανική πολιτική στο χώρο των κοινωνικών προβλημάτων. Το πρώτο δημιούργημα του Ινστιτούτου ήταν ο Τσαρλς Μάρεϊ, ο οποίος ανέλαβε για λογαριασμό της κυβέρνησης Ρέιγκαν την κατεδάφιση του κράτους πρόνοιας. Πιο πρόσφατα ο Μάρεϊ έγινε γνωστός από το νεορατσιστικό βιβλίο "Η καμπύλη του Μπελ" (μαζί με τον Ρίτσαρντ Χερνστάιν), με το οποίο αποδίδεται στον "δείκτη νοημοσύνης" του ατόμου η κοινωνική του κατάταξη. Οι "έξυπνοι" γίνονται εκατομμυριούχοι και οι "βλάκες" φτωχοί. Κατά ανάλογο τρόπο, θεωρείται ότι όσοι εγκληματούν δεν κινούνται από κοινωνικά ή υλικά αίτια, αλλά "υπολείπονται πνευματικά και ηθικά". Το συμπέρασμα είναι ότι το κράτος δεν πρέπει να επεμβαίνει για να ανατρέψει αυτές τις "φυσικές ανισότητες".
Τις παραμονές της ανάδειξής του στη δημαρχία της Νέας Υόρκης, ο Τζουλιάνι συμμετείχε στο συνέδριο του Ινστιτούτου Μανχάταν με θέμα την "ποιότητα ζωής στην πόλη". Από εκεί άντλησε όλα τα θέματα της επιτυχημένης του προεκλογικής εκστρατείας το 1993. Η θεωρία της "μηδενικής ανοχής" γοήτευσε τους προνομιούχους της μεγαλούπολης (αυτούς δηλαδή που ψηφίζουν) και ενθουσίασε τις ιδιωτικές εταιρείες αστυνόμευσης που είδαν τα συμβόλαιά τους να πολλαπλασιάζονται. 
Την πρακτική εφαρμογή της θεωρίας του Ινστιτούτου Μανχάταν ο Τζουλιάνι την ανέθεσε στον αστυνομικό διευθυντή Ουίλιαμ Μπράτον. "Εμείς εδώ στη Νέα Υόρκη γνωρίζουμε ποιος είναι ο εχθρός μας", δήλωνε ο Μπράτον. Και υποδείκνυε τους αστέγους, τους ανθρώπους των φαναριών, τα βαποράκια, τους ζητιάνους, τους πλανόδιους, ακόμα και τους νέους με τα γκράφιτι. Φυσικά η εφαρμογή της πολιτικής αυτής απαίτησε την αύξηση του αστυνομικού προϋπολογισμού κατά 40% και την πρόσληψη 12.000 ανδρών, την ίδια στιγμή που οι κοινωνικές υπηρεσίες της πόλης απέλυαν 8.000 υπαλλήλους. Τα πρακτικά αποτελέσματα δεν επιβεβαίωσαν τις επαγγελίες του Τζουλιάνι. Το μόνο που σίγουρα αυξήθηκε ήταν η αστυνομική αυθαιρεσία, με δολοφονίες υπόπτων και βασανιστήρια στα αστυνομικά τμήματα. 
Τυφλωμένοι από την ίδια τους τη θεωρία, ο Τζουλιάνι και ο Μπράτον εφάρμοσαν την πολιτική της "μηδενικής ανοχής" για να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο επίθεσης σε ουρανοξύστη, έχοντας υπόψη τους το χτύπημα του World Trade Center το Φεβρουάριο του 1993. Πολλαπλασίασαν δηλαδή τις φρουρές, ανέθεσαν σε ιδιωτικές αστυνομίες τον έλεγχο των εισόδων, εξαφάνισαν από την περιοχή του Μανχάταν τις "ύποπτες" κοινωνικές και φυλετικές ομάδες. Σήμερα γνωρίζουμε το αποτέλεσμα: Ο "εχθρός" εξαφανίστηκε, αλλά μαζί εξαφανίστηκε και το "αίσθημα ασφάλειας" που πουλούσαν τόσα χρόνια στους κατοίκους της πόλης. 



(Ελευθεροτυπία, 17/11/2001)

 

www.iospress.gr