Εθνική εγρήγορση ή συνενοχή;


"Μαθήματα συμπεριφοράς από την κυρία Μίλερ!"
                («ΤΑ ΝΕΑ», 11/12/2001) 


ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ φιλότιμο τσαλαπατήθηκε βάναυσα την εβδομάδα που μας πέρασε. Ακούς εκεί, η κυρία του Αμερικανού πρέσβη να έχει και άποψη για το πώς κάνει τη δουλειά της η Ελληνική Αστυνομία. Φρύαξαν οι βουλευτές, άστραψαν και βρόντησαν τα πρωτοσέλιδα. Και χρειάστηκε κάμποσος αντιιμπεριαλισμός, για την περίσταση χρωματισμένος με μια πινελιά σεξισμού, για να επανέλθουν τα πράγματα στη θέση τους και να αποκατασταθεί το θιγμένο εθνικό γόητρο.

ΣΤΗΝ ΕΠΙΜΑΧΗ ανακοίνωσή της, βέβαια, η Μπόνι Μίλερ δεν έκανε τίποτε άλλο από το να αναφερθεί σε δύο πασίγνωστα δεδομένα. Το πρώτο αφορά την απαράδεκτη στάση των ελληνικών αρχών απέναντι στις αλλοδαπές-θύματα της καταναγκαστικής πορνείας: σε περίπτωση που συλληφθούν, οι γυναίκες αυτές φυλακίζονται υπό απαράδεκτες συνθήκες έως ότου έρθει η στιγμή της απέλασής τους. Στη συνέχεια στέλνονται στα σύνορα, όπου κατά κανόνα πέφτουν και πάλι στα χέρια των σωματεμπόρων. Με το σύστημα αυτό και οι ίδιες εμποδίζονται να γλιτώσουν από τα κυκλώματα και εξασφαλίζεται συστηματικά η ατιμωρησία των προαγωγών, καθώς ακόμη και όσες επιθυμούν να τους καταγγείλουν έχουν διωχθεί προτού η υπόθεσή τους φτάσει στο δικαστήριο. 

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ -και ακόμη πιο ευαίσθητο- ζήτημα που έθιξε η Μπόνι Μίλερ σχετίζεται με την εγχώρια ανάπτυξη του σιχαμερού εμπορίου με τα τεράστια κέρδη: για να υπάρχει τέτοια άνθηση, είναι προφανές ότι η ζήτηση είναι μεγάλη, με άλλα λόγια μεγάλος αριθμός Ελλήνων, γένους αρσενικού, καταφεύγει χωρίς πολλές τύψεις στις υπηρεσίες των ξένων γυναικών που διακινούν τα πανίσχυρα κυκλώματα. Και λίγα είπε. Γιατί στην πραγματικότητα δεν είναι μόνον οι πελάτες που πρέπει να αναζητηθούν πίσω από την εντυπωσιακή εξάπλωση της -συχνά καταναγκαστικής- πορνείας των ξένων γυναικών. Διάφορες κατηγορίες ευυπόληπτων πολιτών ευθύνονται για την εδραίωση και επιβίωση του φαινομένου - ιδιοκτήτες ακινήτων, υπάλληλοι διάφορων υπηρεσιών, αστυνομικοί, υπεύθυνοι μέσων ενημέρωσης κ.ο.κ. 

ΟΥΤΩΣ ΕΧΟΝΤΩΝ των πραγμάτων, οι κραυγές κατά των δηλώσεων της κυρίας Μίλερ συντηρούν απλώς το πέπλο της σιωπής, με το οποίο η ελληνική κοινωνία έχει επιλέξει να αντιμετωπίσει τη συνενοχή της στο φαινόμενο της καταναγκαστικής πορνείας και στις σύγχρονες εκδοχές του. Και είναι εντελώς αυθαίρετη, αν όχι γελοία, η βολική συσχέτιση της υπόθεσης με τις κατά καιρούς δηλώσεις Αμερικανών αξιωματούχων για την τρομοκρατία. Σε τελική ανάλυση, όσοι έβαλαν τις φωνές για την ανακοίνωση της Μπόνι Μίλερ, ας επιχειρούσαν να ερμηνεύσουν τους λόγους για τους οποίους το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο θέμα και, εν πάση περιπτώσει, ας σχολίαζαν την επιλογή του Συνηγόρου του Πολίτη να συνδιοργανώσει με την αμερικανική πρεσβεία την επίμαχη ημερίδα.

ΕΞΑΛΛΟΥ, ΤΟΣΟ οι δημοσιογράφοι όσο και οι πολιτικοί που ξεσπάθωσαν κατά της νέας αμερικανικής επέμβασης στα εσωτερικά μας, δεν διαθέτουν τον πρότερο έντιμο βίο που θα τους επέτρεπε να μιλήσουν πειστικά για το θέμα. Δεν χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά: τα μέσα ενημέρωσης συνεχίζουν απτόητα να ηθικολογούν για την καταναγκαστική πορνεία, συνοδεύοντας τα σχετικά ρεπορτάζ τους με "καυτές" εικόνες, οι οποίες μετατρέπουν σε ηδονοβλεψίες θεατές και αναγνώστες, προσφέροντάς τους ολίγο από μεταμεσονύχτιο -αυστηρώς ακατάλληλο- θέαμα στην καρδιά του κεντρικού δελτίου ειδήσεων. Αλλά και οι πολιτικοί δεν έχουν να επιδείξουν καλύτερη στάση: νωπή είναι ακόμη η κατάπτυστη συζήτηση στη Βουλή για το άρθρο 34 του νομοσχεδίου για τη μετανάστευση ("Είσοδος και παραμονή αλλοδαπών καλλιτεχνών για απασχόληση σε κέντρα διασκέδασης"), κατά την οποία αποδείχθηκε η αδιαφορία «των πατέρων» του έθνους -«οι μητέρες» του απουσίασαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία- για την ουσιαστική αντιμετώπιση της καταναγκαστικής πορνείας και την υιοθέτηση συγκεκριμένων μέτρων για την προστασία των χιλιάδων θυμάτων της. 

ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, που μόλις δόθηκε στη δημοσιότητα, φέρνει για μια ακόμη φορά το θέμα στην επικαιρότητα. Στη συζήτηση που θα ακολουθήσει, θα δώσουν άραγε οι αντιιμπεριαλιστικές κορόνες τη θέση τους σε απόψεις, οι οποίες θα αντιμετωπίζουν τις γυναίκες αυτές ως υποκείμενα δικαιωμάτων και όχι ως άβουλα αντικείμενα προς διευθέτηση; 

Να μας επιτραπεί να αμφιβάλλουμε.

(Ελευθεροτυπία, 15/12/2001)

 

www.iospress.gr