Τα σκοτεινά ελατήρια της τρομοκρατολογίας


"Αν η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα μοιάζει σαν φρούριο, αυτό είναι γεγονός"
                (Εντι Μπράντλεϊ, CBS, 7/1/2002) 


ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΦΑΝΕΣ πως δεν πρόκειται για σύμπτωση: τόσα πανομοιότυπα ρεπορτάζ για την «τρομοκρατία» στην Ελλάδα, όλα στο ίδιο μοτίβο, είναι αδύνατο ν' αποτελούν προϊόν αποκλειστικά και μόνο δημοσιογραφικού κιτρινισμού. Το επίπεδο των εφημερίδων και των καναλιών που έχουν εμπλακεί σ' αυτή την καμπάνια, αλλά και οι ίδιες οι λεπτομέρειες του σεναρίου, αφήνουν να διαφανεί σαφώς η επίσημη προέλευση της σχετικής (παρα)πληροφόρησης. Πόσο μάλλον όταν το τελευταίο πολύκροτο ρεπορτάζ του CBS είχε προαναγγελθεί εδώ και μήνες από τον -πάντα καλά πληροφορημένο- Αλέξη Παπαχελά. Και μάλιστα με δύο διαδοχικά ρεπορτάζ: ένα (στις 29.4.2001) πριν από την έλευση του Εντι Μπράντλεϊ στην Αθήνα κι ένα (στις 1.7.01) με λεπτομέρειες σχετικά με το περιεχόμενό του. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς σοβιετολόγος από την ανάποδη, για να διαπιστώσει το αόρατο χέρι της πρεσβείας των ΗΠΑ πίσω από την ενορχηστρωμένη αγανάκτηση για την υποτιθέμενη «απροθυμία» της κυβέρνησης Σημίτη να εξαρθρώσει τη 17Ν. 

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ, όμως, ο λόγος αυτής της εκστρατείας; Επειδή δεν μπορούμε να πιστέψουμε πως ολόκληρος ο γραφειοκρατικός μηχανισμός κοτζάμ υπερδύναμης άγεται και φέρεται από τα τραυματικά βιώματα του κ. Μίλερ, όταν εν έτει 1988 συνόδευσε το φέρετρο του σταθμάρχη της DIA στην Ουάσιγκτον, είμαστε αναγκασμένοι να αναζητήσουμε πιο πολύπλοκα -και υλικά- κίνητρα. Γιατί, λοιπόν, πιέζεται μ' αυτό τον άγαρμπο τρόπο μια από τις πιο φιλοαμερικανικές κυβερνήσεις που γνώρισε η Ελλάδα την τελευταία 25ετία;

ΕΝΑ ΠΡΩΤΟ ΚΙΝΗΤΡΟ, το οποίο έχει αναφερθεί κατά κόρον, είναι η επιδίωξη να αναλάβουν αμερικανικά χέρια το «πακέτο» της ασφάλειας των Ολυμπιακών του 2004. Στους διαδρόμους πολλά λέγονται σχετικά με τον υπόγειο πόλεμο μεταξύ Αμερικανών, Γερμανών και Ισραηλινών για την απόσπαση του εν λόγω «φιλέτου». Εναν πόλεμο που, ανεξάρτητα από τον τελικό νικητή, το βέβαιο είναι πως εγκυμονεί ουκ ολίγους κινδύνους για τις δημοκρατικές ελευθερίες στη χώρα μας.

ΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΙΝΗΤΡΟ είναι πολύ πιο ορατό: το αίτημα για καταστολή, όχι των (αόρατων) τρομοκρατών αλλά των (ορατών) αντιαμερικανικών εκδηλώσεων εν γένει -σε βάρος, εννοείται, των λαϊκών ελευθεριών που έχουν κατακτηθεί απ' τη Μεταπολίτευση και δώθε. Δεν είναι μόνο το «Βήμα» (11.6.2000) που μας πληροφορεί ότι ανώτατο στέλεχος των αμερικανικών υπηρεσιών ασφαλείας εκθέτει στο γραφείο του «ενθύμια» από τη μαχητική υποδοχή του Κλίντον το 1999 - στην οποία, ως γνωστόν, πήραν μέρος μαζικές οργανώσεις της Αριστεράς και ομάδες του αναρχικού χώρου, όχι η 17Ν ή ο ΕΛΑ. Υπάρχουν κι εκείνοι οι πίνακες, οι αναρτημένοι στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων του Κογκρέσου, που τον Ιούνιο του 2000 κατέτασσαν στις «ελληνικές τρομοκρατικές/αναρχικές επιθέσεις» εναντίον ευρωπαϊκών και αμερικανικών στόχων τις διαδηλώσεις του ΚΚΕ έξω από ΝΑΤΟϊκές βάσεις («Τα Νέα» 16.6.2000). Οπως και οι φωτογραφίες με το κάψιμο αμερικανικών σημαιών από διαδηλωτές, που κοσμούν την έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την ...τρομοκρατία (2000). Ή η -δημοσιοποιημένη- «δυσαρέσκεια» για τη χαμηλή ποινή που επιβλήθηκε τον περασμένο Φλεβάρη σε μια αντιαμερικανή διαδηλώτρια. Μπορεί ο πρόεδρος Κλίντον να μας ζήτησε συγγνώμη για την 21η Απριλίου, μια κάποια εκδοχή «γύψου» διατηρεί ωστόσο τη γοητεία της...

ΕΝΑ ΤΡΙΤΟ ΚΙΝΗΤΡΟ, που κατά τη γνώμη μας δεν έχει απασχολήσει όσο θα έπρεπε τα ΜΜΕ, είναι τα άμεσα υλικά οφέλη των Αμερικανών διπλωματών που υπηρετούν στη χώρα μας, εξαιτίας ακριβώς του «υψηλού τρομοκρατικού κινδύνου» που (υποτίθεται πως) διατρέχουν εδώ. Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, το αμερικανικής καταγωγής προσωπικό της πρεσβείας των ΗΠΑ απολαμβάνει εδώ και χρόνια κάποιες αξιοζήλευτες παροχές: μια αύξηση 30% στο μισθό και δύο μήνες άδεια (αντί για έναν). Είναι προφανές ότι ο κ. Μίλερ και οι συνάδελφοί του έχουν κάθε συμφέρον για τη διατήρηση επ' αόριστον αυτής της εικόνας. Οπότε, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά δύσκολα μπορούν να στηρίξουν κάτι τέτοιο (η 17Ν έχει να σημαδέψει έμψυχο αμερικανικό στόχο από το Μάρτιο του 1991 και μέλος της διπλωματικής αποστολής από τον Ιούνιο του ...1988!), μερικές «σωστές» κουβέντες στον Εντι Μπράντλεϊ -ή όποιον άλλο συνάδελφό του- είναι, ίσως, κάτι παραπάνω από απαραίτητες.

(Ελευθεροτυπία, 12/1/2002)

 

www.iospress.gr