Προϋπολογίζοντας τη φτώχεια



"Οι αντιφάσεις σφραγίζουν τον προϋπολογισμό"

(«ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 20/11/02) 

ΜΕ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ του προϋπολογισμού για το 2003, ξεκίνησε και η κλασική συζήτηση που θυμίζει λίγο πολύ την κολοκυθιά: Είναι αναπτυξιακός και κοινωνικά δίκαιος, όπως τον παρουσιάζει η κυβέρνηση; "Οδηγεί με σίγουρα βήματα στην πραγματική σύγκλιση και την κοινωνική συνοχή", όπως είπε ο κ. Σημίτης; 'Η είναι μια ακόμα συνταγή μιζέριας, φορολογικών επιδρομών, σπατάλης του Δημοσίου και φτώχειας για το λαό, όπως τον χαρακτηρίζει στερεοτυπικά η αντιπολίτευση; 

ΠΡΟΦΑΝΩΣ ένας προϋπολογισμός σε μια κοινωνία διευρυνόμενων ανισοτήτων σαν την ελληνική, που μάλιστα οδεύει προς εκλογές, σχεδιάζεται για να ικανοποιήσει συγκεκριμένες μερίδες και στρώματα, με αυτονόητο στόχο την αύξηση της εκλογικής επιρροής της παράταξης που κυβερνά. Είναι αδύνατο να είναι κοινωνικά δίκαιος... για όλους. Δεν υπάρχει περίπτωση ένας τέτοιος προϋπολογισμός να αναφέρεται και να ικανοποιεί συνολικά το λαό, διότι απλούστατα ο λαός είναι άθροισμα διαφορετικών ομάδων με αντικρουόμενα (πολύ συχνά) συμφέροντα. Ας δούμε επομένως τι επιφυλάσσει ο υπό συζήτηση προϋπολογισμός για τα χαμηλά εργαζόμενα στρώματα και ακόμα περισσότερο για τους φτωχούς εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τους ανέργους κ.λπ. -εκεί δηλαδή που πραγματικά δοκιμάζεται το νόημα της κοινωνικής δικαιοσύνης, με την ανακατονομή ή όχι του ΑΕΠ, τον προσανατολισμό του προνοιακού συστήματος κ.λπ.

ΤΟ 22% των πολιτών της "ισχυρής Ελλάδας" ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Επομένως οι όποιες φορολογικές ελαφρύνσεις προβλέπονται (από την άμεση φορολόγηση) δεν τους αφορούν, γιατί δεν έχουν εισόδημα για να φορολογηθούν, ούτε ακίνητες περιουσίες διαθέτουν ώστε να τους ενδιαφέρει αν δεν εφαρμόζεται το 2003 ο ΦΑΠ κ.ο.κ. Αν κάτι τους αφορά είναι η προβλεπόμενη αύξηση των άδικων έμμεσων φόρων, μέρος των οποίων υποχρεωτικά θα πληρώσουν κι αυτοί ως καταναλωτές έστω και των στοιχειωδών προϊόντων και υπηρεσιών που αγοράζουν για την επιβίωσή τους. 

ΝΑ ΔΕΧΤΟΥΜΕ, καλοπροαίρετα, ότι οι ενισχύσεις που προβλέπονται για το ΙΚΑ, τον ΟΓΑ και το ΝΑΤ, καθώς και οι αυξήσεις των μισθών κατά 2,5%, των συντάξεων κατά 5,5%, τα επιπλέον 14,67 ευρώ το μήνα στο επίδομα ΕΚΑΣ ή το κατά 5% αυξημένο επίδομα ανεργίας, τους βοηθούν. Πόσο όμως; Το μεγαλύτερο μέρος των φτωχών είτε είναι χρονίως άνεργοι είτε δεν έχουν καν πρόσβαση στις υπηρεσίες πρόνοιας, εφόσον βρίσκονται στις γκρίζες ζώνες της παραοικονομίας όπου οι παράτυπες εργασιακές σχέσεις αποτελούν καθεστώς. Αλλά κι αν δικαιούνται τα σχετικά βοηθήματα δύσκολα θα ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Στη ζώνη της φτώχειας βρίσκονται ήδη πολλοί -και με μαθηματικό τρόπο οδηγούνται και οι υπόλοιποι- χαμηλόμισθοι, επίσημα εργαζόμενοι. 

ΜΙΑ ΠΡΟΣΦΑΤΗ μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ (15/11) φέρνει στην επιφάνεια αυτή την εξέλιξη. Κάπου 450.000 εργαζόμενοι αμείβονται με λιγότερα από 600 ευρώ μεικτές αποδοχές το μήνα. Οι μισοί απ' αυτούς, δίχως πλέον στήριξη από την παραδοσιακή οικογένεια (το χωριό, μια επιπλέον εποχική δουλειά κ.λπ), δίχως ενίσχυση από το συρρικνούμενο κράτος πρόνοιας ή κάποιο "κοινωνικό μισθό", είναι πλέον κομμάτι των πραγματικά φτωχών. Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι χαμηλόμισθοι (το 17% των μισθωτών στην Ελλάδα) είναι κυρίως νέοι, γυναίκες, χαμηλής μόρφωσης, έχουν μικρή προϋπηρεσία στον ίδιο (μικρομεσαίο) εργοδότη, δεν έχουν επαγγελματική κατάρτιση και εμπειρία, ούτε συνδικαλισμένοι είναι και βεβαίως κατά κύριο λόγο απασχολούνται στο πλαίσιο των νέων "ευέλικτων μορφών εργασίας".

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ακόμα φαινόμενο κοινωνικού δαρβινισμού εφόσον, όπως μας λέει ο καθηγητής εργασιακών σχέσεων στο Πάντειο Γιάννης Κουζής, "οι φτωχοί χαμηλόμισθοι δεν είναι καθόλου εύκολο να ξεφύγουν από αυτή την κατάσταση" και "στο μεγαλύτερο ποσοστό τους θα παραμείνουν σε αυτή την κατηγορία". Και πώς να ξεφύγουν αν η ΓΣΕΕ με τα χίλια ζόρια καταφέρνει να αποσπάσει Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας στην οποία ο βασικός μισθός ορίζεται στα 498,86 ευρώ και στα 22,35 ευρώ το ημερομίσθιο; Με ποιο τρόπο θα ενισχυθούν αυτοί -και οι τόσες άλλες κατηγορίες των πραγματικά φτωχών κατηγοριών του πληθυσμού- όταν π.χ. βάσει του "κοινωνικά δίκαιου" προϋπολογισμού η Ολυμπιάδα θα απορροφήσει άλλα 1,3 δισ. ευρώ, χωρίς να προβλέπεται έστω κάποια σοβαρή κάμψη του ποσοστού ανεργίας; Για να μη μιλήσουμε και για τη μαύρη τρύπα της "εθνικής άμυνας".

 

(Ελευθεροτυπία, 23/11/2002)

 

www.iospress.gr