Ολα για το Κεφάλαιο



"Οι αγορές θέλουν πόλεμο"

(«Οικον. Ταχυδρόμος», 8/2/03) 

ΚΙ ΕΝΩ τα θέματα της επικαιρότητας περιστρέφονται γύρω από τα ζητήματα της γενικής και αόριστης διαφθοράς ή της φοβερής και τρομερής τρομοκρατίας, ένας ακόμα ιμπεριαλιστικός πόλεμος ξεκινά -με τη συγκαλυμμένη συμμετοχή και της χώρας μας- και μια πραγματική τρομοκρατία εξελίσσεται σε βάρος των ασθενέστερων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας. Ας μείνουμε στο τελευταίο ζήτημα, με αφορμή και τις πρόσφατες (11/2) προτάσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) για την ελληνική οικονομία. Πρόκειται για την τελική φάση της πλήρους ανατροπής των εργασιακών σχέσεων, καθώς και για την περαιτέρω απαξίωση της όποιας κοινωνικής προστασίας (ασφαλιστικό σύστημα και σύστημα υγείας).

ΟΙ ΣΥΝΤΑΓΕΣ του ΔΝΤ δεν είναι πρωτότυπες και δεν διαφέρουν σε τίποτα απ' ό,τι μονότονα εισηγούνται κεντροδεξιοί, κεντροαριστεροί, τραπεζίτες, εργοδοτικές οργανώσεις και βεβαίως οι «μάγοι» της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Τα πιο δραματικά αποτελέσματα αυτών των οικονομικών δογμάτων τα είδαμε λίγους μήνες νωρίτερα στην Αργεντινή, όταν οι ασύδοτες διεθνείς χρηματαγορές διέλυσαν οριστικά τις αυταπάτες για «ισόρροπη ανάπτυξη» και «κοινωνική συνοχή», σπρώχνοντας ορισμένα εκατομμύρια Αργεντινών οριστικά στη φτώχεια και τις λεηλασίες για ένα κομμάτι ψωμί.

ΑΥΤΑ ΟΜΩΣ ΠΟΥ ΖΗΤΑΕΙ σήμερα το ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία (και στα οποία συναινεί ολόκληρο το ντόπιο οικονομικό κατεστημένο και η πολιτική γραφειοκρατία, Βρυξελλών και Αθηνών), έχουν ήδη αποδώσει συγκεκριμένους καρπούς στη χώρα μας: το μεν ΑΕΠ μπορεί να βελτιώνεται γενικά - λόγω των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης και άλλων άδηλων πόρων από τις επιδρομές του ελληνικού κεφαλαίου στις νέες αγορές που προέκυψαν μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», ταυτόχρονα όμως παράγεται όλο και περισσότερη φτώχεια. Κλασικά πράγματα, δηλαδή. Οι πλούσιοι πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι.

ΕΔΩ ΚΑΙ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ περίπου χρόνια η ελληνική κοινωνία, υποχρεωμένη να ασχολείται πότε με τη σκανδαλολογία, που ποτέ δεν βγάζει πουθενά (βλ. την περίοδο Κοσκωτά), πότε με τις εθνικιστικές ανοησίες (είτε μακεδονικές, είτε τουρκοφαγικές), πότε με τα τηλεοπτικά υποπροϊόντα, ουδέποτε αντιμετώπισε σοβαρά τις ραγδαίες αντικοινωνικές πολιτικές που επιβάλλονταν. Τα χρόνια αυτά ενισχύθηκαν με νόμους οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες σε βάρος του δημόσιου συστήματος περίθαλψης και ασφάλισης. Ξεπουλήθηκαν κομμάτι κομμάτι στο ιδιωτικό κεφάλαιο δημόσιες επιχειρήσεις και η κοινόχρηστη έγγειος περιουσία. Εκχωρήθηκαν τα ερτζιανά στη βουλιμία των διαπλεκόμενων συμφερόντων, τα οποία μάλιστα έκτοτε ανέλαβαν την ιδεολογικοπολιτική μας διαπαιδαγώγηση. Παραχωρήθηκαν η κινητή τηλεφωνία και ο επίσημος τζόγος σε τιμές ευκαιρίες.

ΘΕΡΙΕΨΕ Η ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ, η εισφοροδιαφυγή, η διαπλοκή, το «μαύρο χρήμα». Στήθηκαν αυτοκρατορίες μέσω ανεξέλεγκτων off shore εταιρειών. Αναδείχθηκαν σε λοκομοτίβες της «ανάπτυξης» το «αεροπλανάκι» της Σοφοκλέους και ο εκσυγχρονισμός των τραπεζικών υπηρεσιών (βλ. υπερχρέωση των φτωχότερων νοικοκυριών), πάντοτε υπέρ της μεγαλύτερης απόδοσης του κεφαλαίου. Πάνω από 800.000 συνταξιούχοι (εκτός ΟΓΑ και ΝΑΤ) επιβιώνουν με κάτω από 382 ευρώ το μήνα! Οι εργασιακές σχέσεις απέκτησαν (και συνεχίζουν) τη μεγαλύτερη δυνατή «ευελιξία» -με σειρά νόμων (κυρίως τους 1892/90, 2639/98 και 2874/2000)- ταυτόχρονα με την (ακόμα πιο «ευέλικτη») υπερεκμετάλλευση των μεταναστών. Η Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας καθηλώθηκε σε επίπεδα ελεημοσύνης (498,86 ευρώ το μήνα) στέλνοντας -σε συνδυασμό με τους θεσμούς της «μερικής απασχόλησης»- μήνα με το μήνα δεκάδες χιλιάδες νέους εργαζόμενους στη ζώνη της φτώχειας και τους εργοδότες τους σε νεόδμητες μεζονέτες των ακριβών προαστίων και των μαγευτικών αιγιαλών. Το 22% του πληθυσμού ζει επισήμως κάτω από τα όρια της φτώχειας (απ' αυτούς οι 450.000 είναι εργαζόμενοι φτωχοί, σύμφωνα με το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ), ενώ οι διαρκώς υποσχόμενες θέσεις εργασίας δεν λένε να αυξηθούν. Οδυνηρή εξέλιξη είναι η ουσιαστική απαξίωση των συνδικάτων και των παρεμφερών κοινωνικών οργανώσεων, καθώς δεν κατάφεραν να αντισταθούν στις επιταγές του νεοφιλελευθερισμού, χάνοντας χιλιάδες ανθρώπους από τα μέτωπα της συλλογικής δράσης. (Το 1983 το 40% των μισθωτών ήταν συνδικαλισμένοι, σήμερα πρέπει να έχει πέσει κάτω του 25%).

ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΑΠ' ΟΛΑ αυτά, το ΔΝΤ και ο κ. Χριστοδουλάκης θέλουν κι άλλα μέτρα «εξυγίανσης». Δηλαδή να αυξηθούν τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης και να απαλλαγεί η οικονομία (το κεφάλαιο εννοεί) από τα «δεσμά που προστατεύουν την εργασία». Μόνο τότε, λένε, θα γίνει ανταγωνιστική η ελληνική οικονομία. Ποιανού η οικονομία;

 

(Ελευθεροτυπία, 15/2/2003)

 

www.iospress.gr