Οι ισοτιμίες του θανάτου



"Ο πόλεμος είναι μια προσοδοφόρα κόλαση"

(Toronto Star 10/3/2003) 

Η ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΘΕΙΣΑ εισβολή των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στο Ιράκ φαίνεται, πια, πως είναι απλά και μόνο ζήτημα χρόνου. Το ίδιο και η ληξιαρχική πράξη θανάτου των Ηνωμένων Εθνών -και, μαζί τους, το τέλος αυτού που επί μισόν αιώνα η ανθρωπότητα γνώρισε σαν "διεθνή νομιμότητα". Μια μόλις δεκαετία μετά την πανηγυρική εκείνη εξαγγελία του "τέλους της Ιστορίας" από τον τότε υποδιευθυντή της Υπηρεσίας Σχεδιασμού του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, φαίνεται πως επιστρέφουμε τροχάδην στην εποχή των μεγάλων αποικιακών πολέμων: τότε που το "εκπολιτιστικό έργο" του λευκού ανθρώπου πήγαινε χέρι χέρι με την αναζήτηση "ζωτικού χώρου", λεηλατήσιμων πρώτων υλών και καινούργιων αγορών από μέρους των Μεγάλων Δυνάμεων, οι κανονιοφόροι και οι ηγεμόνες των οποίων συνέτασσαν τους κανόνες του "διεθνούς" δικαίου κατά το δοκούν. 

ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ της τομής είναι τέτοιο, ώστε κανείς δεν τολμά πια να κάνει λόγο για "υποκρισία", όπως την εποχή που τα ΝΑΤΟϊκά αεροπλάνα χτυπούσαν τη Σερβία εν ονόματι των ανθρώπινων δικαιωμάτων των Κοσοβάρων. Και φυσικά, παρ' όλα τα γελοιογραφικά χαρακτηριστικά του νυν πλανητάρχη, φαντάζουν εντελώς μακρινά τα αστειάκια του 1999 για τον Μπιλ, τη Σερβία και τη Μόνικα. Τα πράγματα έχουν σοβαρέψει, μαζί τους και οι όροι της συζήτησης. Αντί για τη φτηνή ψυχανάλυση των ηγεμόνων μας, οι αναλυτές προκρίνουν ξανά την αναζήτηση της υλικής βάσης των εξελίξεων.

Η ΕΠΙΔΙΩΞΗ του αμερικανικού ιμπεριαλισμού να βάλει χέρι στα δεύτερα (κι ενδεχομένως τα πρώτα) μεγαλύτερα πετρελαϊκά αποθέματα της υφηλίου αποτελεί πλέον κοινό τόπο για τις κάθε λογής αναλύσεις της συγκυρίας. 
Πόσο μάλλον αφού το αντιδραστικό, θεοκρατικό καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας, που αποτελεί το ακρογωνιαίο στήριγμα της πετρελαϊκής πολιτικής της Ουάσιγκτον, διανύει εδώ και κάμποσα χρόνια μια μεταβατική φάση με άγνωστο τελικό προορισμό. 

ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΓΝΩΣΤΑ είναι κάποια άλλα, πιο πεζά κίνητρα του "κόμματος του πολέμου": η διαπλοκή, με δυο λόγια, ανάμεσα σ' αυτή την "υψηλή" στρατηγική και ταπεινότερες -αλλά βραχυπρόθεσμα αγρίως προσοδοφόρες- μπίζνες. Μόλις το περασμένο Σάββατο, λ.χ., η San Francisco Chronicle αποκάλυπτε ότι η εταιρία Holliburton Co., πρόεδρος της οποίας ήταν μέχρι την εκλογή του (το Νοέμβριο του 2000) ο νυν αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Ντικ Τσένεϊ, κηρύχθηκε νικήτρια του διαγωνισμού, που έχει -ήδη!- προκηρύξει το Πεντάγωνο, για τη μεταπολεμική επισκευή των πετρελαιοπηγών του Ιράκ. Η ίδια εταιρεία, σύμφωνα με την καναδική Toronto Star (10.3.03), συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ιδιωτικούς φορείς που η επίσημη Υπηρεσία Διεθνούς Ανάπτυξης των ΗΠΑ (USAID) έχει βολιδοσκοπήσει για την "ανοικοδόμηση" της χώρας μετά την ισοπέδωσή της. Και φυσικά, δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε εδώ ότι η σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας της κυβέρνησης Μπους, Κοντολίζα Ράις, ήταν ηγετικό στέλεχος της πετρελαιοβιομηχανίας Chevron, απ' όπου έφυγε με "δωράκι" κάπου ογδόντα χιλιάδες μετοχές... 

ΜΙΑ ΤΡΙΤΗ, εξίσου σημαντική πτυχή της τωρινής σταυροφορίας των ΗΠΑ έχει περάσει, ωστόσο, εντελώς απαρατήρητη. Ο λόγος για την υπόγεια αναμέτρηση ανάμεσα στο αμερικανικό δολάριο και το ευρώ, με επίδικο αντικείμενο την ηγεμονία στις διεθνείς αγορές. Κλειδί της αντοχής του δολαρίου, παρά τα τεράστια ελλείμματα της αμερικανικής οικονομίας, αποτελεί ο ρόλος του ως το νόμισμα με το οποίο διεξάγεται διεθνώς η αγοραπωλησία του πετρελαίου. Κάθε χώρα που εισάγει πετρέλαιο είναι, με άλλα λόγια, υποχρεωμένη να αγοράζει δολάρια (στηρίζοντας, έτσι, το νόμισμα των ΗΠΑ). Με τη σειρά τους, αυτά τα "πετροδολάρια" επιστρέφουν στην υπερδύναμη, μετατρεπόμενα σε ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, βάσει μιας συμφωνίας κυρίων μεταξύ Ουάσιγκτον και Ριάντ που χρονολογείται από τη δεκαετία του '70. Τον τελευταίο καιρό, όμως, η επιτυχία του ευρώ έχει τροφοδοτήσει μια δημόσια συζήτηση για τη μερική (ή και ολική) αντικατάσταση του δολαρίου απ' αυτό το ευρωπαϊκό νόμισμα -ιδίως εν όψει της διεύρυνσης του 2004, όταν η Ε.Ε. θα αντιπροσωπεύει πλέον μια αγορά πετρελαιοειδών κατά 33% μεγαλύτερη από αυτή των ΗΠΑ. ΚΑΤΑ ΣΥΜΠΤΩΣΗ, η πρώτη χώρα του ΟΠΕΚ που προχώρησε επίσημα σ' αυτή την αντικατάσταση, ήδη από το Νοέμβριο του 2000, ήταν το Ιράκ. Η αλλαγή των ισοτιμιών, την επόμενη διετία, αναβάθμισε τα συναλλαγματικά του αποθέματα κατά 20% περίπου. Τις ερχόμενες βδομάδες θα κληθεί να υποστεί τις συνέπειες.

 

 

(Ελευθεροτυπία, 15/3/2003)

 

www.iospress.gr