Η αιώνια ταπείνωση

«Πρωτιά των υπερεθνικιστών στις σερβικές εκλογές»

(BBC, 29/12/03)

 
Εχουν ήδη περάσει δέκα χρόνια από τότε. Ηταν Δεκέμβριος του 1993, και η Σερβία κατέφευγε στις κάλπες για τρίτη φορά από την αποκατάσταση του πολυκομματισμού το 1990. Στην κρατική ραδιοτηλεόραση, ωστόσο, η βασική είδηση ήταν άλλη: η εκτύπωση του καινούγριου χαρτονομίσματος των 50 δισεκατομμυρίων δηναρίων, που η αλματώδης αύξηση του πληθωρισμού είχε καταστήσει πλέον αναγκαίο. Στις προθήκες των καταστημάτων οι τιμές των αγαθών διπλασιάζονταν κάθε μέρα, ενώ ακόμη και οι κρατικές τράπεζες απέφευγαν να διατηρούν οποιαδήποτε αποθέματα στο διαρκώς υποτιμούμενο εθνικό νόμισμα.

Λίγες ώρες πριν αρχίσει η ψηφοφορία, βρεθήκαμε αντιμέτωποι μ' ένα γκροτέσκο θέαμα. Στην κεντρική πλατεία του Βελιγραδίου, μια «ανθρωπιστική οργάνωση» μοίραζε είδη πρώτης ανάγκης στους απόκληρους της σερβικής πρωτεύουσας. Χιλιάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας και φύλου είχαν συγκεντρωθεί από τα ξημερώματα, ίσως κι από πιο νωρίς, σχηματίζοντας ουρές πολλών χιλιομέτρων, για να πάρουν το πακέτο με τα πολύτιμα αγαθά: μια φραντζόλα ψωμί, ένα σακουλάκι όσπρια, μια κονσέρβα ψάρι, μια πλάκα σαπούνι κι ένα μπουκάλι λάδι. Η όλη διανομή θύμιζε, ωστόσο, περισσότερο τηλεοπτικό σόου παρά ανθρωπιστικό έργο. Τεράστια ηχεία με επική μουσική κι ένας κονφερανσιέ με θριαμβευτική φωνή διαλαλούσαν το συμβάν στα πέριξ. Οχι χωρίς λόγο: η «ανθρωπιστική οργάνωση», που τόσο πομπωδώς αναλάμβανε να ταΐσει τα πεινασμένα λαϊκά προάστια, ανήκε στην (εκατομμυριούχο) σύζυγο του επικεφαλής τής (τότε) αντιπολίτευσης, του Βουκ Ντράσκοβιτς.

Βλέποντας τόσους ανθρώπους που οφθαλμοφανώς ντρέπονταν -και πολλοί έκλαιγαν- τη στιγμή που δέχονταν (μπροστά στο φακό δεκάδων τηλεοπτικών συνεργείων) αυτή την τόσο προκλητική ελεημοσύνη, δεν ήξερες ποιον να μισήσεις περισσότερο. Τους «εθνικά περήφανους», καλοταϊσμένους «σοσιαλιστές» και «ριζοσπάστες» που οδήγησαν τα εργατικά στρώματα της χώρας τους στην απόλυτη ένδεια; 'Η τους «θεοσεβούμενους» φιλοδυτικούς «πατριώτες» που τόσο χυδαία επένδυαν πολιτικά τον «ανθρωπισμό» τους; Το μόνο σίγουρο ήταν ότι ο σερβικός λαός, στο πρόσωπο του οποίου πολλοί συμπατριώτες μας έβλεπαν τότε τους νέους Βιετκόγκ της καθ' ημάς Ορθοδοξίας, μόνο περήφανος δεν αισθανόταν εκείνη τη στιγμή. λίγες ώρες πριν ασκήσει το ύψιστο δημοκρατικό του καθήκον και δικαίωμα.

Ο λόγος που τα θυμηθήκαμε ξανά όλα αυτά ήταν, φυσικά, οι σερβικές εκλογές της περασμένης Κυριακής: η ανάδειξη των ακροδεξιών «Ριζοσπαστών» του Σέσελι σε πρώτο κόμμα, η επιβίωση των «Σοσιαλιστών» του Μιλόσεβιτς, η αμηχανία των διεθνών παρατηρητών για την απειθαρχία του εκλογικού σώματος στις όχι και τόσο διακριτικές επιταγές της «διεθνούς κοινότητας». Το γεγονός ότι, ακόμη κι ανάμεσα στα κόμματα του φιλοδυτικού μπλοκ, οι ψηφοφόροι ανέδειξαν πρώτο εκείνο (τους «Σέρβους Δημοκράτες» του Κοστούνιτσα) που πήρε ανοιχτά θέση ενάντια στη συλλογική προσαγωγή της σερβικής πολιτικής ηγεσίας στη Χάγη.

Πολύ λογικά, άλλωστε. Οταν το Διεθνές Δικαστήριο επιβάλλει απαγορεύσεις στην προεκλογική επικοινωνία των υπόδικων πολιτικών ηγετών με τους οπαδούς τους, υποστηρίζοντας ότι αυτή «υπονομεύει το στόχο του δικαστηρίου για τη διατήρηση της ειρήνης στη Σερβία» (έναν εξόφθαλμα πολιτικό στόχο, δηλαδή), δύσκολα θα πιστέψει κανείς πως αυτό το όργανο έχει την παραμικρή σχέση με την όποια απόδοση δικαιοσύνης.

Κι όταν ο Χαβιέ Σολάνα, ο ίδιος που βομβάρδιζε τους Σέρβους προ τετραετίας, τους απευθύνει προεκλογικά τελεσίγραφο στο όνομα της Ε.Ε., καλώντας τους «να διαλέξουν ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον», το μόνο που μπορούν οι ιθαγενείς ν' αντιτάξουν σ' αυτήν την ταπείνωση είναι μια εξίσου αρχαϊκή απάντηση.


 

(Ελευθεροτυπία, 3/1/2004)

 

www.iospress.gr