Η μαυρίλα της νέας εποχής

«Ελλάδα. Μάθημα στιλ κι εναλλαγής.»

    (Corriere della Serra, 9/3/04)

 
Μπορεί τα αίτια του εκλογικού θριάμβου της ΝΔ να αποτελούν αντικείμενο συζήτησης, όλοι όμως συμφωνούν σ' ένα πράγμα: ζήσαμε τις πιο ήρεμες και "πολιτισμένες" εκλογές της νεοελληνικής ιστορίας, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις και φανατισμούς. Οι κάλπες της περασμένης Κυριακής δεν είχαν ακόμη κλείσει, όταν όλα ανεξαίρετα τα τηλεοπτικά πάνελ διαπίστωναν, με μεγάλη τους χαρά, πως τούτη τη φορά απουσίασε ακόμη κι ο φολκλορικός στολισμός των ΙΧ με κομματικά εμβλήματα. Επιτέλους, γίναμε Ευρώπη! Με τον ίδιο ενθουσιασμό έγινε δεκτή η απαίτηση του Κώστα Καραμανλή προς τους οπαδούς του, να διαδηλώνουν κρατώντας μόνο ελληνικές (κι όχι τις κομματικές τους) σημαίες. Κανείς δεν φάνηκε να αναρωτιέται πόσο δημοκρατική μπορεί να είναι αυτή η (υπόρρητη, πλην όμως οφθαλμοφανής) ταύτιση μιας συγκεκριμένης πολιτικής παράταξης με το έθνος στο σύνολό του.

Πολύ περισσότερο, κανείς δεν φάνηκε να συνδέει το αποτέλεσμα των εκλογών μ' αυτή την πολυδιαφημισμένη υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ των διεκδικητών της εξουσίας. Κι όμως, δεν χρειάζεται να είναι κανείς νοσταλγός παλιότερων μεταπολιτευτικών εποχών (τότε που οι μονομάχοι ταυτίζονταν με "το φως και το σκότος", αρνούμενοι ν' ασχοληθούν με ταπεινά καθημερινά ζητήματα), για να διαπιστώσει ότι ανάμεσα στο θρίαμβο της συναίνεσης και τη δεξιόστροφη μετατόπιση του εκλογικού σώματος υπάρχει, αν όχι σχέση αιτίου κι αιτιατού, τουλάχιστον μια διαλεκτική αλληλοτροφοδότηση.

Με άλλα λόγια: αν στις τελευταίες εκλογές οι Ελληνες δεν "φανατίστηκαν" όπως παλιότερα, αυτό ελάχιστα έχει να κάνει με το σταδιακό "εξευρωπαϊσμό" τους. Απλούστατα, έβλεπαν ότι ο προγραμματικός λόγος των δυο βασικών αντιπάλων ταυτίζεται πλέον σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καθιστά παράλογη οποιαδήποτε αναμέτρηση έξω από τα τηλεοπτικά στούντιο των επαγγελματιών της πολιτικής. Εξ ού και η άνεση με την οποία πραγματοποιούνται πλέον οι κάθε λογής μεταγραφές από τη ΝΔ στο ΠΑΣΟΚ και τούμπαλιν, χωρίς τον παραμικρό προσωπικό στιγματισμό των ίδιων των "αποστατών". Πώς να κατηγορήσει κανείς το Στέφανο Μάνο για τη συνεργασία του μ' ένα κόμμα που υπόσχεται τη δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων και την απαλλαγή των εργοδοτών από την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών; Ή το Στέλιο Παπαθεμελή για την προσχώρησή του στην παράταξη των εθνικοφρόνων του "μεσαίου χώρου"

Χωρίς αμφιβολία, η σχέση αυτής της γενικευμένης συναίνεσης με την ουσιαστική δημοκρατία (την αναμέτρηση δηλαδή ανάμεσα σε διαφορετικές προτάσεις οργάνωσης της κοινωνίας) είναι αρκετά προβληματική. Θα ήταν απόλυτα λάθος, ωστόσο, να θεωρήσουμε ότι συνεπάγεται και το τέλος της πολιτικής. Απεναντίας, αν σημαίνει κάτι η κατάργηση των διαχωριστικών γραμμών δεξιάς-αριστεράς και η υποκατάστασή της από την αναμέτρηση "παλιού" και "νέου", αυτό είναι η συντριπτική κυριαρχία του λόγου της σύγχρονης δεξιάς στην πολιτική σκηνή: η εικόνα μιας κοινωνίας ενιαίας, χωρίς ανταγωνιστικές αντιθέσεις ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και στρώματα, εργοδότες κι εργαζόμενους, μισθωτούς κι επιχειρηματίες, μιας κοινωνίας όπου η "σωστή" λύση των προβλημάτων είναι μια και μοναδική (η δρομολόγησή της οποίας εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τη διαχειριστική ικανότητα των κυβερνώντων), είναι σε τελική ανάλυση η οπτική γωνία της δεξιάς και δεν μπορεί παρά να ευνοεί την τελευταία. Πόσο μάλλον, όταν η επαγγελλόμενη "νέα εποχή" της "Δημοκρατικής Παράταξης" συνιστά την πιο ζωντανή προπαγάνδα υπέρ των στρατηγικών προτάσεων της δεξιάς -στην εκπαίδευση, τις εργασιακές σχέσεις και ό,τι άλλο.

Με αποτέλεσμα, ακόμη και η άκομψη επιστροφή της τελευταίας στιγμής στη "φιλολαϊκή" πλειοδοσία και την αντιδεξιά πόλωση, να μην εκλαμβάνεται από το εκλογικό σώμα σαν τίποτα περισσότερο από αυτό που όντως υπήρξε: μια αδέξια προσποίηση μπροστά στον πανικό της επερχόμενης ήττας. Το απέδειξε, άλλωστε, η ταχύτατη επιστροφή στους συναινετικούς τόνους, μόλις έκλεισαν οι κάλπες. Πριν αλέκτωρ λαλήσαι τρις, δηλαδή...

(Ελευθεροτυπία, 13/3/2004)

 

www.iospress.gr