Η μοναξιά της εργατικής τάξης

«Στο δρόμο για αυξήσεις»

    ("ΤΑ ΝΕΑ", 31/3/2004)

 
Το ελληνικό ΑΕΠ αυξάνεται τα τελευταία χρόνια με εντυπωσιακούς ρυθμούς, μεγαλύτερους από το μέσο όρο των χωρών της ευρωζώνης. Ανάλογα αυξάνονται και τα κέρδη των τραπεζικών κολοσσών, των μεγάλων και ενός σημαντικού μέρους των λεγομένων "ανταγωνιστικών" μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Το μέσο ετήσιο "κατά κεφαλήν" εισόδημα κινείται πλέον γύρω στα 15.000 δολάρια, και όμως από το 1990 έως σήμερα -τα χρόνια δηλαδή που οικοδομήθηκε η "ισχυρή Ελλάδα"- οι κατώτατες πραγματικές, οι αποπληθωρισμένες, αποδοχές των μισθωτών έχουν μειωθεί περίπου κατά 0,5%, δημιουργώντας έτσι μια κατηγορία 450.000 πραγματικά φτωχών εργαζομένων οι οποίοι μαζί με τους 500.000 ανέργους, άλλες κατηγορίες εργαζομένων (ιδίως της υπαίθρου) και τους 800.000 χαμηλοσυνταξιούχους ανεβάζουν το ποσοστό της συνολικής φτώχειας στη χώρα μας σε περισσότερο από το 22% του πληθυσμού της.

Οταν λοιπόν οι τεχνοκράτες της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας συγκρίνουν τους μέσους μισθούς στην Ελλάδα με το μέσο όρο των μισθών στην Ενωμένη Ευρώπη "των 15", είναι αναμενόμενο να διαπιστώσουν ότι παρά τις ρητορείες περί "σύγκλισης" με την Ε.Ε., οι αμοιβές της εξαρτημένης εργασίας στη χώρα μας είναι 35% χαμηλότερες από όσο στην Ευρώπη. Ετσι κι αλλιώς αποτελεί σκάνδαλο να συζητάμε για Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας στην Ελλάδα της τάξης των 23 ευρώ (μεροκάματο) και των 519 (μισθοί), ακριβώς την εποχή που όλα τα ΜΜΕ δείχνουν πως τα είδη πρώτης ανάγκης είναι στη χώρα μας ακριβότερα απ' ό,τι στις κατά τεκμήριο πλουσιότερες και πιο ισορροπημένες από άποψη κοινωνικής συνοχής ευρωπαϊκές χώρες.

Επομένως, η έστω και κατά μία δεκαετία καθυστερημένη απεργιακή κινητοποίηση της ΓΣΕΕ με στόχο επιτέλους μια κάποια αναδιανομή εισοδημάτων, για "εδώ και τώρα" αύξηση κατά 8% των κατώτατων ημερομισθίων και των μισθών στην προοπτική (μέσα σε πέντε χρόνια) της πραγματικής σύγκλισης, είναι μια μετριοπαθέστατη διεκδίκηση, που θα όφειλε να βρεί θερμή ανταπόκριση από την πλειοψηφία της κοινωνίας.

Ωστόσο, οι εκπρόσωποι των εργοδοτικών "παραγωγικών τάξεων", τα στελέχη της κυβέρνησης, της αξιωματικής αντιπολίτευσης, των τραπεζικών και χρηματιστηριακών συμφερόντων, όπως και ένα πλήθος "ειδικών" της οικονομίας, έχουν διαφορετική γνώμη: όχι μόνο κινδυνολογούν ασύστολα, αρνούμενοι τα αιτήματα του συνδικαλιστικού κινήματος ως καταστροφικά για την "εθνική οικονομία" και την "εύρυθμη λειτουργία των αγορών", αλλά καθώς φαίνεται εξασφαλίζουν και την συναίνεση μεγάλου μέρους του κοινωνικού σώματος.

Είτε το θέλουμε λοιπόν, είτε όχι, όλα δείχνουν πως αυτές οι φαινομενικά παράλογες συμμαχίες -που επιτυγχάνει η οικονομική και η πολιτική εξουσία, αξιοποιώντας φυσικά και τις κλασικές μεθόδους ιδεολογικής χειραγώγησης- εδράζονται πάνω σε υλικές βάσεις. Πρόκειται γι' αυτό που έχουμε επανειλημμένα τονίσει: η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας μετάλλαξε θεαματικά την κοινωνική σύνθεση του πληθυσμού, αλλάζοντας ολόκληρο το παραγωγικό σύστημα και τους σχετικούς θεσμούς, οδηγώντας την Ελλάδα σε υψηλότερη θέση στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας (στη βαθμίδα μάλιστα των μικρό-ιμπεριαλιστικών δυνάμεων) και μετασχηματίζοντάς την τελικά σ' αυτό που λέμε "κοινωνία των 2/3". Παρότι οι ταξικές διαφορές έχουν διευρυνθεί, εξωθώντας ένα σημαντικό κομμάτι των εργαζόμενων στρωμάτων στη φτώχεια, στην ανασφάλεια και στο κοινωνικό περιθώριο (με την ταυτόχρονη κατάρρευση του προνοιακού συστήματος), έχει συγκροτηθεί ένα μεγάλο συντηρητικό ρεύμα (από διάφορα πλούσια, νεόπλουτα και μικροαστικά στρώματα) που ουσιαστικά δεν επιθυμεί να εκδηλώσει την αλληλεγγύη του προς αυτούς που πραγματικά συντρίβονται από τις νεοφιλελεύθερες επιλογές. Κι ο λόγος αυτής της αποστροφής της νεοφιλελεύθερης συμμαχίας (που πολιτικά εκφράζεται από το δικομματισμό) δεν είναι ηθικός. Είναι πέρα για πέρα υλικός: Τα στρώματα αυτά θεωρούν ότι απειλεί τα δικά τους μικρά και μεγάλα προνόμια, (πολλές φορές μόνο τις γκλαμουράτες αυταπάτες τους), κάθε "επιστροφή" στο όποιο κοινωνικό κράτος, κάθε μικρή νίκη της εργατικής τάξης (ντόπιας και εισαγόμενης) και όλων των μισθωτών που θα αυξάνει τις αμοιβές, θα βελτιώνει την εργασιακή σταθερότητα και τις συνθήκες δουλειάς τους.

(Ελευθεροτυπία, 3/4/2004)

 

www.iospress.gr