Αναποδιές της συμμετοχικής δημοκρατίας

«Το 'όχι' φέρνει ελπίδες και... εφιάλτες»

    («ΤΑ ΝΕΑ», 13/3/2004)

 
Το 'φέρε έτσι η πολιτική εξέλιξη, που λίγους μήνες μετά την εξαγγελία της «συμμετοχικής δημοκρατίας» από το νέο πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ έμελλε να δοκιμαστεί το σύνολο του πολιτικού μας συστήματος από έναν κατ' εξοχήν «συμμετοχικό» θεσμό: το καθολικό δημοψήφισμα. Και -ειρωνεία της τύχης- ο κ. Παπανδρέου ήταν ο πρώτος από τους πολιτικούς ηγέτες Ελλάδας και Κύπρου που τόλμησε να τοποθετηθεί ανοικτά στο δίλημμα «ναι» ή «όχι» και μάλιστα κατηγορήθηκε γι' αυτή του την πρωτοβουλία, να μην αναμένει δηλαδή τα αποτελέσματα της κάλπης ή τουλάχιστον τη στάση της κυπριακής πολιτικής ηγεσίας. Αντιθέτως χαιρετίστηκε ως «σοφή» η στάση του ΑΚΕΛ, το οποίο λέει «αναβολή», για να μην πει «όχι», αν και θα προτιμούσε να πει «ναι». 

Και, βέβαια, αναδείχθηκε ως «σώφρων» η στάση της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία αρκείται να παρατηρεί τις εξελίξεις από την απομακρυσμένη ασφάλεια της εγγυήτριας δύναμης και οχυρωμένη πίσω από άτυπους εξωσυνταγματικούς θεσμούς, με αρνητική πολιτική προϋπηρεσία, όπως το συμβούλιο πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Από πρώτη ματιά φαίνεται ότι αυτός που επέλεξε τελικά το «όχι» δεν ήταν η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας και της Κύπρου, αλλά οι δημοσκοπήσεις που διενεργήθηκαν στις δύο χώρες, κάτω από συγκεκριμένες πολιτικές και ιδεολογικές φορτίσεις. Τα συντριπτικά νούμερα υπέρ του «όχι» που έδειξαν οι πρώτες δημοσκοπήσεις στη Λευκωσία πανικόβαλλαν το πολιτικό προσωπικό που έλπιζε να μετακυλίσει στη λαϊκή ψήφο το πολιτικό κόστος του «ναι». Ηταν σαφές ότι τα μεγαλύτερα κόμματα στην Κύπρο και την Ελλάδα προσανατολίζονταν αρχικά προς το «ναι» και φάνηκαν να αιφνιδιάζονται από το δυναμισμό των «απορριπτικών». Ομως η αυθόρμητη υποστήριξη του «όχι» που σημειώθηκε στις κυπριακές δημοσκοπήσεις δεν πρέπει να πιστωθεί στον «πατριωτισμό» ούτε να χρεωθεί στην «αφέλεια» των πολιτών. Είναι η αυτονόητη ανταπόκριση του κόσμου στο αρνητικό μήνυμα που εξέπεμψε η ελληνική και η κυπριακή κυβέρνηση στη Λουκέρνη. Καμιά «ενημέρωση» απ' αυτές που ζητά οψίμως το ΑΚΕΛ δεν είναι δυνατόν να ανατρέψει την εικόνα της παγωμάρας του Καραμανλή και του Παπαδόπουλου μετά την υποβολή του τελικού σχεδίου Ανάν. Οι αρνητικές δηλώσεις και των δύο, σε συνδυασμό με τις τουρκικές θριαμβολογίες, είχαν προκαταλάβει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. 

Οσο για την ανάλογα θερμή υποστήριξη του «όχι» στην Ελλάδα, ας μην επιχαίρουν οι μπαρουτοκαπνισμένοι πολέμαρχοι των «εθνικών μας δικαίων». Γνωρίζουμε ότι και το 1992, αν διεξαγόταν δημοψήφισμα για τη «Μακεδονία μας», συντριπτική θα ήταν η υπεροχή του οποιουδήποτε «απορριπτικού» ή ακόμα και πολεμικού συνθήματος. Ευτυχώς, δεν σκέφτηκε κανείς τότε να δώσει και θεσμική μορφή στα γνωστά θλιβερά συλλαλητήρια. 

Το δημοψήφισμα, λοιπόν, είναι ένας εύσχημος τρόπος να μην αναλάβουν ανοιχτά οι πολιτικές δυνάμεις την ευθύνη των επιλογών τους, αυτό που συνήθως ονομάζεται «πολιτικό κόστος». Η επιλογή της «μη επίλυσης» του Κυπριακού δεν θα μπορούσε να εκφραστεί ανοιχτά από κανέναν. Ομως δεν παύει να είναι επιλογή. Οπως και η επιλογή της defacto διχοτόμησης. Μόνο ο πρόεδρος Παπαδόπουλος τόλμησε να περιγράψει αυτό που ο ίδιος τόσα χρόνια επιδιώκει: την αποφυγή, δηλαδή, της επανένωσης του νησιού, με όρους προστασίας και των δύο κοινοτήτων του. Τα κόμματα που τον στήριξαν στην πολιτική αναρρίχησή του υποχρεώθηκαν να συνταχθούν μαζί του. Η προοπτική επανένωσης εξαφανίστηκε.

Το κακό είναι ότι την επαύριο του δημοψηφίσματος με το προκαθορισμένο αρνητικό αποτέλεσμα, θα κληθούν να διαχειριστούν τη σκοτεινή συνέχεια οι ίδιες αυτές πολιτικές δυνάμεις που δεν τόλμησαν να υποστηρίξουν δημόσια τις αρχές και την πολιτική τους τριών δεκαετιών. 

Ας μην επικαλεστούν τότε τη «λαϊκή ψήφο».

(Ελευθεροτυπία, 17/4/2004)

 

www.iospress.gr