Ο τρόμος του μέλλοντός μας


"Ο Μπους ανακοίνωσε ότι θα κατεδαφίσει τη φυλακή Αμπού Γκράιμπ"
        (ΑΠΕ, 25/5/04)

Αν το 2002 διαφημίστηκε ως το έτος της εξάρθρωσης της εγχώριας τρομοκρατίας, το 2004 οι ελληνικές αρχές ασφαλείας φιλοδοξούν να αναμετρηθούν επιτυχώς με την πρόκληση της διεθνούς τρομοκρατίας. Το ιλιγγιώδες ύψος του σχετικού κονδυλίου για τους Ολυμπιακούς, η συγκρότηση της διεθνούς ομάδας αντιτρομοκρατικού σχεδιασμού και η στενή συνεργασία με ΗΠΑ και ΝΑΤΟ εξασφαλίζουν στην κυβέρνηση την ελπίδα για μια αναίμακτη διοργάνωση.
Ομως για μια ακόμα φορά, οι αρχές ασφαλείας που κέρδισαν την «εσωτερική μάχη» το 2002 κινδυνεύουν να χάσουν τον πόλεμο. Οι σχεδιαστές του αντιτρομοκρατικού αγώνα ποντάρουν στο γεγονός ότι η κοινή γνώμη έχει μπουχτίσει μετά το πληροφοριακό μπαράζ του 2002 και όσο δεν τροφοδοτείται από νεότερα τηλεοπτικά ρεπορτάζ εμφανίζεται να αδιαφορεί για την υπόθεση. Αλλά τα πράγματα μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη να αλλάξουν, μόλις συνειδητοποιηθεί η σημασία των δικονομικών «καινοτομιών» που εφαρμόζονται στον Κορυδαλλό, μόνο και μόνο για να «διεκπεραιωθεί» μια υπόθεση χωρίς στοιχεία, χωρίς μάρτυρες, χωρίς προανακριτική σοβαρότητα.
Φυσικά δεν είναι η Ελλάδα η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που δοκιμάζει τα δημοκρατικά της ανακλαστικά στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Προηγήθηκαν άλλοι εταίροι (λίγο η Γαλλία, περισσότερο η Ιταλία και η Γερμανία), όμως εκείνες αντιμετώπιζαν ένα άμεσο πρόβλημα, το οποίο τις οδήγησε σε εφαρμογή μέτρων έκτακτης ανάγκης. Η διαφορά εδώ είναι ότι νεκρανασταίνεται με το ζόρι μια οργάνωση που έχει προ πολλού εξαφανιστεί, ανασύρονται από την αστυνομική ναφθαλίνη χιλιοψαγμένα στοιχεία και μαρτυρίες. Παντού προβάλλει αψιμύθιαστο το χέρι των μυστικών υπηρεσιών. Καμιά κοινωνική ή νομική πραγματικότητα δεν επιβάλλει την εφαρμογή παρόμοιων «υπερβάσεων της» δημοκρατικής νομιμότητας. Ολοι το γνωρίζουμε: πρόκειται για μια διπλή επίδειξη των κατασταλτικών μηχανισμών. Από τη μια μεριά επίδειξη δύναμης και έκφραση συσσωρευμένης εκδικητικότητας. Από την άλλη, επίδειξη καλής θέλησης προς τους υπερατλαντικούς οργανωτές της αντιτρομοκρατικής σταυροφορίας.
Υπάρχει ένας μύθος για τη μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας. Οτι δήθεν οι πολίτες αντιμετώπισαν με απολιτική συμπάθεια ή έστω κυνική αδιαφορία τη δραστηριότητα των οργανώσεων ένοπλης πολιτικής βίας. Αυτό όμως που κατέγραφαν οι σχετικές έρευνες δεν ήταν παρά απότοκο της πρόσφατης μνήμης του χουντικού αστυνομικού κράτους, αλλά και αντίδραση στις αλλεπάλληλες αυθαίρετες διώξεις που επιχείρησαν οι αρχές τις δεκαετίες του 70 και του 80 με στόχο πάντοτε τους «συνήθεις υπόπτους». Δίπλα στην καλλιέργεια του ουτοπικού μύθου του κοινωνικού εκδικητή και του από μηχανής αντίδοτου στο παντοδύναμο κράτος, ήταν η ίδια η αστυνομική αυθαιρεσία που έτρεφε τη συμπάθεια προς τα διωκόμενα αδίκως θύματά της. Η επικράτηση της σκοπιμότητας στον αντιτρομοκρατικό αγώνα εκτρέφει με μαθηματική ακρίβεια παρόμοιες σκέψεις.
Πρόκειται -τηρουμένων των αναλογιών- για τον κίνδυνο να υποστεί και πάλι η ελληνική έννομη τάξη αυτό που παθαίνει σήμερα η διοίκηση Μπους. Η συντριπτική λαϊκή υποστήριξη στον πόλεμο «κατά της τρομοκρατίας» που διακήρυξε ο αμερικανός πρόεδρος μεταβάλλεται σήμερα σε αμφισβήτηση και ψόγο, μόλις επιβεβαιώθηκαν τα οργανωμένα βασανιστήρια στο κολαστήριο του Αμπού Γκράιμπ. Αν εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται και στην Ελλάδα μέτρα «ειδικού καθεστώτος» εις βάρος των πολιτών που δικάζονται στον Κορυδαλλό, αν εξακολουθούν να δημιουργούνται «λευκά κελιά» χωρίς λόγο, αυτός που δικαιώνεται είναι η πολιτική βία.

 

(Ελευθεροτυπία, 29/5/2004)

 

www.iospress.gr