Σοσιαλιστική ή φιλελεύθερη ντόπα;


"Κατηγορούμε τον Ιακώβου για αναβολικά"
        (Espresso, 16/09/04)



Κακά τα ψέματα. Οι μόνοι που δικαιούνται να μιλούν για ντόπινγκ στο σύγχρονο αθλητισμό είναι εκείνοι οι ρομαντικοί ή αφελείς που ανήκουν στην αισχρή μειοψηφία που αντέδρασε στην νέα εθνική ιδέα των Ολυμπιακών. Οι υπόλοιποι είναι έτοιμοι να δεχτούν οποιαδήποτε γελοία δικαιολογία, προκειμένου να καλυφτούν οι «δικοί μας» πρωταθλητές», αφού «όλοι τα ίδια κάνουν».

Αλλά αν αξίζει κανείς να ασχοληθεί με το διεθνές (και συνεχές) σκάνδαλο του ντόπινγκ στον αθλητισμό, δεν είναι για να αποκαλυφτεί η απάτη κάποιων πρωταθλητών και των προπονητών τους. Αυτοί ξέρουν τι κάνουν. Και οι θεατές τους επίσης γνωρίζουν με ποιο τρόπο πετυχαίνουν ό,τι πετυχαίνουν. Οι σημερινοί πρωταθλητές δεν διαφέρουν από τους μονομάχους της ρωμαϊκής αρένας. Οπως κι εκείνοι ζουν πλουσιοπάροχα και δοξασμένα, όσο διαρκεί το άστρο τους. Οπως κι εκείνοι, γνωρίζουν ότι στο τέλος της διαδρομής, τους περιμένει η κατάρρευση. Γνωρίζουν, αλλά αξιοποιούν τη δόξα και το χρήμα. Η εξουσία τους ανταμείβει και οι θεατές τους αποθεώνουν, αλλά όταν έρθει η ώρα όλοι ζητούν το αίμα τους.

Αυτοί που δεν γνωρίζουν είναι οι χιλιάδες επίδοξοι πρωταθλητές που πλακώνονται στα φάρμακα με την ελπίδα ότι κάποτε θα μπουν κι αυτοί στην κατηγορία των (μελλοθάνατων) μονομάχων.

Κυκλοφορεί το επιχείρημα (κυρίως από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας) ότι ο λόγος που το ντόπινγκ άνθησε στον ελληνικό αθλητισμό είναι ότι «κρατικοποιήθηκε» η ολυμπιακή προσπάθεια και μάλιστα ποδηγετήθηκε από το «σύστημα ΠΑΣΟΚ». Ως ενισχυτικό επιχείρημα επικαλούνται οι υποστηρικτές της θέσης αυτής το γεγονός ότι την τελευταία δεκαετία βρήκαν στην Ελλάδα αποκούμπι πολλοί προπονητές που διέπρεψαν στο ντόπινγκ του σοσιαλιστικού στρατοπέδου.

Ομως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η κυριαρχία του ντόπινγκ σε όλες τις αθλητικές δραστηριότητες συνδέεται με την απόλυτη απουσία του κράτους από οποιοδήποτε έλεγχο στο χώρο αυτό. Κάτω από τη μύτη του ΕΟΦ κυκλοφορούν εκατοντάδες σκευάσματα με νόμιμες ή παράνομες -πάντως άγνωστες και ανεξέλεγκτες- ουσίες, ενώ προπονητές και μάνατζερ παίζουν το ρόλο του γιατρού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση του προπονητή που βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα, ο οποίος όχι μόνο συνδέεται με το απολύτως μη κρατικό αμερικάνικο σύστημα παραγωγής και διάθεσης προϊόντων, αλλά ιδιωτικοποίησε πλήρως τα πάντα: τη χρηματοδότηση των αθλητών του, τη διαχείριση της προπόνησής τους, ακόμα και το τροχαίο τους.

Φυσικά δεν είναι ανακρίβεια ότι ο ελληνικός αθλητισμός άνοιξε φαρδιά-πλατιά τις πύλες του στους σκοτεινούς παραγωγούς των «αθλητών από μάρμαρο». Ομως το έκανε (όπως και όλες οι αθλητικές υπερδυνάμεις) αναθέτοντάς τους το νέο ρόλο. Αν στο «σοσιαλιστικό» μοντέλο ντόπινγκ ήταν δυνατή η διαχείριση των μυστικών από έναν στεγανό μηχανισμό του κράτους, στις δυτικές κοινωνίες ανατίθεται εν λευκώ σε προπονητές-μάνατζερ. Το κράτος δεν (θέλει να) ξέρει. Το μόνο χρέος του κρατικού μηχανισμού είναι να αποκρούει όπως μπορεί τους ελέγχους των προστατευόμενων πρωταθλητών, να διαπραγματεύεται με τις διεθνείς αρμόδιες αρχές τον τρόπο και τη στιγμή του ελέγχου και στη χειρότερη περίπτωση να ειδοποιεί τους αθλητές εγκαίρως, όταν μέσω των κάθε λογής υπηρεσιών και διασυνδέσεών του πληροφορείται για τον επικείμενο έλεγχο.

Αυτή η ιδιωτική μορφή του ντόπινγκ έχει πάρει τη μορφή τεράστιου σκανδάλου στην Ελλάδα κατά την περίοδο της ολυμπιακής προετοιμασίας. Στον αυριανό «Ιό της Κυριακής» υπάρχει μια μεγάλη αποκάλυψη γι' αυτή την υπόθεση.
 

(Ελευθεροτυπία, 18/9/2004)

 

www.iospress.gr