Μέρες 1984


"Κλείνει η Τουρκική Ενωση Ξάνθης"
   
(«Απογευματινή» 14/1/2005) 

Αργά αλλά σταθερά, φαίνεται πως επιστρέφουμε σε εποχές που οι κήρυκες του «μεσαίου χώρου» ισχυρίζονταν ότι έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Ακόμη και σ' εκείνους τους τομείς της δημόσιας ζωής, όπως τα μειονοτικά ζητήματα, που, ύστερα από μιάμιση δεκαετία συλλογικής μαθητείας στο ευρωπαϊκό κεκτημένο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θα περίμενε κανείς ότι -ως κοινωνία- διαθέτουμε πλέον κάποιο στοιχειώδη ορθολογισμό.

Ο λόγος για την πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου να απαγορεύσει τη λειτουργία του μειονοτικού σωματείου «Τουρκική Ενωση Ξάνθης», που υφίσταται νόμιμα στην ακριτική αυτή πόλη από το 1946. Πρόκειται για το τελευταίο στάδιο μιας διαδικασίας που ξεκίνησε το 1984, όταν ο τότε νομάρχης ζήτησε από το Πρωτοδικείο τη διάλυση της «Ενωσης» με το σκεπτικό ότι η Συνθήκη της Λωζάννης αναγνωρίζει μονάχα «μουσουλμάνους» και όχι «Τούρκους». Ολοκληρώνοντας μια διαδικασία που κράτησε δύο ολόκληρες δεκαετίες, το ανώτατο δικαστήριο αποφάνθηκε τελικά την περασμένη εβδομάδα, επικυρώνοντας σχετική απόφαση του Εφετείου Θράκης (31/2002), ότι «η τουρκική ταυτότητα» των μουσουλμάνων της περιοχής (ή, έστω, μιας μερίδας τους) «είναι ανύπαρκτη» και ότι μόνο «η απώτερη καταγωγή τους είναι τουρκική ή πομακική».

Ο παραλογισμός -για να μη μιλήσουμε για την αντιδημοκρατικότητα- της απόφασης αυτής είναι προφανής: ένα δικαστήριο καθορίζει ποια (πρέπει να) είναι η «ταυτότητα» των ανθρώπων, με βάση τις αποφάσεις κάποιων διπλωματών πριν από ογδόντα χρόνια! Εξίσου προφανής είναι η αναντιστοιχία της με το ισχύον σήμερα (κι όχι το 1923) διεθνές δίκαιο, που αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των μειονοτήτων: όπως επισημαίνει η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που το 1998 καταδίκασε την Ελλάδα για την παρεμφερή υπόθεση της «Στέγης Μακεδονικού Πολιτισμού» της Φλώρινας, όσοι Ελληνες πολίτες αισθάνονται ότι είναι μέλη κάποιας εθνικής μειονότητας έχουν κάθε δικαίωμα «να δημιουργούν συλλόγους για να προστατέψουν την πολιτιστική και πνευματική κληρονομιά τους», με βάση τα ντοκουμέντα της ΔΑΣΕ που προσυπέγραψε η χώρα μας το 1990.

Αλλά και χωρίς αυτές τις διατάξεις, ο ισχυρισμός ότι η Συνθήκη της Λωζάννης απαγορεύει την αναφορά σε τουρκική μειονότητα είναι εκτός πραγματικότητας. Το ίδιο το κείμενο της συνθήκης αναφέρεται σε «μουσουλμανικές μειονότητες» (στον πληθυντικό), αφήνοντας ανοιχτό το ζήτημα των εθνικών ή εθνοτικών τους χαρακτηριστικών. Η επιλογή αυτού του θρησκευτικού προσδιορισμού σχετιζόταν άλλωστε με τα θεοκρατικά πολιτειακά χαρακτηριστικά της τότε Τουρκίας: η Συνθήκη της Λωζάννης υπογράφηκε τον Ιούλιο του 1923, η δε Τουρκία μέχρι το Μάρτιο του 1924 ήταν επισήμως όχι «εθνικό» (τουρκικό) αλλά «θρησκευτικό» (μουσουλμανικό) κράτος. Η ιστορική αυτή λεπτομέρεια δεν είναι καθόλου αγαπητή στο κεμαλικό κατεστημένο της Αγκυρας, εμείς όμως δεν έχουμε κανένα λόγο για να τη διαγράψουμε από τη συλλογική μας μνήμη.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στα δικά μας. Η τελευταία απόφαση του Αρείου Πάγου έχει, αναμφίβολα, προδιαγεγραμμένη προοπτική: Μια ακόμη καταδίκη της χώρας μας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (και συνακόλουθη υποχρέωση καταβολής κάποιου σεβαστού ποσού ως αποζημίωσης στο επίμαχο μειονοτικό σωματείο). Εκτός από το διεθνή διασυρμό και τις παράπλευρες διπλωματικές ζημιές που αυτός συνεπάγεται, ανοιχτό παραμένει το ερώτημα τι ακριβώς οραματίζονται για τη μειονότητα της Θράκης οι φωστήρες που πριμοδοτούν πάνω απ' όλα τη θρησκευτική ταυτότητά της. Εν έτει 1984, την ίδια εποχή που οι αρχές έθεταν σε κίνηση το μηχανισμό απαγόρευσης των «τουρκικών» συλλόγων, ο αρμόδιος υφυπουργός Γιάννης Καψής πρότεινε στους κατοίκους του Εχίνου την αντικατάσταση των Τούρκων δασκάλων των μειονοτικών σχολείων με (εθνικά «ακίνδυνους») Σαουδάραβες. Με τη σοφία που μας χάρισαν τα ενδιάμεσα είκοσι χρόνια, θα πρέπει μάλλον να είμαστε ευτυχείς που η νεωτερική εθνική ταυτότητα των μουσουλμάνων συμπολιτών μας απέτρεψε τελικά την εμφύτευση ενός πρώιμου πυρήνα της Αλ Κάιντα στην ελληνική επικράτεια...

 

(Ελευθεροτυπία, 22/1/2005)

 

www.iospress.gr